Ανάπτυξη 1,8% για το 2026 και 1,7% για το 2027 προβλέπει για την ελληνική οικονομία το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο (ΔΝΤ), ενώ εκτιμά ότι ο πληθωρισμός θα διαμορφωθεί στο 3,5% φέτος και στο 2,7% την επόμενη χρονιά. Στην έκθεσή του για το Άρθρο IV, το Ταμείο αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα αντιμετωπίζει τη νέα διεθνή κρίση από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή με ισχυρότερη δημοσιονομική θέση, μεγαλύτερη χρηματοπιστωτική σταθερότητα και βελτιωμένη αξιοπιστία στις αγορές.
Παρά τη θετική αυτή αφετηρία, το ΔΝΤ προειδοποιεί ότι το ενεργειακό σοκ, η αυξημένη γεωπολιτική αβεβαιότητα και η ασθενέστερη εξωτερική ζήτηση επιβαρύνουν την οικονομική προοπτική. Οι υψηλότερες τιμές ενέργειας πιέζουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών, ενώ η επιβράδυνση της διεθνούς ζήτησης μπορεί να επηρεάσει την ιδιωτική κατανάλωση και τον τουρισμό, που παραμένει κρίσιμος πυλώνας της ελληνικής οικονομίας.
Το ΔΝΤ σημειώνει ότι οι δημόσιες επενδύσεις, οι πόροι του Next Generation EU και οι διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις εξακολουθούν να στηρίζουν την ανάπτυξη. Ωστόσο, εκτιμά ότι μεσοπρόθεσμα ο ρυθμός μεγέθυνσης θα κινηθεί κοντά στο 1,5%, καθώς παραμένουν σημαντικά διαρθρωτικά εμπόδια, όπως η γήρανση του πληθυσμού, η χαμηλή συμμετοχή στην αγορά εργασίας και η περιορισμένη παραγωγικότητα.
Ιδιαίτερη αναφορά γίνεται στις μεταρρυθμίσεις για την καταπολέμηση της φοροδιαφυγής. Σύμφωνα με το ΔΝΤ, η διεύρυνση της φορολογικής βάσης και ο περιορισμός της παραοικονομίας έχουν ενισχύσει τα δημόσια έσοδα, δημιουργώντας περιθώριο για στοχευμένη στήριξη των νοικοκυριών. Το Ταμείο υπογραμμίζει, πάντως, ότι τα μέτρα απέναντι στην ενεργειακή κρίση πρέπει να παραμείνουν προσωρινά και αυστηρά στοχευμένα, ώστε να μη διαταραχθεί η πορεία μείωσης του δημόσιου χρέους.

Στο δημοσιονομικό πεδίο, το ΔΝΤ χαιρετίζει τη βελτίωση των ισολογισμών του δημόσιου τομέα και τη διατήρηση πρωτογενών πλεονασμάτων. Παράλληλα, ζητάει έμφαση σε αποδοτικές δημόσιες επενδύσεις, αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων και προστασία των κοινωνικών δαπανών, ώστε η ανάπτυξη να αποκτήσει πιο σταθερή βάση και μετά την ολοκλήρωση του Next Generation EU.
ΔΝΤ: Ζητάει αυστηρότερη εποπτεία των servicers και μεταρρυθμίσεις
Για τις τράπεζες, η έκθεση καταγράφει ανθεκτικότητα και διαχειρίσιμους συστημικούς κινδύνους. Το Πρόγραμμα Αξιολόγησης του Χρηματοπιστωτικού Τομέα του 2026, το πρώτο από το 2006, διαπιστώνει ότι το ελληνικό τραπεζικό σύστημα εισήλθε στη νέα κρίση με χαμηλότερους κινδύνους και καλύτερη εικόνα. Ωστόσο, το ΔΝΤ ζητάει στενή παρακολούθηση των κοινών εκθέσεων σε μεγάλες επιχειρήσεις, καθώς και αυστηρότερη εποπτεία των servicers, λόγω των προβληματικών δανείων που παραμένουν εκτός τραπεζικών ισολογισμών.
Οι βασικοί κίνδυνοι, σύμφωνα με το Ταμείο, προέρχονται από ενδεχόμενη παράταση ή κλιμάκωση του πολέμου στη Μέση Ανατολή, από νέες αυξήσεις στις τιμές ενέργειας και εμπορευμάτων, αλλά και από πιθανό κατακερματισμό του διεθνούς εμπορίου. Στους εγχώριους κινδύνους περιλαμβάνονται καθυστερήσεις στην υλοποίηση έργων που χρηματοδοτούνται από ευρωπαϊκούς πόρους, καθώς και μισθολογικές αυξήσεις που υπερβαίνουν την παραγωγικότητα.
Το ΔΝΤ δίνει επίσης ιδιαίτερο βάρος στη μεταρρυθμιστική ατζέντα. Ζητάει μείωση της γραφειοκρατίας, επιτάχυνση της ψηφιακής μετάβασης, ενίσχυση του ανταγωνισμού και αναβάθμιση των δεξιοτήτων του εργατικού δυναμικού. Όπως επισημαίνει, οι αλλαγές αυτές είναι απαραίτητες για να βελτιωθεί η παραγωγικότητα και να ενισχυθεί η ανθεκτικότητα της οικονομίας απέναντι σε μελλοντικές κρίσεις.
Ξεχωριστή θέση στην έκθεση έχει και το στεγαστικό ζήτημα. Το Ταμείο εκτιμά ότι η βελτίωση της προσιτότητας της κατοικίας απαιτεί πολιτικές που αυξάνουν αποτελεσματικά την προσφορά στέγης, αντί για παρεμβάσεις που ενδέχεται να ενισχύσουν περαιτέρω τη ζήτηση και τις τιμές.
Το συμπέρασμα από την έκθεση του ΔΝΤ είναι ότι η Ελλάδα βρίσκεται σε σαφώς καλύτερη θέση σε σχέση με προηγούμενες περιόδους κρίσης, όμως η διατήρηση της σταθερότητας δεν θεωρείται δεδομένη. Η οικονομία χρειάζεται συνετή δημοσιονομική πολιτική, ανθεκτικό τραπεζικό σύστημα και ταχύτερες μεταρρυθμίσεις, ώστε να περάσει από την ανάκαμψη σε πιο ισορροπημένη και βιώσιμη ανάπτυξη.
