Η μεταποιητική δραστηριότητα στις Ηνωμένες Πολιτείες παρέμεινε σε γενικές γραμμές σταθερή τον Απρίλιο, ωστόσο η εικόνα στην αλυσίδα εφοδιασμού επιδεινώθηκε αισθητά, καθώς οι γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή προκάλεσαν σοβαρές αναταράξεις στη ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ. Η εξέλιξη αυτή οδήγησε σε άνοδο των τιμών πρώτων υλών και εισροών σε υψηλά τεσσάρων ετών, εντείνοντας τις πιέσεις στον πληθωρισμό παραγωγού.
Σύμφωνα με την έρευνα του Institute for Supply Management (ISM), οι ανησυχίες για τον πόλεμο μεταξύ ΗΠΑ, Ισραήλ και Ιράν κυριάρχησαν στα σχόλια των κατασκευαστών. Ορισμένες βιομηχανίες, όπως τα χημικά προϊόντα, ανέφεραν ότι οι τιμές σε υλικά που συνδέονται με το πετρέλαιο και την ενέργεια έχουν αυξηθεί επανειλημμένα λόγω των διαταραχών στην αγορά.
Οι τιμές του αργού πετρελαίου έχουν αυξηθεί άνω του 50% από την έναρξη της σύγκρουσης, επιβαρύνοντας το κόστος παραγωγής και μεταφορών. Παράλληλα, οι δασμοί στις εισαγωγές εξακολουθούν να λειτουργούν ως πρόσθετος παράγοντας πίεσης, ενισχύοντας τις πληθωριστικές τάσεις στο επίπεδο των εργοστασίων.
Ο δείκτης PMI της μεταποίησης παρέμεινε σταθερός στις 52,7 μονάδες, επίπεδο που υποδηλώνει επέκταση του κλάδου, για τέταρτο συνεχόμενο μήνα. Ωστόσο, η σταθερότητα του δείκτη δεν αντανακλά πλήρως τις πιέσεις στην παραγωγική αλυσίδα, καθώς οι επιχειρήσεις επιταχύνουν παραγγελίες για να προλάβουν ελλείψεις και περαιτέρω αυξήσεις τιμών.
Η πρόεδρος της επιτροπής του ISM, Σούζαν Σπενς, σημείωσε ότι σχεδόν το 47% των συμμετεχόντων ανέφερε τον πόλεμο ως βασικό παράγοντα αβεβαιότητας, ενώ το 18% αναφέρθηκε στους δασμούς. Όπως υπογράμμισε, η αβεβαιότητα επηρεάζει πλέον οριζόντια όλους τους κλάδους της μεταποίησης.
Πριν από την τρέχουσα κρίση, ο μεταποιητικός τομέας είχε ήδη επιβαρυνθεί από εμπορικές πολιτικές και δασμούς που είχαν επιβληθεί από την κυβέρνηση Τραμπ, με στόχο την ενίσχυση της εγχώριας παραγωγής. Ωστόσο, η νέα γεωπολιτική κρίση έχει εντείνει τις πιέσεις.
Συρρικνώθηκαν τρόφιμα και καύσιμα
Στην ανάλυση των επιμέρους κλάδων, 13 βιομηχανίες κατέγραψαν ανάπτυξη, μεταξύ των οποίων τα μέταλλα, τα μηχανήματα, τα ηλεκτρονικά και ο εξοπλισμός μεταφορών. Αντίθετα, τομείς όπως τα τρόφιμα, τα καύσιμα και τα προϊόντα ξύλου σημείωσαν συρρίκνωση.
Οι επιχειρήσεις στον τομέα των μεταφορών ανέφεραν ότι η ζήτηση παραμένει σε σχετικά υψηλά επίπεδα σε σύγκριση με πέρυσι, ωστόσο η γεωπολιτική αστάθεια και οι αυξημένες τιμές καυσίμων έχουν οδηγήσει πολλούς πελάτες σε στάση αναμονής.
Παρόμοια εικόνα καταγράφεται και στους κατασκευαστές μηχανημάτων, οι οποίοι κάνουν λόγο για «γενικευμένη αβεβαιότητα», επισημαίνοντας ότι το πραγματικό κόστος της ενεργειακής κρίσης δεν έχει ακόμη αποτυπωθεί πλήρως.
Στον κλάδο των ηλεκτρονικών και των υπολογιστών, οι επιχειρήσεις ανέφεραν ότι οι διακυμάνσεις στους δασμούς και οι περιορισμοί σε κρίσιμα υλικά δημιουργούν σημαντικά εμπόδια στην παραγωγή. Παράλληλα, η αβεβαιότητα γύρω από τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη επηρεάζει τη ζήτηση.
Παρά τις πιέσεις, οι επενδύσεις στην AI εξακολουθούν να στηρίζουν τη βιομηχανική δραστηριότητα, καθώς αποτελούν βασικό μοχλό ανάπτυξης για τον μεταποιητικό τομέα, ο οποίος αντιστοιχεί περίπου στο 10% της αμερικανικής οικονομίας.
Ωστόσο, οι διαταραχές στην εφοδιαστική αλυσίδα παραμένουν έντονες. Ο δείκτης παραδόσεων προμηθευτών αυξήθηκε στο 60,6, υποδηλώνοντας σημαντικές καθυστερήσεις για πέμπτο συνεχόμενο μήνα. Ελλείψεις σε αλουμίνιο, ηλεκτρονικά εξαρτήματα και ενεργειακά υλικά συνεχίζουν να επηρεάζουν την παραγωγή.
Οι καθυστερήσεις αυτές έχουν οδηγήσει σε αύξηση του κόστους για πολλούς κατασκευαστές, με τον δείκτη τιμών του ISM να φτάνει στο υψηλότερο επίπεδο από το 2022. Οι επιχειρήσεις αναφέρουν ότι οι συνθήκες θυμίζουν περιόδους έντονης κρίσης της εφοδιαστικής αλυσίδας, όπως το 2021 και το 2022.
Την ίδια στιγμή, η απασχόληση στη μεταποίηση συνεχίζει να μειώνεται για 15ο συνεχόμενο μήνα, με απώλειες περίπου 85.000 θέσεων εργασίας από τις αρχές του έτους. Οι εταιρείες περιορίζουν τις προσλήψεις και προχωρούν σε απολύσεις ή μη αναπλήρωση κενών θέσεων.
Οικονομολόγοι εκτιμούν ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ θα διατηρήσει υψηλά τα επιτόκια έως και το 2027, καθώς οι πληθωριστικές πιέσεις από την ενέργεια και τις μεταφορές αναμένεται να επιμείνουν.
Συνολικά, η εικόνα της αμερικανικής μεταποίησης παραμένει εύθραυστη: η παραγωγή αντέχει, αλλά η αλυσίδα εφοδιασμού και το κόστος εισροών δέχονται ισχυρές πιέσεις από έναν συνδυασμό γεωπολιτικής αστάθειας, εμπορικών περιορισμών και ενεργειακής κρίσης.