Έκρηξη 111% στις πωλήσεις τσιπ: Πώς ο σούπερ κύκλος του ΑΙ εκτινάσσει τις εξαγωγές της Κίνας

Οι εξαγωγές υψηλής τεχνολογίας της Κίνας καταρρίπτουν ρεκόρ, την ώρα που η Ευρώπη αναζητά άμυνες απέναντι στην πρόκληση «China Shock 2.0»

Αεροφωτογραφία του τερματικού σταθμού εμπορευματοκιβωτίων για το εξωτερικό εμπόριο στο λιμάνι του Τσινγκτάο της Κίνας © EPA/XINHUA / YU FANGPING

Η παγκόσμια έκρηξη επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη μετατρέπεται σε ισχυρό μοχλό ανάπτυξης για την Κίνα, ενισχύοντας θεαματικά τις εξαγωγές τσιπ, υπολογιστών και τεχνολογικού εξοπλισμού. Ωστόσο, πίσω από τα εντυπωσιακά εμπορικά στοιχεία, η εγχώρια ζήτηση εξακολουθεί να παρουσιάζει σοβαρές αδυναμίες.

Οι  εξαγωγές και εισαγωγές της Κίνας κατέγραψαν ισχυρή άνοδο τον Μάιο, ξεπερνώντας τις προβλέψεις των αναλυτών, καθώς η παγκόσμια επενδυτική έκρηξη στην τεχνητή νοημοσύνη αυξάνει τη ζήτηση για εξοπλισμό που παράγεται από τη μεγαλύτερη μεταποιητική δύναμη του κόσμου.

Οι εξαγωγές αυξήθηκαν κατά περισσότερο από 19% σε ετήσια βάση, σημειώνοντας την υψηλότερη επίδοση των τελευταίων τριών μηνών και ξεπερνώντας σχεδόν όλες τις εκτιμήσεις της αγοράς. Παράλληλα, οι εισαγωγές εκτινάχθηκαν κατά περισσότερο από 27%, οδηγώντας το εμπορικό πλεόνασμα στα 105,4 δισ. δολάρια, το υψηλότερο επίπεδο από τον Ιανουάριο.

Σύμφωνα με υπολογισμούς του Bloomberg, τα τσιπ και οι ηλεκτρονικοί υπολογιστές συνέβαλαν περίπου στο ήμισυ της συνολικής αύξησης τόσο των εξαγωγών όσο και των εισαγωγών. Οι εξαγωγές ημιαγωγών εκτοξεύθηκαν κατά 111%, φθάνοντας τα 36 δισ. δολάρια, καταγράφοντας τον ταχύτερο ρυθμό ανάπτυξης από το 2013.

Ο Χάο Τζόου, επικεφαλής οικονομολόγος της Guotai Junan International Holdings, εκτιμά ότι η ισχυρή επίδοση αντανακλά τη συνεχιζόμενη ζήτηση για εξοπλισμό που σχετίζεται με την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ παράλληλα λειτουργεί ως σημαντικό αντίβαρο στην αδυναμία της εγχώριας οικονομίας.

Η Κίνα των εξαγωγών και η Κίνα της αδύναμης κατανάλωσης

Παρά τη θεαματική άνοδο του εξωτερικού εμπορίου, τα στοιχεία αναδεικνύουν και τις βαθιές ανισορροπίες της κινεζικής οικονομίας. Η εγχώρια κατανάλωση παραμένει υποτονική, καθώς η κρίση στον κλάδο ακινήτων συνεχίζει να υπονομεύει την εμπιστοσύνη των νοικοκυριών.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η αγορά αυτοκινήτου, όπου οι πωλήσεις υποχώρησαν κατά 22% σε ετήσια βάση τον Μάιο, σημειώνοντας τον έκτο συνεχόμενο μήνα διψήφιας πτώσης.

Όπως επισημαίνει η Trivium China, η οικονομία της χώρας εξελίσσεται σε μια «ιστορία δύο ταχυτήτων»: από τη μία πλευρά, ένας εξαιρετικά ανταγωνιστικός εξαγωγικός και τεχνολογικός τομέας· από την άλλη, ασθενής εγχώρια ζήτηση και υποτονικές επενδύσεις.

Η απόκλιση αυτή γίνεται εμφανής και στη σύνθεση των εξαγωγών. Ενώ τα προϊόντα υψηλής τεχνολογίας αυξήθηκαν κατά 51% και οι εξαγωγές υπολογιστών κατά 66%, οι εξαγωγές παραδοσιακών αγαθών, όπως τα ενδύματα και τα παιχνίδια, μειώθηκαν κατά 4% και 7% αντίστοιχα.

© Bloomberg

Κίνα: Η AI αναδιαμορφώνει τις παγκόσμιες εμπορικές ροές

Η παγκόσμια κούρσα για την ανάπτυξη κέντρων δεδομένων και υποδομών τεχνητής νοημοσύνης έχει εξελιχθεί σε βασικό παράγοντα στήριξης του ασιατικού εμπορίου. Η αυξανόμενη ζήτηση για προηγμένα τσιπ και εξοπλισμό δικτύων έχει οδηγήσει σε ελλείψεις που ενδέχεται να διαρκέσουν για χρόνια.

Η Κίνα επωφελείται άμεσα από αυτή την εξέλιξη, παρά τους αμερικανικούς περιορισμούς στις εξαγωγές προηγμένων τεχνολογιών. Παρότι οι όγκοι εξαγωγών τσιπ αυξήθηκαν μόλις κατά 2%, η αξία τους εκτοξεύθηκε λόγω της ανόδου των τιμών.

Ταυτόχρονα, η ίδια η Κίνα ενισχύει τις εισαγωγές εξοπλισμού για να καλύψει τις ανάγκες της εγχώριας ανάπτυξης της AI. Οι εισαγωγές ολοκληρωμένων ηλεκτρονικών κυκλωμάτων αυξήθηκαν κατά 68%, φθάνοντας τα 56,6 δισ. δολάρια, ενώ οι εισαγωγές υπολογιστικών συστημάτων και εξαρτημάτων αυξήθηκαν κατά 80%.

Ιδιαίτερα εντυπωσιακή ήταν η άνοδος των εισαγωγών από τη Νότια Κορέα, οι οποίες αυξήθηκαν κατά 84%, φτάνοντας σε ιστορικό υψηλό. Παράλληλα, οι κορεατικές εξαγωγές ημιαγωγών προς την Κίνα εκτοξεύθηκαν κατά περισσότερο από 200%, γεγονός που καταδεικνύει την αλληλεξάρτηση των δύο οικονομιών στον τομέα της τεχνολογίας.

© Bloomberg

Δασμοί, γεωπολιτική και εμπορικές εντάσεις με την Κίνα στο επίκεντρο

Τα στοιχεία έδειξαν επίσης ότι οι δασμοί που επέβαλε ο πρόεδρος των ΗΠΑ Ντόναλντ Τραμπ δεν κατάφεραν να ανακόψουν τη δυναμική των κινεζικών εξαγωγών. Οι εξαγωγές προς τις Ηνωμένες Πολιτείες αυξήθηκαν κατά σχεδόν 36%, καταγράφοντας τη μεγαλύτερη άνοδο από το 2021.

Οι εξαγωγές προς την Ευρωπαϊκή Ένωση αυξήθηκαν μεν κατά 7,6% τον Μάιο, ωστόσο οι κινεζικές εισαγωγές από το ευρωπαϊκό μπλοκ μειώθηκαν, διευρύνοντας περαιτέρω το εμπορικό πλεόνασμα της Κίνας έναντι της Ευρώπης.

Η εξέλιξη αυτή αναμένεται να εντείνει τις εμπορικές τριβές μεταξύ Βρυξελλών και Πεκίνου. Ευρωπαίοι αξιωματούχοι κατηγορούν την Κίνα ότι διοχετεύει φθηνά προϊόντα στις ευρωπαϊκές αγορές, εκμεταλλευόμενη τις κρατικές επιδοτήσεις, την αδύναμη εγχώρια ζήτηση και τη συναλλαγματική πολιτική της χώρας.

Παράλληλα, οι εξαγωγές προς τη Νοτιοανατολική Ασία αυξήθηκαν κατά σχεδόν 25%, ενισχύοντας τις ενδείξεις ότι πολλές κινεζικές επιχειρήσεις χρησιμοποιούν τρίτες χώρες ως ενδιάμεσους σταθμούς για προϊόντα που τελικά κατευθύνονται προς την αμερικανική αγορά.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας Κίνας που επωφελείται από το παγκόσμιο τεχνολογικό υπερκύμα της τεχνητής νοημοσύνης, διατηρώντας ισχυρή εξαγωγική δυναμική. Ωστόσο, η αδυναμία της εγχώριας κατανάλωσης συνεχίζει να αποτελεί τη μεγαλύτερη πρόκληση για τη δεύτερη μεγαλύτερη οικονομία του πλανήτη, καθώς η ανάπτυξη στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στη ζήτηση του εξωτερικού.

Επίσης, o πόλεμος στο Ιράν επηρεάζει αρνητικά την κινητήρια δύναμη εξαγωγών του ηλεκτρονικού εμπορίου της Κίνας, υποδηλώνοντας ότι μια περίοδος ταχείας ανάπτυξης για τον τομέα φτάνει στο τέλος της. Καθώς το κόστος των αερομεταφορών αυξάνεται λόγω του κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ, η αξία των αποστολών χαμηλού κόστους της χώρας μειώθηκε κατά περίπου 11% τον Απρίλιο, τον πέμπτο συνεχόμενο μήνα με ετήσια μείωση, σύμφωνα με ανάλυση συμβουλευτικής εταιρείας με έδρα το Λουξεμβούργο, μεταδίδει το Semafor.

Ιστότοποι όπως οι Shein, Temu και AliExpress, οι οποίοι μεταφέρουν φθηνά προϊόντα απευθείας από την Κίνα σε αγοραστές σε όλο τον κόσμο, αντιμετώπιζαν ήδη πιέσεις από τους αμερικανικούς δασμούς. H έκρηξη εξαγωγών της Κίνας βοήθησε τη χώρα να αντέξει το οικονομικό σοκ του πολέμου στο Ιράν, αλλά οι κατασκευαστές στα κινεχικά εργοστάσια προετοιμάζονται για αναταραχές καθώς αισθάνονται τον πόνο από το αυξανόμενο κόστος εισροών.

Το «China Shock 2.0» χτυπά την Ευρώπη πιο σκληρά από τις ΗΠΑ

Η Δύση προσπαθεί να αναχαιτίσει το νέο κύμα κινεζικών εξαγωγών, όμως πολλές ευρωπαϊκές επιχειρήσεις συνεχίζουν να επενδύουν στην Κίνα, εντείνοντας τις πιέσεις στη βιομηχανική βάση της Ευρώπης και των ΗΠΑ.

Η Κίνα ζήτησε από τις ΗΠΑ να «πάψουν να πιέζουν» τις κινεζικές επιχειρήσεις, μετά τη δημοσιοποίηση χθες Δευτέρα από το αμερικανικό υπουργείο Άμυνας μιας λίστας εταιρειών που συνεργάζονται, σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο, με τις κινεζικές ένοπλες δυνάμεις.

Το Πεντάγωνο δημοσιοποιήσε την επικαιροποίηση ενός καταλόγου δεκάδων οντοτήτων που θεωρούνται «κινεζικές στρατιωτικές επιχειρήσεις» οι οποίες λειτουργούν άμεσα ή έμμεσα στις Ηνωμένες Πολιτείες. Οι γιγάντιες εταιρείες Alibaba (ηλεκτρονικό εμπόριο), Baidu (μηχανή αναζήτησης) και BYD (ηλεκτρικά οχήματα) προστέθηκαν σε μια προηγούμενη λίστα, σε μια κίνηση που μπορεί να πυροδοτήσει εντάσεις μεταξύ των δύο χωρών, λιγότερο από ένα μήνα αφότου ο πρόεδρος Ντόναλντ Τραμπ συναντήθηκε με τον κινέζο ομόλογό του Σι Τζινπίνγκ στη διάρκεια επίσκεψής του στο Πεκίνο, όπου οι δύο ηγέτες διατήρησαν μια ευαίσθητη εκεχειρία στον εμπορικό πόλεμό τους, ενώ ο Σι προσκλήθηκε για να επισκεφθεί το Σεπτέμβριο την Ουάσινγκτον.

Η άνοδος της Κίνας ως βιομηχανικής και τεχνολογικής υπερδύναμης δεν αποτελεί μόνο αποτέλεσμα κρατικών πολιτικών του Πεκίνου, αλλά και δεκαετιών επενδύσεων, τεχνογνωσίας και στρατηγικών επιλογών δυτικών πολυεθνικών. Σήμερα, η Ευρώπη βρίσκεται αντιμέτωπη με τις συνέπειες αυτής της μετάβασης.

Για πολλά χρόνια, η αποβιομηχάνιση αμερικανικών πόλεων και η απώλεια θέσεων εργασίας αποδίδονταν σχεδόν αποκλειστικά στην άνοδο της Κίνας. Ωστόσο, σύμφωνα με ολοένα περισσότερες αναλύσεις, το λεγόμενο «China Shock» ήταν σε μεγάλο βαθμό προϊόν επιλογών των ίδιων των δυτικών επιχειρήσεων.

Αμερικανικοί επιχειρηματικοί όμιλοι στήριξαν ενεργά την ένταξη της Κίνας στον Παγκόσμιο Οργανισμό Εμπορίου και στη συνέχεια επένδυσαν μαζικά στη χώρα, μεταφέροντας κεφάλαια, τεχνογνωσία και παραγωγικές δραστηριότητες. Η κυρίαρχη αντίληψη ήταν ότι όλοι θα ωφελούνταν: η Δύση θα διατηρούσε τις δραστηριότητες υψηλής προστιθέμενης αξίας και η Κίνα θα αναλάμβανε τη βιομηχανική παραγωγή.

Στην πράξη, όμως, οι πολυεθνικές συνέβαλαν στη δημιουργία γενεών Κινέζων μηχανικών, στελεχών και επιχειρηματιών, οι οποίοι σήμερα ηγούνται εταιρειών που ανταγωνίζονται ευθέως τους πρώην δυτικούς δασκάλους τους.

Κίνα: Από αποδέκτης τεχνογνωσίας σε παγκόσμιο ανταγωνιστή

Η νέα φάση της κινεζικής ανόδου διαφέρει σημαντικά από εκείνη των προηγούμενων δεκαετιών. Η Κίνα δεν εξάγει πλέον μόνο φθηνά καταναλωτικά προϊόντα, αλλά και τεχνολογίες αιχμής, ηλεκτρικά οχήματα, μπαταρίες, εξοπλισμό ανανεώσιμων πηγών ενέργειας και προηγμένα βιομηχανικά προϊόντα.

Οι δυτικές κυβερνήσεις ανησυχούν ότι οι γενναιόδωρες κρατικές επιδοτήσεις του Πεκίνου δημιουργούν συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού. Ως απάντηση, οι Βρυξέλλες προετοιμάζουν νέα μέτρα προστασίας της ευρωπαϊκής αγοράς, μεταξύ των οποίων αυστηρότεροι έλεγχοι ξένων επενδύσεων, ταχύτερες αδειοδοτήσεις και απαιτήσεις για μεγαλύτερη χρήση προϊόντων «Made in EU».

Η Κίνα διχάζει τη Γερμανία

Παρά τις ανησυχίες των ευρωπαϊκών θεσμών, η στάση της Γερμανίας παραμένει αντιφατική. Από τη μία πλευρά, η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης βλέπει τη βιομηχανική της βάση να δέχεται πιέσεις. Από την άλλη, πολλές γερμανικές επιχειρήσεις ενισχύουν ακόμη περισσότερο την παρουσία τους στην κινεζική αγορά.

Εταιρείες όπως η BASF και η Mercedes-Benz συνεχίζουν να επεκτείνονται στην Κίνα, ενώ περιορίζουν δραστηριότητες στη Γερμανία. Η εξέλιξη αυτή συνοδεύεται από απώλειες χιλιάδων θέσεων εργασίας και αυξανόμενη πίεση σε παραδοσιακά βιομηχανικά κέντρα όπως η Στουτγάρδη, η οποία έχει ήδη αναγκαστεί να εφαρμόσει πολιτικές δημοσιονομικής λιτότητας.

Η Ευρώπη μπροστά σε μια βαθύτερη βιομηχανική κρίση

Σε αντίθεση με την πρώτη φάση του «China Shock 2.0», όταν οι ΗΠΑ μετέφεραν κυρίως δραστηριότητες χαμηλής προστιθέμενης αξίας, η σημερινή πραγματικότητα είναι πολύ πιο σύνθετη. Πλέον, δεν μετακινούνται μόνο γραμμές παραγωγής, αλλά και τμήματα έρευνας και ανάπτυξης, λογισμικού, σχεδιασμού προϊόντων και τεχνολογικής καινοτομίας.

Αυτό σημαίνει ότι η Ευρώπη κινδυνεύει να χάσει όχι μόνο θέσεις εργασίας, αλλά και κρίσιμα στοιχεία της βιομηχανικής και τεχνολογικής της κυριαρχίας. Καθώς η Κίνα εξελίσσεται από «εξαγωγικό εργοστάσιο του κόσμου» σε ανταγωνιστή υψηλής τεχνολογίας, η ευρωπαϊκή οικονομία καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη προστασίας της παραγωγικής της βάσης και στη διατήρηση των επιχειρηματικών δεσμών με μία από τις σημαντικότερες αγορές του πλανήτη.