Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε ότι ο πόλεμος με το Ιράν βρίσκεται «πολύ κοντά στο τέλος του», αφήνοντας ανοιχτό το ενδεχόμενο επανέναρξης διαπραγματεύσεων εντός της εβδομάδας. Οι δηλώσεις του έγιναν σε μια περίοδο έντονων διπλωματικών διεργασιών, με την Ουάσιγκτον να επιδιώκει αποκλιμάκωση σε πολλαπλά μέτωπα της Μέσης Ανατολής, αλλά και με τις αγορές ενέργειας να αντιδρούν έντονα στις εξελίξεις.
Ο Τραμπ εμφανίστηκε αισιόδοξος για την προοπτική μιας ευρύτερης συμφωνίας με την Τεχεράνη, υποστηρίζοντας ότι μια «μεγάλη συμφωνία» θα μπορούσε να οδηγήσει σε σταθεροποίηση της περιοχής και σε οικονομική εξομάλυνση του Ιράν. Όπως ανέφερε, μια τέτοια εξέλιξη θα επέτρεπε στο ιρανικό κράτος να επανενταχθεί σταδιακά στην παγκόσμια οικονομία, υπό την προϋπόθεση ότι θα υπάρξει δέσμευση για τον περιορισμό του πυρηνικού του προγράμματος.
Στο ίδιο πλαίσιο, ο Αμερικανός πρόεδρος ανέφερε σε δημοσιογράφο της ταμπλόιντ New York Post η οποία βρίσκεται στο Ισλαμαμπάντ, ότι είναι πιθανή η επανεκκίνηση των διαπραγματεύσεων ΗΠΑ–Ιράν μέσα στις επόμενες ημέρες, με πιθανό σημείο επαφής το Πακιστάν, το οποίο έχει αναλάβει διαμεσολαβητικό ρόλο. Σύμφωνα με τις πληροφορίες που επικαλέστηκε, οι συνομιλίες αυτές δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί, ωστόσο υπάρχει κινητικότητα από την πακιστανική κυβέρνηση για τη συνέχισή τους.
Οι πρώτες επαφές μεταξύ των δύο πλευρών είχαν πραγματοποιηθεί το προηγούμενο Σαββατοκύριακο, με την αμερικανική αντιπροσωπεία να εκπροσωπείται από τον αντιπρόεδρο των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς. Οι συνομιλίες, που διήρκεσαν πολλές ώρες, δεν κατέληξαν σε συμφωνία, ωστόσο οι δύο πλευρές συμφώνησαν να διατηρήσουν ανοιχτό δίαυλο επικοινωνίας, αναγνωρίζοντας τη σοβαρότητα της κατάστασης στην περιοχή.
Παρά τις διπλωματικές προσπάθειες, η κατάσταση παραμένει ρευστή. Στα τελευταία πρακτικά της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), καταγράφεται αυξανόμενη ανησυχία μεταξύ αξιωματούχων για τις πληθωριστικές πιέσεις που προκαλεί η σύγκρουση και ιδιαίτερα η ενεργειακή αστάθεια. Κάποια μέλη της Fed δεν απέκλεισαν το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων επιτοκίων εάν η ένταση στη Μέση Ανατολή οδηγήσει σε νέα άνοδο των τιμών ενέργειας και σε ευρύτερη πληθωριστική αναταραχή.
Στο διπλωματικό πεδίο, ο Γενικός Γραμματέας του ΟΗΕ Αντόνιο Γκουτέρες κάλεσε εκ νέου για την άμεση επανέναρξη «σοβαρών διαπραγματεύσεων», τονίζοντας ότι δεν υπάρχει στρατιωτική λύση στην κρίση. Η παρέμβασή του εντάσσεται σε μια ευρύτερη διεθνή προσπάθεια αποκλιμάκωσης, καθώς οι συγκρούσεις έχουν προκαλέσει αλυσιδωτές αντιδράσεις σε ενεργειακές και χρηματοπιστωτικές αγορές.
Οι εξελίξεις στη σύγκρουση Ισραήλ–Λιβάνου
Παράλληλα με το ιρανικό μέτωπο, εξελίξεις καταγράφονται και στη σύγκρουση Ισραήλ–Λιβάνου. Σύμφωνα με διπλωματικές πηγές, αντιπρόσωποι του Ισραήλ και του Λιβάνου συμφώνησαν στην Ουάσιγκτον να ξεκινήσουν απευθείας συνομιλίες με στόχο τη διαμόρφωση ενός πλαισίου διαρκούς ειρήνης. Πρόκειται για την πρώτη τέτοιου είδους διαδικασία από το 1993, γεγονός που υπογραμμίζει τη σημασία της τρέχουσας συγκυρίας.
Οι συζητήσεις πραγματοποιήθηκαν σε προκαταρκτικό επίπεδο και χαρακτηρίστηκαν «παραγωγικές» από τις εμπλεκόμενες πλευρές, αν και δεν έχει ακόμη καθοριστεί το χρονοδιάγραμμα ή η τοποθεσία των επόμενων γύρων διαπραγματεύσεων. Η αμερικανική διπλωματία έχει αναλάβει ρόλο συντονιστή, επιχειρώντας να διασφαλίσει τη συνέχεια της διαδικασίας.
Ωστόσο, η ένταση στην περιοχή παραμένει υψηλή. Η λιβανική πλευρά ζητά άμεση κατάπαυση του πυρός και αποχώρηση των στρατιωτικών δυνάμεων από τον νότο, ενώ το Ισραήλ υποστηρίζει ότι οι επιχειρήσεις του συνδέονται με την ανάγκη αντιμετώπισης της Χεζμπολάχ. Οι διαφωνίες αυτές δείχνουν ότι η πορεία προς μια μόνιμη συμφωνία παραμένει δύσκολη και εξαρτάται από πολλαπλούς παράγοντες ασφαλείας και πολιτικής ισορροπίας.
Στο μεταξύ, η ανθρωπιστική κατάσταση στον Λίβανο επιδεινώνεται. Σύμφωνα με στοιχεία που επικαλούνται διεθνείς οργανισμοί, πάνω από δύο εκατομμύρια άνθρωποι έχουν επηρεαστεί άμεσα από τις συγκρούσεις, με μεγάλο μέρος του πληθυσμού να έχει αναγκαστεί να εγκαταλείψει τις εστίες του. Οι ζημιές σε υποδομές και κατοικίες έχουν δημιουργήσει συνθήκες πίεσης στις τοπικές αρχές, οι οποίες ζητούν αυξημένη διεθνή βοήθεια.
Ο Τραμπ δηλώνει ότι δεν σκέφτεται να παρατείνει την εκεχειρία με το Ιράν
Ο Πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δήλωσε στον δημοσιογράφο του ABC News Τζόναθαν Καρλ ότι δεν σκεφτόταν να παρατείνει την εκεχειρία με το Ιράν, καθώς πιθανότατα δεν θα είναι απαραίτητο.
«Νομίζω ότι θα ζήσετε δύο καταπληκτικές ημέρες», είπε ο Τραμπ εν μέσω των ανανεωμένων συνομιλιών με το Ιράν για τη σύναψη συμφωνίας. «Πραγματικά το πιστεύω.»
«Μπορεί να καταλήξει με οποιονδήποτε τρόπο, αλλά πιστεύω ότι μια συμφωνία είναι προτιμότερη, διότι έτσι θα μπορέσουν να ξαναχτίσουν τη χώρα τους», ανέφερε ο Τραμπ στον δημοσιογράφο. «Πραγματικά έχουν ένα διαφορετικό καθεστώς τώρα. Ό,τι και να γίνει, εξοντώσαμε τους ριζοσπάστες. Έχουν φύγει, δεν είναι πλέον μαζί μας».
Στη συνέχεια, ο Τραμπ υποστήριξε ότι «αν δεν ήμουν Πρόεδρος, ο κόσμος θα είχε διαλυθεί».
Βανς: Ο Τραμπ επιθυμεί μια μεγάλη συμφωνία για το Ιράν
Από την πλευρά του ο Αντιπρόεδρος των ΗΠΑ Τζέι Ντι Βανς αναφέρθηκε στις διαπραγματεύσεις διάρκειας άνω των 20 ωρών με το Ιράν, στις οποίες ηγήθηκε της αμερικανικής αντιπροσωπείας. Είπε ότι ο Τραμπ «δεν θέλει να κάνει, ας πούμε, μια μικρή συμφωνία. Θέλει να κάνει τη μεγάλη συμφωνία».
Κάτω από τα 100 δολάρια το πετρέλαιο
Οι εξελίξεις επηρεάζουν άμεσα και τις διεθνείς αγορές ενέργειας. Μετά από μια αρχική άνοδο λόγω φόβων για κλιμάκωση και περιορισμό της προσφοράς πετρελαίου, οι τιμές υποχώρησαν ξανά κάτω από το όριο των 100 δολαρίων ανά βαρέλι. Η πτώση αποδίδεται στις προσδοκίες ότι οι διπλωματικές επαφές ενδέχεται να οδηγήσουν σε σταδιακή αποκλιμάκωση της κρίσης και σε επαναφορά της ροής ενέργειας από την περιοχή.
Ειδικότερα, το αργό τύπου WTI και το Brent κατέγραψαν σημαντικές απώλειες, καθώς οι επενδυτές προεξοφλούν ότι μια πιθανή συμφωνία ΗΠΑ–Ιράν θα μπορούσε να μειώσει τους γεωπολιτικούς κινδύνους στην αγορά πετρελαίου. Παρά τη μεταβλητότητα, η γενική τάση στις αγορές δείχνει ότι οι προσδοκίες για διπλωματική λύση λειτουργούν σταθεροποιητικά.