Μουντιάλ: Γιατί ο αποκλεισμός της Βραζιλίας και της Γερμανίας δεν αποτελεί πλέον είδηση

Πάνε οι εποχές που το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο ήταν συνώνυμο της ποδοσφαιρικής μαγείας και της φαντασίας στο παιχνίδι

Ο πρώην Βραζιλιάνος ποδοσφαιριστής Ρομπέρτο Κάρλος κρατά το αυθεντικό τρόπαιο του Παγκοσμίου Κυπέλλου σε εκδήλωση στην Πόλη του Μεξικού, με φόντο την Coca-Cola βασικό χορηγό της διοργάνωσης © EPA/Mario Guzman

Στις 7 Ιουλίου 2014 όλη η Βραζιλία θρηνούσε. Η φημισμένη εθνική ομάδα ποδοσφαίρου συντριβόταν στο Μουντιάλ από την Γερμανία με το εξωπραγματικό σκορ 7-1 και αποκλειόταν από τους τελικούς. Έκτοτε, μια κατάρα ακολουθεί την ομάδα που είχε για αστέρια της τον Πελέ, τον Ζίκο, τον Ρονάλντο και τον Ροναλντίνιο. Στερημένη από τίτλους έφτασε με φιλοδοξίες στο φετινό Μουντιάλ στις ΗΠΑ, για να αποκλειστεί άδοξα από την λιλιπούτεια Νορβηγία.

Αλλά και η εθνική ομάδα της Γερμανίας λες και κατέβασε διακόπτες από τότε. Επαναπαύτηκε στις δάφνες της; Ποιος ξέρει…Από αποκλεισμό σε αποκλεισμό, από τη μια απογοήτευση στην άλλη, έπαψε να είναι ο φόβος και τρόμος των αντιπάλων. Ακόμα και το γνωστό «στο τέλος κερδίζουν οι Γερμανοί» έσβησε από τον χάρτη… Νωρίς νωρίς φέτος και η παραπαίουσα Mannschaft αποκλείστηκε στο γύρο των 32 από την Παραγουάη.

Πάνε οι εποχές που το βραζιλιάνικο ποδόσφαιρο ήταν συνώνυμο της ποδοσφαιρικής μαγείας, της φαντασίας στο παιχνίδι, της απρόβλεπτης δημιουργικότητας στο τερέν. Όσο για την Γερμανία, σβήνει με την πάροδο του χρόνου το περίφημο θαύμα της Βέρνης, όταν το 1954 η ομάδα της Δυτικής Γερμανίας, βγαλμένη από τις στάχτες του πολέμου, πήρε το Μουντιάλ ενάντια σε όλα τα προγνωστικά, αφήνοντας κληρονομιά μια νοοτροπία μαχητικότητας μέχρι το τελευταίο λεπτό, δυναμισμού στο παιχνίδι, ομαδικότητας με ταλαντούχους παίκτες.

Όλα αυτά αποτελούν παρελθόν. Το Μουντιάλ εξελίσσεται χωρίς τα δύο αυτά μεγάλα ονόματα. Αν ρωτηθεί κάποιος ποιοι παίκτες ξεχώρισαν φέτος στις εθνικές ομάδες των δύο χωρών, δύσκολα να βρει όνομα. Απρόσωπες ομάδες, χωρίς φαντασία και νεύρο. Ο αποκλεισμός τους ήταν ένα ακόμη δείγμα της παρατεταμένης κρίσης τους αλλά και ένα οριστικό τέλος εποχής.

Τι έφταιξε όμως γι’ αυτήν την κατάπτωση; Η συζήτηση έχει ανάψει για τα καλά. Ένας βασικός λόγος είναι η παγκοσμιοποίηση και, κυρίως, η ομογενοποίηση της ποδοσφαιρικής μηχανής. Υπάρχουν οι περιβόητες ποδοσφαιρικές σχολές, που έχουν αναχθεί σε δόγμα, με τους προπονητές να τους εφαρμόζουν τυφλά. Εδώ και αρκετό καιρό το ποδόσφαιρο εξελίσσεται με βάση ταξινομημένα συστήματα, ψηφιακές αναλύσεις και αλγορίθμους, μετατροπή των ομάδων σε πειθαρχημένα σύνολα, που δεν αφήνουν πολλά περιθώρια για… αυτοσχεδιασμούς και «παρεκτροπές». Το βλέπουμε και σε αυτό το Μουντιάλ. Μερικές φορές ο ένας αγώνας μοιάζει να είναι πιστό αντίγραφο του άλλου. Ατελείωτες πάσες εδώ και εκεί, μπρος-πίσω που κουράζουν, σφιχτές άμυνες- οι γραμμές των αμυντικών για να εξουδετερώσουν τους επιθετικούς της αντίπαλης ομάδας έχουν τελειοποιηθεί-συγκεκριμένοι ρόλοι στους παίκτες, που δεν επιτρέπεται να τους απεκδυθούν. Στο σκληρό αυτό πλαίσιο παιχνιδού οι παρεκκλίσεις ή ακόμα χειρότερα, τα λάθη, δεν συγχωρούνται.

Η αλήθεια είναι πως η τεχνολογική στήριξη των ομάδων, η μετάδοση τεχνογνωσίας βοηθάει σύνολα από μικρότερες χώρες-όπως η Νορβηγία ή το Μαρόκο-να βγουν από την ποδοσφαιρική αφάνεια. Έτσι διακρίθηκαν ομάδες όπως αυτή του Πράσινου Ακρωτηρίου. Και αν δεν υπήρχε η ιστορική ανατροπή της Αργεντινής την περασμένη Τρίτη, θα λέγαμε πως και η Αίγυπτος ξεχώρισε με την ποιότητα του παιχνιδιού της. Ωστόσο, ο κανόνας είναι άλλος. Μιλώντας ειδικά για τις δύο μεγάλες ομάδες που είναι πλέον εκτός των τελικών, είναι τα «συστήματα» με βάση τις επαγγελματικές προδιαγραφές- τα χρήματα είναι πολλά…-που, στην Βραζιλία για παράδειγμα, ευνουχίζουν τα ταλέντα και τις ποδοσφαιρικές ιδιοφυίες. Δεν είναι τυχαίο ότι σχεδόν όλοι οι Βραζιλιάνοι παίχτες, παίζουν στα ευρωπαϊκά πρωταθλήματα, εκεί που ο ποδοσφαιρικός σχεδιασμός έχει αναχθεί σε υπέρτατη επιστήμη, κατατροπώνοντας τάσεις αυτοσχεδιασμού. Εκεί δηλαδή που οι Βραζιλιάνοι άσοι από μικροί διαπρέπουν στις φαβέλες και στο ελεύθερο παιχνίδι. Τώρα πλέον τα μεγάλα ταλέντα φεύγουν νωρίς για την Αγγλία ή σε άλλες χώρες και υποτάσσονται στους σχεδιασμούς των συλλόγων.

Αλλά και οι Γερμανοί ποδοσφαιριστές υποκύπτουν στην σκοπιμότητα του παιχνιδιού και τους προκαθορισμένους κανόνες, στερώντας τους το στοιχείο της επιθετικότητας και μαχητικότητας που τους διέκρινε και πνίγοντας τα προσόντα των ταλέντων που αναδεικνύονται, για να μπουν στα «κουτάκια». Οι ομάδες-εθνικές αλλά και μεγάλες δυνάμεις στα εθνικά πρωταθλήματα-αλλάζουν προπονητές σαν τα πουκάμισα, σε μια προσπάθεια διαχείρισης της μετριότητας. Ας μην ξεχνάμε ότι στο γερμανικό πρωτάθλημα-και όχι μόνο- οι ελεύθερες μεταγραφές από άλλες χώρες περιορίζουν το χώρο ανάδειξης εγχώριων ταλέντων.

Έτσι, έχουμε φτάσει στο φετινό Μουντιάλ να θαυμάζουμε είτε αστέρες που φτάνουν στο τέλος της καριέρας τους-όπως ο Μέσι ή ο Ρονάλντο- είτε ποδοσφαιριστών από μικρότερες χώρες, όπως ο «βίκινγκ» Χάαλαντ της Νορβηγίας. Ένας Γιαμάλ, δεν φέρνει την άνοιξη…
Ο Ουρουγουανός συγγραφέας Εντουάρντο Γκαλεάνο έχει, κατά πολλούς, γράψει το καλύτερο βιβλίο για το ποδόσφαιρο. «Η ιστορία του ποδοσφαίρου είναι ένα θλιμμένο ταξίδι από την ομορφιά στο καθήκον»! έγραφε. Ή ότι «το γκολ είναι ο οργασμός του ποδοσφαίρου. Και όπως οι οργασμοί, έχει γίνει όλο και πιο σπάνιο στη σύγχρονη ζωή»! Έχει άδικο;