Η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα ιδιαίτερα κρίσιμο φθινόπωρο, σε μία από τις δυσκολότερες γεωοικονομικές συγκυρίες των τελευταίων ετών.
Οι τεταμένες εμπορικές σχέσεις με την Κίνα, η αντιπαράθεση με τις αμερικανικές Big Tech και η κλιμακούμενη εμπορική αντιπαράθεση, παράλληλα με τη σκληρή διαπραγμάτευση μεταξύ των κρατών-μελών για τον νέο 7ετή προϋπολογισμό, συνθέτουν ένα περίπλοκο σκηνικό, στο οποίο δοκιμάζονται η πολιτική συνοχή, η ανταγωνιστικότητα και η στρατηγική αυτονομία της Ευρώπης στο οικονομικό πεδίο, γύρω από τα τρία αυτά αγκάθια.
- Η τελευταία σύνοδος κορυφής της ΕΕ τον περασμένο μήνα αποκάλυψε τις βαθιές διαφωνίες για τον 7ετή προϋπολογισμό μεταξύ χωρών Βορρά και Νότου.
- Παράλληλα, οι Βρυξέλλες διατηρούν την πίεση στις Big Tech μέσω του Νόμου για τις Ψηφιακές Αγορές (DMA), παρά τις επικρίσεις του προέδρου των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, μετά τη νέα δικαστική ήττα της Google στο ευρωδικαστήριο την Πέμπτη, που κλείδωσε πρόστιμο των 4,1 δισ. ευρώ για κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του λειτουργικού συστήματος Android, προκαλώντας νέα διαντλαντική ένταση.
- Ενώ ταυτόχρονα παραμένει η διαταραγμένη κατάσταση με το Πεκίνο, καθώς η Κομισιόν επιδιώκει εξισορρόπηση των εμπορικών σχέσεων, ωστόσο η εξάρτηση της ευρωπαϊκής βιομηχανίας από την Κίνα περιορίζει τα περιθώρια κινήσεων και προκαλεί εσωτερικές διαφωνίες
Ευρωπαϊκή Ένωση: Η Κίνα δοκιμάζει τα όρια της ενότητας
Η προσπάθεια της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επαναπροσδιορίσει τη σχέση της με την Κίνα εισέρχεται σε μια κρίσιμη φάση, όμως οι φιλοδοξίες των Βρυξελλών προσκρούουν τόσο στις διαφορετικές προτεραιότητες των κρατών-μελών όσο και στη βαθιά οικονομική αλληλεξάρτηση που έχει οικοδομηθεί τα τελευταία χρόνια ανάμεσα στις δύο πλευρές.
Παρά τις ολοένα και πιο αυστηρές δηλώσεις Ευρωπαίων αξιωματούχων, η πραγματικότητα δείχνει ότι η Ένωση δυσκολεύεται να μετατρέψει τη ρητορική περί «μείωσης των κινδύνων» σε συγκεκριμένες πολιτικές. Το βασικό εμπόδιο δεν είναι η έλλειψη εργαλείων, αλλά η απουσία κοινής πολιτικής βούλησης, καθώς κάθε πρωτεύουσα αξιολογεί διαφορετικά το κόστος μιας πιθανής εμπορικής αντιπαράθεσης με το Πεκίνο.
Η Κίνα εξακολουθεί να αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εμπορικούς εταίρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όμως ταυτόχρονα μετατρέπεται ολοένα και περισσότερο σε στρατηγικό ανταγωνιστή. Το εμπορικό έλλειμμα της Ευρώπης απέναντι στην κινεζική οικονομία έχει διογκωθεί σε επίπεδα που ξεπερνούν τα 360 δισ. ευρώ, ενώ πολλές ευρωπαϊκές βιομηχανίες υποστηρίζουν ότι αδυνατούν να ανταγωνιστούν επιχειρήσεις οι οποίες απολαμβάνουν γενναίες κρατικές επιδοτήσεις.
Στις Βρυξέλλες επικρατεί πλέον η εκτίμηση ότι το κινεζικό μοντέλο παραγωγής δεν πρόκειται να αλλάξει. Η υπερβάλλουσα παραγωγική ικανότητα της κινεζικής βιομηχανίας, η περιορισμένη εγχώρια κατανάλωση και η ισχυρή κρατική στήριξη των επιχειρήσεων θεωρούνται πλέον διαρθρωτικά χαρακτηριστικά της κινεζικής οικονομίας και όχι προσωρινά φαινόμενα.
Αυτό σημαίνει ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση καλείται να αναπροσαρμόσει τη στρατηγική της, γνωρίζοντας ότι δύσκολα θα επιτύχει ουσιαστικές παραχωρήσεις μέσω του διαλόγου και μόνο.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξακολουθεί να δίνει έμφαση στη στρατηγική του «de-risking», δηλαδή της μείωσης των κινδύνων μέσω διαφοροποίησης των αλυσίδων εφοδιασμού, χωρίς όμως να επιδιώκει πλήρη οικονομική αποσύνδεση από την Κίνα.
Η επιλογή αυτή αντανακλά τον ρεαλισμό των Βρυξελλών. Η πλήρης αποσύνδεση θα είχε τεράστιο οικονομικό κόστος για τη βιομηχανία της Ευρώπης, ιδιαίτερα σε τομείς όπως η αυτοκινητοβιομηχανία, η πράσινη μετάβαση, οι μπαταρίες, οι ημιαγωγοί και οι σπάνιες γαίες.
Ευρωπαϊκή Ένωση: Η εξάρτηση από την Κίνα περιορίζει τα περιθώρια πίεσης
Η μεγαλύτερη αδυναμία της ευρωπαϊκής στρατηγικής είναι ότι εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από κινεζικές πρώτες ύλες και κρίσιμα βιομηχανικά προϊόντα.
Η Κίνα διατηρεί δεσπόζουσα θέση στην παραγωγή και την επεξεργασία σπάνιων γαιών, κρίσιμων ορυκτών και εξειδικευμένων υλικών που χρησιμοποιούνται στην αυτοκινητοβιομηχανία, στις ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, στις τηλεπικοινωνίες, αλλά και στην ευρωπαϊκή αμυντική βιομηχανία.
Οι πρόσφατοι περιορισμοί που επέβαλε το Πεκίνο στις εξαγωγές κρίσιμων πρώτων υλών λειτούργησαν ως προειδοποίηση προς τις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις. Μέσα σε λίγες εβδομάδες έγινε σαφές ότι ακόμη και μεγάλοι ευρωπαϊκοί βιομηχανικοί όμιλοι θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν σοβαρές διακοπές στην παραγωγή τους εάν η Κίνα επέλεγε να χρησιμοποιήσει την κυρίαρχη θέση της ως εργαλείο γεωοικονομικής πίεσης.

Αντόνιο Κόστα, Σι Τζινπινγκ και Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © EPA/XINHUA / Xie Huanchi CHINA OUT / UK AND IRELAND OUT / MANDATORY CREDIT EDITORIAL USE ONLY
Οι διαφορετικές προσεγγίσεις της ΕΕ απέναντι στην Κίνα
Το γεγονός ότι ευρωπαϊκές αυτοκινητοβιομηχανίες ζήτησαν από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να αναστείλει προσωρινά περιοριστικά μέτρα εις βάρος κινεζικών προμηθευτών ανέδειξε με τον πιο χαρακτηριστικό τρόπο την ευαλωτότητα της ευρωπαϊκής παραγωγικής βάσης.
Παράλληλα, η κινεζική κυβέρνηση έχει καταστήσει σαφές ότι οποιαδήποτε νέα ευρωπαϊκή πρωτοβουλία για περιορισμό των κινεζικών εξαγωγών ή διεύρυνση των μέτρων εμπορικής άμυνας θα προκαλέσει αντίστοιχα αντίποινα.
Αυτό εξηγεί γιατί αρκετές ευρωπαϊκές κυβερνήσεις εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικές απέναντι σε προτάσεις για πιο επιθετική εμπορική πολιτική.
Οι υποστηρικτές της σκληρότερης γραμμής θεωρούν ότι η Ευρώπη διαθέτει ήδη επαρκή εργαλεία, όπως ο μηχανισμός κατά του οικονομικού εξαναγκασμού, ο οποίος επιτρέπει την επιβολή δασμολογικών και άλλων περιοριστικών μέτρων απέναντι σε χώρες που χρησιμοποιούν το εμπόριο ως μέσο πολιτικής πίεσης.
Ωστόσο, ο μηχανισμός αυτός παραμένει ανενεργός, όχι επειδή παρουσιάζει θεσμικές αδυναμίες, αλλά επειδή τα κράτη-μέλη δεν έχουν καταλήξει στην απαραίτητη πολιτική συναίνεση για την ενεργοποίησή του.
Η εμπειρία των πρόσφατων διαπραγματεύσεων με ΕΕ-ΗΠΑ
Η εμπειρία των πρόσφατων διαπραγματεύσεων με τις Ηνωμένες Πολιτείες ενίσχυσε ακόμη περισσότερο αυτήν τη λογική. Αρκετοί Ευρωπαίοι αξιωματούχοι εκτιμούν ότι η Ένωση προτίμησε έναν επώδυνο συμβιβασμό στις εμπορικές συνομιλίες με την κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ, προκειμένου να αποφύγει μια ευρύτερη σύγκρουση, γεγονός που ενισχύει τις αμφιβολίες κατά πόσο θα επιλέξει πιο αποφασιστική στάση απέναντι στην Κίνα.
Παρά τις δυσκολίες, οι Βρυξέλλες δεν εγκαταλείπουν την προσπάθεια. Ο επίτροπος Εμπορίου, Μάρος Σέφτσοβιτς, συνεχίζει τον διάλογο με το Πεκίνο, επιδιώκοντας συμφωνίες για τις εξαγωγές, τις επενδύσεις και τη λειτουργία κοινών μηχανισμών παρακολούθησης των εμπορικών ροών.
Την ίδια στιγμή, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή επεξεργάζεται νέα σχέδια διαφοροποίησης των αλυσίδων εφοδιασμού, αναζητώντας εναλλακτικές πηγές προμήθειας κρίσιμων πρώτων υλών στην Αφρική, τη Λατινική Αμερική, την Αυστραλία και τον Καναδά.
Η φιλοδοξία είναι να επαναληφθεί, σε βάθος χρόνου, η επιτυχία της απεξάρτησης από τη ρωσική ενέργεια μετά την εισβολή στην Ουκρανία. Ωστόσο, οι περισσότεροι αναλυτές αναγνωρίζουν ότι η μείωση της εξάρτησης από την Κίνα θα είναι πολύ πιο δύσκολη, καθώς αφορά σχεδόν το σύνολο της βιομηχανικής αλυσίδας αξίας.
Η σύγκρουση ΕΕ με ΗΠΑ και οι Big Tech ανοίγουν νέο κύκλο εντάσεων
Ενώ η Ευρωπαϊκή Ένωση προσπαθεί να επαναπροσδιορίσει τις οικονομικές της σχέσεις με την Κίνα, βρίσκεται ταυτόχρονα αντιμέτωπη με ένα δεύτερο, εξίσου κρίσιμο μέτωπο: την αντιπαράθεση με τις μεγάλες αμερικανικές εταιρείες τεχνολογίας και τις διαφωνίες με την κυβέρνηση των ΗΠΑ για το ευρωπαϊκό ρυθμιστικό πλαίσιο.
Τα τελευταία χρόνια οι Βρυξέλλες έχουν επενδύσει σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο στη δημιουργία ενός αυστηρού πλαισίου εποπτείας των ψηφιακών αγορών, επιδιώκοντας να περιορίσουν την ισχύ των Big Tech και να διασφαλίσουν συνθήκες θεμιτού ανταγωνισμού. Ο Κανονισμός για τις Ψηφιακές Αγορές (Digital Markets Act) και ο Κανονισμός για τις Ψηφιακές Υπηρεσίες (Digital Services Act) αποτελούν τους δύο βασικούς πυλώνες αυτής της στρατηγικής, δίνοντας στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή ευρείες εξουσίες να επιβάλλει κυρώσεις και να απαιτεί αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των μεγαλύτερων ψηφιακών πλατφορμών.
Η πρόσφατη απόφαση του ανώτατου δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης να επικυρώσει το πρόστιμο ύψους 4,1 δισ. ευρώ κατά της Google για κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης μέσω του Android ενίσχυσε περαιτέρω τη θέση των Βρυξελλών. Παράλληλα, η Επιτροπή συνεχίζει τις έρευνες για τη συμμόρφωση της Google, της Apple, της Meta και άλλων τεχνολογικών ομίλων με τους νέους κανόνες, ενώ ζητεί από την Google να άρει τεχνικά εμπόδια που περιορίζουν τον ανταγωνισμό στις εφαρμογές Τεχνητής Νοημοσύνης και στις μηχανές αναζήτησης.

Ντόναλν Τραμπ και Ουρσουλα φον ντερ Λάιεν στη σύνοδο G7 © twitter.com/vonderleyen
Οι εξελίξεις αυτές προκαλούν έντονες αντιδράσεις στην Ουάσιγκτον. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ντόναλντ Τραμπ, έχει επανειλημμένα υποστηρίξει ότι οι ευρωπαϊκοί κανονισμοί στοχεύουν δυσανάλογα αμερικανικές εταιρείες, χαρακτηρίζοντάς τους εμπόδιο στην καινοτομία και στο διατλαντικό εμπόριο. Η αμερικανική πλευρά θεωρεί ότι οι Βρυξέλλες χρησιμοποιούν την κανονιστική τους ισχύ ως εργαλείο οικονομικής πολιτικής, επιβάλλοντας πρόσθετο κόστος συμμόρφωσης σε επιχειρήσεις που κυριαρχούν στην παγκόσμια ψηφιακή οικονομία.
Για την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, όμως, το ζήτημα είναι βαθύτερο. Οι Βρυξέλλες επιδιώκουν να αποκτήσουν μεγαλύτερη «ψηφιακή κυριαρχία», μειώνοντας την εξάρτηση από εξωευρωπαϊκές πλατφόρμες και δημιουργώντας ένα περιβάλλον στο οποίο οι ευρωπαϊκές επιχειρήσεις θα μπορούν να ανταγωνίζονται με ίσους όρους. Η συζήτηση αυτή αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία με την ταχεία εξάπλωση της Τεχνητής Νοημοσύνης, καθώς η Ευρώπη επιδιώκει να μη βρεθεί ξανά σε θέση τεχνολογικής εξάρτησης, όπως συνέβη σε προηγούμενες ψηφιακές επαναστάσεις.
Παρά τις πολιτικές εντάσεις, και οι δύο πλευρές γνωρίζουν ότι μια γενικευμένη εμπορική σύγκρουση θα είχε σημαντικό κόστος. Η Ευρωπαϊκή Ένωση και οι Ηνωμένες Πολιτείες εξακολουθούν να αποτελούν τους μεγαλύτερους εμπορικούς και επενδυτικούς εταίρους παγκοσμίως, γεγονός που επιβάλλει την αναζήτηση ισορροπιών, ακόμη και όταν οι διαφωνίες είναι έντονες.
Ευρωπαϊκή Ένωση: Ο νέος επταετής προϋπολογισμός φέρνει βαθιές πολιτικές συγκρούσεις
Το τρίτο και ίσως δυσκολότερο μέτωπο αφορά το εσωτερικό της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Οι διαπραγματεύσεις για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο (2028-2034) εξελίσσονται σε μία από τις πιο απαιτητικές θεσμικές διαδικασίες των τελευταίων ετών, καθώς οι κυβερνήσεις καλούνται να συμφωνήσουν όχι μόνο στο ύψος των δαπανών, αλλά και στις στρατηγικές προτεραιότητες της επόμενης δεκαετίας.
Η πρόκληση είναι ιδιαίτερα σύνθετη. Από τη μία πλευρά, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ζητεί σημαντικά αυξημένους πόρους για την άμυνα, την ανταγωνιστικότητα, την τεχνολογική καινοτομία, την ενεργειακή μετάβαση και τη στήριξη της Ουκρανίας. Από την άλλη, αρκετά κράτη-μέλη επιμένουν ότι ο ευρωπαϊκός προϋπολογισμός δεν μπορεί να διογκωθεί περαιτέρω, επικαλούμενα τις πιέσεις που δέχονται ήδη τα εθνικά δημόσια οικονομικά.
Οι παραδοσιακές γραμμές αντιπαράθεσης παραμένουν ισχυρές. Οι χώρες που είναι καθαροί συνεισφορείς στον προϋπολογισμό ζητούν μεγαλύτερη δημοσιονομική πειθαρχία και αυστηρότερο έλεγχο των δαπανών. Αντίθετα, τα κράτη που επωφελούνται περισσότερο από τα ευρωπαϊκά κονδύλια θεωρούν ότι η Ένωση δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις νέες γεωπολιτικές και οικονομικές προκλήσεις χωρίς σημαντική ενίσχυση των κοινών πόρων.
Παράλληλα, η συζήτηση αποκτά έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά, καθώς τίθεται υπό αμφισβήτηση το μέλλον της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής και της Πολιτικής Συνοχής, δύο πυλώνων που επί δεκαετίες απορροφούν μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού προϋπολογισμού. Αρκετές κυβερνήσεις αντιδρούν στην ιδέα ανακατανομής πόρων προς νέους τομείς, φοβούμενες ότι οι εθνικές οικονομίες τους θα βρεθούν αντιμέτωπες με σημαντικές απώλειες χρηματοδότησης.
Η Επιτροπή υποστηρίζει ότι το διεθνές περιβάλλον έχει αλλάξει ριζικά. Η αυξανόμενη γεωπολιτική αντιπαράθεση, ο εντεινόμενος ανταγωνισμός με τις Ηνωμένες Πολιτείες και την Κίνα, η ανάγκη ενίσχυσης της ευρωπαϊκής αμυντικής βιομηχανίας και η τεχνολογική μετάβαση απαιτούν, σύμφωνα με τις Βρυξέλλες, έναν προϋπολογισμό περισσότερο ευέλικτο και προσανατολισμένο στις νέες στρατηγικές προτεραιότητες.
Ωστόσο, η επίτευξη συμφωνίας μόνο εύκολη δεν θα είναι. Η ομοφωνία που απαιτείται για την έγκριση του νέου δημοσιονομικού πλαισίου σημαίνει ότι ακόμη και λίγα κράτη-μέλη μπορούν να καθυστερήσουν ή να ανατρέψουν τον σχεδιασμό της Επιτροπής.

Ο πρόεδρος του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου, Αντόνιο Κόστα, και η επικεφαλής της Κομισιόν, Ούρσουλα φον ντερ Λάιεν © EPA/OLIVIER HOSLET
Το μεγάλο στοίχημα της ΕΕ σε έναν κόσμο αυξανόμενου ανταγωνισμού
Τα τρία αυτά μέτωπα -η αναθεώρηση της σχέσης με την Κίνα, οι εμπορικές και κανονιστικές διαφωνίες με τις Ηνωμένες Πολιτείες και η δύσκολη διαπραγμάτευση για τον νέο 7ετή προϋπολογισμό- αποτυπώνουν τη νέα πραγματικότητα που αντιμετωπίζει η Ευρωπαϊκή Ένωση.
Σε αντίθεση με προηγούμενες δεκαετίες, όταν η οικονομική ολοκλήρωση αποτελούσε σχεδόν αυτονόητη διαδικασία, η Ευρώπη καλείται πλέον να λειτουργήσει σε ένα περιβάλλον έντονου γεωοικονομικού ανταγωνισμού, όπου το εμπόριο, η τεχνολογία, οι πρώτες ύλες και οι δημόσιες επενδύσεις μετατρέπονται σε εργαλεία ισχύος.
Το μεγάλο ζητούμενο δεν είναι μόνο η προστασία της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας. Είναι και η ικανότητα της Ένωσης να διατηρήσει την ενότητά της απέναντι σε εξωτερικές πιέσεις, τη στιγμή που οι εσωτερικές διαφωνίες για τη χρηματοδότηση, τη βιομηχανική πολιτική και τις στρατηγικές προτεραιότητες γίνονται ολοένα πιο έντονες.
Οι αποφάσεις που θα ληφθούν τους επόμενους μήνες θα επηρεάσουν όχι μόνο τις οικονομικές επιδόσεις της Ευρώπης, αλλά και τη θέση της στο παγκόσμιο γεωπολιτικό σύστημα.
Σε μια περίοδο όπου οι μεγάλες δυνάμεις χρησιμοποιούν ολοένα περισσότερο το εμπόριο, την τεχνολογία και τις επενδύσεις ως μέσα άσκησης επιρροής, η Ευρωπαϊκή Ένωση βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη δοκιμασία: να αποδείξει ότι μπορεί να παραμείνει μια ενιαία οικονομική δύναμη με στρατηγική αυτονομία, χωρίς να υπονομεύσει την εσωτερική της συνοχή και τη δυναμική της ενιαίας αγοράς.
