Ο Βλαντίμιρ Πούτιν έχει την προθυμία να ξεκινήσει διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία για τον τερματισμό του πολέμου, δήλωσε ο Ρώσος υπουργός Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ, σημειώνοντας ότι η Ρωσία προτίθεται να επαναλάβει τις ειρηνευτικές διαπραγματεύσεις με την Ουκρανία «από το σημείο όπου είχαν διακοπεί», αναφερόμενος ρητά στις συνομιλίες που πραγματοποιήθηκαν στην Κωνσταντινούπολη το 2022 και στις μεταγενέστερες επαφές του 2025.
Υπογράμμισε ότι η Μόσχα εξακολουθεί να είναι πρόθυμη να συνομιλήσει με το Κίεβο, αλλά δεν άφησε να εννοηθεί πως προτίθεται να κάνει υποχωρήσεις σχετικά με τις υφιστάμενες απαιτήσεις της.
Λίγο νωρίτερα ο Βλαντίμιρ Πούτιν είχε πει ότι η Ουκρανία επιτίθεται σε μη στρατιωτικές υποδομές στη Ρωσία, σε μια προσπάθεια να αποσταθεροποιήσει την κοινωνία.
Αξίζει να σημειωθεί πως οι επιθέσεις της Ουκρανίας εναντίον διυλιστηρίων πετρελαίου έχουν διπλασιαστεί από τις αρχές του 2026, με αποτέλεσμα να σχηματίζονται μεγάλες ουρές και να αυξάνονται οι τιμές της βενζίνης σε ορισμένες περιοχές. Το Κίεβο έχει δηλώσει ότι στόχος του είναι να εξαντλήσει μια βασική πηγή χρηματοδότησης του πολέμου της Ρωσίας και να δείξει στους Ρώσους ότι η σύγκρουση δεν είναι πλέον κάτι μακρινό.
Πρόκειται για εξέλιξη που ενδέχεται να αποδειχθεί σημαντική, δεδομένου ότι έχουν περάσει πάνω από τέσσερα χρόνια από την εισβολή στην Ουκρανία και την έως τώρα ουσιαστική άρνηση του Ρώσου ηγέτη να καθίσει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων με τον Ουκρανό ομόλογό του Βολοντίμιρ Ζελένσκι.
Ωστόσο, η αναφορά στο προσχέδιο συμφωνίας της Κωνσταντινούπολης, κείμενο το οποίο δεν έφτασε ποτέ σε επίπεδο ετοιμότητας προς υπογραφές από τα δύο εμπόλεμα μέρη, δείχνει πως υπάρχει ακόμα πολύς δρόμος να διανυθεί για την ειρήνη.
Η λεγόμενη «συμφωνία της Κωνσταντινούπολης» του 2022 ήταν ένα προσχέδιο που συζητήθηκε στις διαπραγματεύσεις Ρωσίας-Ουκρανίας τον Μάρτιο και τον Απρίλιο του 2022. Το περιεχόμενό του έγινε ευρύτερα γνωστό το 2024, όταν δημοσιεύθηκαν σχέδια και σχετικά έγγραφα.
Τα βασικά σημεία ήταν: Η Ουκρανία να δεσμευτεί ότι θα είναι μόνιμα ουδέτερο κράτος, δεν θα ενταχθεί ποτέ στο ΝΑΤΟ, δεν θα συμμετέχει σε στρατιωτικές συμμαχίες, δεν θα φιλοξενεί ξένα στρατεύματα ή στρατιωτικές βάσεις και δεν θα αποκτήσει πυρηνικά όπλα.
Σε αντάλλαγμα, η Ουκρανία θα λάμβανε εγγυήσεις ασφαλείας από χώρες όπως οι ΗΠΑ, η Βρετανία, η Γαλλία, η Κίνα, η Τουρκία και η Ρωσία. Σε περίπτωση νέας επίθεσης, οι εγγυήτριες δυνάμεις θα έπρεπε να βοηθήσουν την Ουκρανία. Ωστόσο, υπήρχε σοβαρή διαφωνία για το πώς θα ενεργοποιούνταν αυτές οι εγγυήσεις και αν η ίδια η Ρωσία θα μπορούσε να ασκήσει βέτο.
