“Ανήκομεν εις την Δύσιν” ή φλερτάρουμε με την Κίνα; Ο διχασμός της κοινής γνώμης

Η ελληνική κοινή γνώμη εμφανίζεται επιφυλακτική έως και αρνητική απέναντι στην Ουάσιγκτον, ενώ αναγνωρίζει αυξανόμενη ισχύ και σχετική θετικότητα στην Κίνα

Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ και ο πρόεδρος της Κίνας Σι Τζινπίνγκ © EPA, THOMAS PETER

Μια βαθιά αντίφαση χαρακτηρίζει τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα: την απόκλιση ανάμεσα στη γεωπολιτική στάση της χώρας —που παραμένει σταθερά ευθυγραμμισμένη με τις Ηνωμένες Πολιτείες και το δυτικό στρατόπεδο— και τις αντιλήψεις της κοινής γνώμης, η οποία εμφανίζεται σαφώς πιο επιφυλακτική έως και αρνητική απέναντι στην Ουάσιγκτον, ενώ ταυτόχρονα αναγνωρίζει αυξανόμενη ισχύ και σχετική θετικότητα στην Κίνα. Μια αντίφαση, που ήρθε στην επιφάνεια με αφορμή την πρόσφατη συνάντηση του Ντόναλτ Τραμπ με τον Σι ΖινΠινγκ στο Πεκίνο. Αυτό τουλάχιστον αναδεικνύεται από τις πρόσφατες σχετικές μετρήσεις σε έρευνα της Metron Analysis (Το Βήμα, 29/4/2026).

Η έρευνα καταγράφει ένα από τα πιο εντυπωσιακά ευρήματα των τελευταίων ετών: το 71% των Ελλήνων διατηρεί αρνητική άποψη για τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενώ η Κίνα συγκεντρώνει 55% θετικές γνώμες. Η διαφορά αυτή δεν είναι απλώς θέμα συμπάθειας ή εικόνας· αντανακλά μια βαθύτερη αλλαγή αντίληψης για τον διεθνή συσχετισμό δυνάμεων και τον ρόλο των μεγάλων παικτών.

Το ακόμη πιο κρίσιμο στοιχείο είναι ο τρόπος με τον οποίο οι πολίτες κατηγοριοποιούν την ισχύ. Οι ΗΠΑ εξακολουθούν να αναγνωρίζονται ως η κορυφαία στρατιωτική δύναμη, όμως θεωρούνται ταυτόχρονα παράγοντας αστάθειας από την πλειονότητα των Ελλήνων (67%). Αντίθετα, η Κίνα —χωρίς να διαθέτει την ίδια στρατιωτική εικόνα— αντιμετωπίζεται ως πιο σταθεροποιητική δύναμη στο διεθνές σύστημα (54%).

Αυτή η διπλή ανάγνωση οδηγεί σε ένα ιδιόμορφο σχήμα αντίληψης της παγκόσμιας ισχύος: οι ΗΠΑ είναι ισχυρές αλλά επικίνδυνες, ενώ η Κίνα είναι λιγότερο απειλητική και πιο προβλέψιμη. Πρόκειται για μια θεμελιώδη μετατόπιση από την παραδοσιακή μεταπολιτευτική πρόσληψη της Δύσης ως μοναδικού πυλώνα ασφάλειας. Συμβολή καθοριστική σε αυτό έχει και η προεδρία του Τραμπ, ενώ δεν είναι τυχαίο πως οι 8 στους 10 θεωρούν ότι ο πόλεμος κατά του Ιράν δεν είναι δικαιολογημένος.

Η κρίση εμπιστοσύνης προς τη Δύση αποτυπώνεται και σε ένα άλλο στοιχείο της Metron: το 59% των πολιτών θεωρεί ότι η Δύση βρίσκεται σε παρακμή. Αυτό το εύρημα εξηγεί σε μεγάλο βαθμό την «άνοδο» της Κίνας στη συνείδηση της ελληνικής κοινής γνώμης. Δεν πρόκειται απαραίτητα για στροφή προς ένα αυταρχικό μοντέλο, αλλά για μια ρεαλιστική προσαρμογή σε έναν κόσμο που αλλάζει ισορροπίες.

Ταυτόχρονα, καταγράφεται μια σαφής τάση αποστασιοποίησης από την αμερικανική στρατηγική ηγεμονία. Το 63% των ερωτηθέντων επιθυμεί μεγαλύτερη στρατηγική αυτονομία της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι των ΗΠΑ. Πρόκειται για ένα εύρημα με ιδιαίτερη σημασία, καθώς δείχνει ότι η ελληνική κοινωνία δεν αμφισβητεί απαραίτητα τη θέση της χώρας στη Δύση, αλλά αμφισβητεί τη μονομερή εξάρτησή της από τις επιλογές της Ουάσιγκτον. Άλλωστε μια ισχυρή πλειοψηφία, οι έξι στους δέκα, ψηφίζουν ενίσχυση της οικονομικής και πολιτικής ενοποίησης της Ευρώπης.

Ωστόσο εδώ ανακύπτει η μεγάλη αντίφαση: παρά αυτή τη σαφή διαφοροποίηση της κοινής γνώμης, η Ελλάδα έχει εμβαθύνει τη στρατηγική της σχέση με τις Ηνωμένες Πολιτείες, ενισχύοντας τη στρατιωτική συνεργασία, τον ρόλο της στο ΝΑΤΟ και τη συμμετοχή της σε δυτικές πρωτοβουλίες ασφάλειας.

Η αντίφαση αυτή δημιουργεί ένα δυνητικό πολιτικό και στρατηγικό πρόβλημα. Από τη μία πλευρά, η χώρα χρειάζεται τη συμμαχία με τις ΗΠΑ για λόγους ασφάλειας, ιδιαίτερα στο πλαίσιο των ελληνοτουρκικών σχέσεων και της αστάθειας στην Ανατολική Μεσόγειο αλλά και για την ενεργειακή επάρκεια. Από την άλλη, η κοινωνική βάση της εξωτερικής πολιτικής εμφανίζεται όλο και πιο επιφυλακτική απέναντι στις επιλογές αυτές.

Το αποτέλεσμα είναι μια «διπλή εξωτερική πολιτική»: μία επίσημη, που κινείται σε πλήρη ευθυγράμμιση με τη Δύση, και μία κοινωνική, που βλέπει τον κόσμο με πιο πολυπολικούς όρους. Αυτή η απόσταση δεν παράγει άμεση κρίση, αλλά δημιουργεί μακροπρόθεσμα ζητήματα νομιμοποίησης. Σε κάθε περίπτωση αυτήν την αντίφαση αξιοποιούν τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και άλλα κόμματα και παράγοντες της αντιπολίτευσης, για να στηρίξουν το αφήγημά τους για πολυδιάστατη εξωτερική πολιτική. Βέβαια και η κυβέρνηση δεν απεμπολεί τις δυνατότητες που έχει για ισχυροποίηση της παρουσίας της χώρας μας στην Ε.Ε. αλλά και τη διατήρηση των διαύλων επικοινωνίας με τις αραβικές χώρες.

Άλλωστε, η εικόνα της Κίνας ως οικονομικής και τεχνολογικής δύναμης —σε συνδυασμό με την παρουσία της σε κρίσιμες υποδομές, όπως το λιμάνι του Πειραιά— ενισχύει την αντίληψη ότι η Ελλάδα πρέπει να διατηρεί ανοιχτές επιλογές.

Το πιο ουσιαστικό συμπέρασμα από τη Metron Analysis είναι ότι η ελληνική κοινή γνώμη δεν έχει γίνει «φιλοκινεζική». Έχει όμως πάψει να είναι άκριτα φιλοδυτική. Αντί για ιδεολογική ταύτιση, κυριαρχεί ένας ρεαλιστικός, επιλεκτικός τρόπος σκέψης: κάθε δύναμη αξιολογείται ξεχωριστά, ανάλογα με το πεδίο —στρατιωτικό, οικονομικό, τεχνολογικό ή γεωπολιτικό.

Η απόσταση ανάμεσα σε αυτά τα δύο επίπεδα —την κοινωνική αντίληψη και τη στρατηγική πρακτική— είναι ίσως η πιο ενδιαφέρουσα και κρίσιμη πτυχή της σημερινής ελληνικής γεωπολιτικής ταυτότητας. Αυτό το νέο πλαίσιο αντίληψης φέρνει την Ελλάδα πιο κοντά στη λογική των χωρών, που επιχειρούν να ισορροπήσουν σε έναν πολυπολικό κόσμο. Ταυτόχρονα, με την απώλεια των βεβαιοτήτων, είναι αναγκαία μια διαρκώς μεταβαλλόμενη άσκηση εξωτερικής πολιτικής, χωρίς όμως να αμφισβητείται ο θεμέλιος λίθος του «ανήκομεν εις την Δύσιν»…