Πέθανε σε ηλικία 100 ετών ο πρώην πρόεδρος της Fed Άλαν Γκρίνσπαν

Σε ηλικία 100 ετών πέθανε ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο μακροβιότερος πρόεδρος της Fed και ένας εκ των πιο επιδραστικών

Ο Άλαν Γκρίνσπαν © EPA/MICHAEL REYNOLDS

Έφυγε από τη ζωή σε ηλικία 100 ετών ο Άλαν Γκρίνσπαν, ο μακροβιότερος πρόεδρος της Fed στις ΗΠΑ, γνωστός ως «ο Μαέστρος», που εξελίχθηκε σε έναν από τους πιο επιδραστικούς διαμορφωτές οικονομικής πολιτικής της εποχής του και έγινε διάσημος για την προειδοποίησή του περί «παράλογης ευφορίας» («irrational exuberance»).

Όπως μεταδίδει το CNBC, ο επιφανής οικονομολόγος πέθανε σήμερα Δευτέρα από επιπλοκές της νόσου Πάρκινσον, σύμφωνα με την επί 29 χρόνια σύζυγό του Άντρεα Μίτσελ που ήταν επικεφαλής ανταποκρίτρια της Ουάσιγκτον και επικεφαλής ανταποκρίτρια διεθνών θεμάτων του NBC News.

Γκρίνσπαν: Μια μακρά πορεία στη Fed

Ο Γκρίνσπαν διορίστηκε πρόεδρος της Fed το 1987 από τον Ρόναλντ Ρήγκαν και διατήρησε τη θέση αυτή έως τη συνταξιοδότησή του το 2006. Η θητεία του ήταν η δεύτερη μεγαλύτερη στην ιστορία της Fed, μόλις τέσσερις μήνες μικρότερη από εκείνη του Γουίλιαμ Μακσένι Μάρτιν που ηγήθηκε της κεντρικής τράπεζας από το 1951 έως το 1970.

Συζητώντας τις προκλήσεις της νομισματικής πολιτικής, δήλωσε: «Πώς γνωρίζουμε πότε η παράλογη ευφορία έχει διογκώσει υπερβολικά τις αξίες των περιουσιακών στοιχείων, οι οποίες στη συνέχεια γίνονται ευάλωτες σε απροσδόκητες και παρατεταμένες διορθώσεις, όπως συνέβη στην Ιαπωνία την τελευταία δεκαετία; (…) Δεν πρέπει να υποτιμούμε ούτε να εφησυχάζουμε σχετικά με την πολυπλοκότητα των αλληλεπιδράσεων μεταξύ των αγορών περιουσιακών στοιχείων και της οικονομίας».

Μετά τη συνταξιοδότησή του από τη Fed, ο Γκρίνσπαν παραδέχθηκε ανοιχτά τη στρατηγική του να χρησιμοποιεί περίπλοκη γλώσσα: «Είναι μια γλώσσα σκόπιμης ασάφειας για να αποφεύγονται ορισμένες ερωτήσεις που γνωρίζεις ότι δεν μπορείς να απαντήσεις. Το να πεις “δεν θα απαντήσω” ή “κανένα σχόλιο” είναι στην πραγματικότητα μια απάντηση», δήλωσε σε συνέντευξή του στο CNBC το 2007. «Έτσι, όταν ένας βουλευτής μού κάνει μια ερώτηση και δεν θέλω να πω “κανένα σχόλιο” ή “δεν θα απαντήσω”, προχωρώ σε τέσσερις ή πέντε προτάσεις που γίνονται ολοένα και πιο ασαφείς. Ο βουλευτής πιστεύει ότι απάντησα στην ερώτηση και προχωρά στην επόμενη».

Ποιος ήταν ο Άλαν Γκρίνσπαν

Ο Άλαν Γκρίνσπαν γεννήθηκε από Εβραίους γονείς στις 6 Μαρτίου 1926, στην περιοχή Ουάσινγκτον Χάιτς της Νέας Υόρκης. Ο πατέρας του ήταν χρηματιστής και οικονομικός αναλυτής. Ως παιδί που μεγάλωσε τη δεκαετία του 1930, κατά τη διάρκεια της παγκόσμιας οικονομικής ύφεσης του 1929, ο μελλοντικός πρόεδρος της Fed λάμβανε χαρτζιλίκι 25 σεντς την εβδομάδα. «Τα 25 σεντς, μπορώ να σας πω, αγόραζαν πολύ περισσότερα τότε απ’ ό,τι σήμερα», είχε πει ο Γκρίνσπαν σε ακροατήριο το 2003.

Ο Γκρίνσπαν έπαιζε κλαρινέτο και σαξόφωνο και φοίτησε για σύντομο διάστημα στο Τζούλιαρντ. Έπαιξε στη τζαζ μπάντα του Γούντι Χέρμαν (όπως και ένας άλλος μελλοντικός αξιωματούχος του Λευκού Οίκου, ο Λέοναρντ Γκάρμεντ), προτού εγγραφεί στο Πανεπιστήμιο της Νέας Υόρκης στο οποίο απέκτησε πτυχίο και μεταπτυχιακό στα οικονομικά έως το 1950. Τελικά έλαβε το διδακτορικό του το 1977, σε ηλικία 51 ετών.

Μεταξύ των δασκάλων και μέντορών του ήταν ο μελλοντικός πρόεδρος της Fed Άρθουρ Φ. Μπέρνς και η υπέρμαχος της ελεύθερης αγοράς Άυν Ραντ, στην οποία τον είχε συστήσει η πρώτη του σύζυγος, η καλλιτέχνιδα Τζόαν Μίτσελ.

Μέχρι να αποκτήσει το διδακτορικό του, είχε εργαστεί στις εταιρείες Brown Brothers Harriman, National Industrial Conference Board και στη συμβουλευτική εταιρεία Townsend-Greenspan, η οποία έκλεισε μετά την υποψηφιότητά του για την προεδρία της Fed. Η τριακονταετής παρουσία του στην Townsend-Greenspan διακόπηκε όταν υπηρέτησε ως πρόεδρος του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων του προέδρου Τζέραλντ Φορντ από το 1974 έως το 1977. Από το 1981 έως το 1983 ήταν επίσης πρόεδρος της Εθνικής Επιτροπής για τη Μεταρρύθμιση της Κοινωνικής Ασφάλισης.

Η πρώτη από τις πέντε θητείες του στη Fed ξεκίνησε λίγο πριν από τη χρηματοπιστωτική κρίση του 1987. Η Γερουσία επικύρωσε τον διορισμό του ως διαδόχου του Πολ Βόλκερ στις 11 Αυγούστου.

Αυτό συνέβη μόλις 69 ημέρες πριν από τη «Μαύρη Δευτέρα» της 19ης Οκτωβρίου, όταν ο Dow Jones κατέρρευσε στη Wall Street. Ο δείκτης έχασε 508 μονάδες, δηλαδή 22,6%, στη μεγαλύτερη ημερήσια πτώση στην ιστορία του. Την επόμενη ημέρα, ο Γκρίνσπαν διαβεβαίωσε ότι η Fed ήταν έτοιμη «να λειτουργήσει ως πηγή ρευστότητας για τη στήριξη του οικονομικού και χρηματοπιστωτικού συστήματος». Η κεντρική τράπεζα μείωσε τα βραχυπρόθεσμα επιτόκια για να ενθαρρύνει τις τράπεζες να συνεχίσουν τον δανεισμό.

Η στρατηγική αυτή βοήθησε να κατευναστούν οι ανησυχίες και να αποφευχθούν ύφεση και τραπεζική κρίση. Μέσα σε δύο ημέρες, ο Dow Jones είχε ανακτήσει περισσότερο από το 50% των απωλειών της «Μαύρης Δευτέρας». Η αυτοπεποίθηση που επέδειξε συνέβαλε επίσης στο να του αποδοθεί το προσωνύμιο «Μαέστρος» από τους υποστηρικτές του. Χρόνια αργότερα, οι επικριτές του υποστήριξαν ότι η πολιτική του φθηνού χρήματος, το λεγόμενο «Greenspan put», με το οποίο καθησύχαζε τις αγορές σε περιόδους πανικού, συνέβαλε στη δημιουργία των συνθηκών που οδήγησαν στην ύφεση του ’29.

«Είναι ΔΙΚΗ ΤΟΥ η οικονομία, ανόητε», έγραφε το περιοδικό Fortune τον Μάρτιο του 1996, παραφράζοντας το προεκλογικό σύνθημα που είχε χρησιμοποιήσει ο Μπιλ Κλίντον για να νικήσει τον πρόεδρο Τζόρτζ Μπους τέσσερα χρόνια νωρίτερα. Ο τίτλος του άρθρου ήταν: «Στον Γκρίνσπαν έχουμε εμπιστοσύνη».

Μετά από αυτό το αγχωτικό ξεκίνημα, ηγήθηκε της Fed μέσα από δύο υφέσεις, την ασιατική χρηματοπιστωτική κρίση του 1997, τη ρωσική χρεοκοπία του 1998, τη διάσωση του hedge fund Long-Term Capital Management το ίδιο έτος, τις τρομοκρατικές επιθέσεις της 11ης Σεπτεμβρίου και την άνοδο και κατάρρευση της «φούσκας» των dot com στα τέλη της δεκαετίας του 1990 και έως το 2001.

Σε όλη αυτή την περίοδο, επικεντρώθηκε κυρίως στην καταπολέμηση του πληθωρισμού, παρά στην προώθηση της πλήρους απασχόλησης. Οι υποστηρικτές του υποστηρίζουν ότι προήδρευσε της μακρύτερης περιόδου οικονομικής ανάπτυξης στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών. Οι επικριτές του, όμως, θεωρούν ότι η πολιτική των χαμηλών επιτοκίων που ακολούθησε έθεσε τα θεμέλια για τη στεγαστική «φούσκα», η οποία κατέρρευσε και οδήγησε στη μεγάλη ύφεση έναν χρόνο αφότου ο διάδοχός του Μπεν Μπερνάνκε ανέλαβε τα ηνία της Fed.

«Μερικές φορές δέχομαι κριτική, και δικαίως δέχομαι κριτική, και αυτό είναι μέρος του παιχνιδιού», δήλωσε ο Άλαν Γκρίνσπαν στην εφημερίδα USA Today το 2007. «Αλλά σε αυτή την περίπτωση, είμαι αθώος».

Ο Γκρίνσπαν παραδέχθηκε ότι γνώριζε τις αμφιλεγόμενες πρακτικές δανεισμού που ενθάρρυναν δανειολήπτες χαμηλής πιστοληπτικής ικανότητας (subprime) να επιλέγουν επικίνδυνα στεγαστικά δάνεια με κυμαινόμενο επιτόκιο. «Αν και ήξερα ότι πολλές από αυτές τις πρακτικές συνέβαιναν, δεν είχα συνειδητοποιήσει πόσο εκτεταμένες είχαν γίνει παρά πολύ αργά», δήλωσε το 2007 στην εκπομπή 60 Minutes του CBS. «Πραγματικά δεν το κατάλαβα παρά στα τέλη του 2005 και το 2006».

Και στα απομνημονεύματά του με τίτλο The Age of Turbulence, τα οποία έγιναν μπεστ σέλερ, υπερασπίστηκε την πολιτική των χαμηλών επιτοκίων που ενθάρρυνε την αγορά κατοικιών: «Πίστευα τότε, όπως πιστεύω και τώρα, ότι τα οφέλη της διεύρυνσης της ιδιοκατοίκησης αξίζουν το ρίσκο. Η προστασία των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας, τόσο κρίσιμη για μια οικονομία της αγοράς, απαιτεί μια κρίσιμη μάζα ιδιοκτητών ώστε να διατηρείται η πολιτική στήριξη».

Αφού αποχώρησε από τη Fed, ίδρυσε τη δική του συμβουλευτική εταιρεία, την Greenspan Associates.

Βολές κατά Τραμπ

Ο Γκρίνσκαν ήταν επικριτικός απέναντι στις επιθέσεις του Ντόναλντ Τραμπ κατά της Fed κατά την πρώτη του θητεία, με στόχο τη μείωση των επιτοκίων. Εμφανιζόμενος στην εκπομπή Squawk on the Street του CNBC λίγο μετά από ανάρτηση του Τραμπ τον Δεκέμβριο του 2019, ο Γκρίνσπαν δήλωσε: «Κάνει λάθος ακόμη και που συζητά το θέμα. Η Ομοσπονδιακή Τράπεζα είναι ένας εξαιρετικά επαγγελματικός οργανισμός. Γνωρίζουν πολύ περισσότερα για τη λειτουργία της οικονομίας, για το πώς επηρεάζει τις χρηματαγορές και τη δομή των επιτοκίων απ’ ό,τι εκείνος (…) Το καλύτερο που μπορεί να κάνει κανείς είναι απλώς να το αγνοήσει. Δεν άκουσα σήμερα το πρωί ότι ο πρόεδρος έκανε κάποια δήλωση. Είμαι βέβαιος ότι δεν ήταν σοφή».

Κατά τη δεύτερη θητεία του Τραμπ, τον Ιανουάριο του 2026, ο Γκρίνσπαν υπέγραψε κοινή δήλωση μαζί με αρκετούς άλλους πρώην αξιωματούχους της Fed και του Υπουργείου Οικονομικών των ΗΠΑ, καταδικάζοντας ποινική έρευνα εις βάρος του προέδρου της Fed, Τζερόπ Πάουελ. «Η αναφερόμενη ποινική έρευνα κατά του προέδρου της Ομοσπονδιακής Τράπεζας Τζέι Πάουελ αποτελεί πρωτοφανή προσπάθεια χρήσης εισαγγελικών επιθέσεων για την υπονόμευση της ανεξαρτησίας της», ανέφερε η δήλωση, η οποία υποστηρίχθηκε από τον Γκρίνσπαν και περισσότερους από δώδεκα ακόμη συνυπογράφοντες.

Ο Γκρίνσπαν αναγνώριζε τα όρια της επιρροής της Fed. Όταν ρωτήθηκε σε συνέντευξη στο CNBC το 2008 αν η κεντρική τράπεζα θα έπρεπε να αποκτήσει περισσότερες εξουσίες για τη ρύθμιση των επενδυτικών τραπεζών, απάντησε: «Αυτό που με ανησυχεί είναι να δοθεί στη Fed ο ρόλος της εποπτείας της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας. Δεν πιστεύω ότι μπορεί κανείς να το πετύχει αυτό και φοβάμαι περισσότερο ότι, αν η Fed αναλάμβανε αυτή την αποστολή και αποτύγχανε, όπως έχουν αποτύχει και θα αποτυγχάνουν όλοι, επειδή δεν μπορείς να προβλέψεις το μέλλον, τότε θα υπονόμευε την αξιοπιστία του συστήματος των κεντρικών τραπεζών».

Τελικά, συνειδητοποίησε ότι, παρά όλη την επιστήμη που εμπλέκεται στα οικονομικά, η διαχείριση του χρηματοπιστωτικού κινδύνου δεν μπορεί να επικρατήσει σε καταστάσεις κατάρρευσης όπως η μεγάλη ύφεση του 2029.

«Ο φόβος και η ευφορία είναι οι κυρίαρχες δυνάμεις, και ο φόβος είναι πολλαπλάσια ισχυρότερος από την ευφορία», δήλωσε στο Associated Press μετά την έκδοση του βιβλίου του The Map and the Territory 2.0 το 2013. «Οι φούσκες ανεβαίνουν πολύ αργά καθώς συσσωρεύεται η ευφορία. Έπειτα χτυπά ο φόβος και η πτώση είναι απότομη. Όταν άρχισα να το εξετάζω αυτό, σοκαρίστηκα πνευματικά. Η μετάδοση του πανικού είναι το κρίσιμο φαινόμενο που προκαλεί την κατάρρευση των πάντων».

googlenews
Ακολουθήστε το Powergame.gr στο Google News για άμεση και έγκυρη οικονομική ενημέρωση!