Starlink: Τι κρύβεται πίσω από τις πτώσεις δορυφόρων στην ατμόσφαιρα

Η ανάπτυξη δικτύων Starlink στη χαμηλή τροχιά εντείνει τους περιβαλλοντικούς κινδύνους από την καταστροφή δορυφόρων κατά την επανείσοδό τους

Δορυφόρος © Magnific

Ο χώρος γύρω από τη Γη γίνεται ολοένα και πιο πολυσύχναστος, καθώς εταιρείες και κυβερνήσεις επιταχύνουν την ανάπτυξη μεγάλων δορυφορικών δικτύων στη χαμηλή γήινη τροχιά. Η αρχή έγινε το 2019 με τις πρώτες εκτοξεύσεις του Starlink της SpaceX, ενώ πλέον στην ίδια αγορά εισέρχονται νέοι ισχυροί παίκτες.

Η Amazon αναπτύσσει το δικό της δίκτυο, ενώ η Blue Origin του Τζεφ Μπέζος σχεδιάζει να δραστηριοποιηθεί μέσω του TeraWave. Παράλληλα, η Κίνα προχωρά στην ανάπτυξη των δικών της μεγάλων δορυφορικών σχηματισμών, Guowang και Qianfan, σύμφωνα με το SlashGear.

Στις αρχές του 2026, περισσότεροι από 14.000 ενεργοί δορυφόροι βρίσκονταν σε τροχιά γύρω από τη Γη, σύμφωνα με στοιχεία του Πανεπιστημίου Χάρβαρντ. Ο αριθμός αυτός αναμένεται να αυξηθεί σημαντικά τα επόμενα χρόνια. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι η σχετική αγορά μπορεί να φτάσει σε αξία τα 108 δισ. δολάρια έως το 2035, με περισσότερους από 70.000 δορυφόρους σε λειτουργία. Άλλες προβλέψεις ανεβάζουν τον πιθανό αριθμό ακόμη και πάνω από τις 100.000.

Η εκρηκτική αυτή ανάπτυξη, ωστόσο, προκαλεί ερωτήματα σχετικά με τις επιπτώσεις στην ατμόσφαιρα, στο κλίμα και στο στρώμα του όζοντος. Οι επιστήμονες προειδοποιούν ότι η καταστροφή των δορυφόρων κατά την επανείσοδό τους μπορεί να δημιουργήσει μια νέα και ελάχιστα μελετημένη μορφή ρύπανσης.

Τι συμβαίνει όταν ένας δορυφόρος ολοκληρώνει τη λειτουργία του

Οι δορυφόροι χαμηλής γήινης τροχιάς έχουν περιορισμένο χρόνο ζωής. Συνήθως παραμένουν σε λειτουργία για επτά έως δέκα χρόνια, αν και οι δορυφόροι Starlink έχουν σχεδιαστεί ώστε να αποσύρονται περίπου μετά από πέντε χρόνια. Οι αντίστοιχοι δορυφόροι της Amazon προβλέπεται να φτάνουν στο τέλος της λειτουργίας τους έπειτα από επτά χρόνια.

Όταν ένας δορυφόρος αποσύρεται, χρησιμοποιεί το σύστημα πρόωσής του για να εγκαταλείψει την τροχιά του και να εισέλθει στην ατμόσφαιρα. Ο βασικός σχεδιασμός προβλέπει ότι θα καεί σχεδόν ολοκληρωτικά κατά την επανείσοδο. Σε περίπτωση που επιβιώσουν μεγαλύτερα τμήματα, η πορεία του προγραμματίζεται ώστε τα συντρίμμια να καταλήξουν σε απομακρυσμένες θαλάσσιες περιοχές.

Στην πράξη, όμως, η πλήρης καταστροφή δεν είναι πάντοτε εγγυημένη. Το 2025, τμήμα δορυφόρου Starlink φέρεται να έπεσε σε αγροτική έκταση στον Καναδά, ενισχύοντας τις ανησυχίες ότι ορισμένα εξαρτήματα μπορούν να φτάσουν μέχρι την επιφάνεια της Γης.

Παράλληλα, τα διαστημικά συντρίμμια ενδέχεται να παραμείνουν σε τροχιά και να συγκρουστούν με άλλους δορυφόρους. Μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει το αποκαλούμενο «φαινόμενο Κέσλερ»: μια αλυσιδωτή σειρά συγκρούσεων, κατά την οποία κάθε συμβάν δημιουργεί νέα συντρίμμια και αυξάνει την πιθανότητα επόμενων προσκρούσεων.

Η SpaceX έχει ήδη αναγκαστεί να αλλάξει το ύψος τροχιάς χιλιάδων δορυφόρων του Starlink, προκειμένου να αποφύγει πιθανές συγκρούσεις με κινεζικούς δορυφόρους.

Μέταλλα στη στρατόσφαιρα και κίνδυνος για το όζον

Ο μεγαλύτερος προβληματισμός των επιστημόνων δεν αφορά μόνο τα συντρίμμια που ενδέχεται να φτάσουν στο έδαφος, αλλά και τις ουσίες που απελευθερώνονται όταν ένας δορυφόρος καίγεται στην ατμόσφαιρα.

Κατά την επανείσοδο παράγεται ένα μείγμα μεταλλικών σωματιδίων, το οποίο μπορεί να περιλαμβάνει αλουμίνιο, χαλκό, λίθιο και μόλυβδο. Τα στοιχεία αυτά δημιουργούν μεταλλικά αερολύματα, τα οποία συγκεντρώνονται στη στρατόσφαιρα, όπου βρίσκεται και το προστατευτικό στρώμα του όζοντος.

Οι πρώτες επιστημονικές μελέτες δείχνουν ότι τα μεταλλικά σωματίδια ενδέχεται να επιταχύνουν χημικές διεργασίες που συμβάλλουν στην εξασθένηση του όζοντος. Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες δεν έχουν ακόμη αποσαφηνιστεί, καθώς πρόκειται για μια νέα μορφή ρύπανσης, η οποία δεν υπήρχε σε αντίστοιχη κλίμακα στο παρελθόν.

Πρώιμες εκτιμήσεις αναφέρουν ότι έως το 2033 θα μπορούσαν να προστίθενται στην ατμόσφαιρα περίπου 3.500 τόνοι μεταλλικών αερολυμάτων κάθε χρόνο, καθώς όλο και περισσότεροι δορυφόροι θα ολοκληρώνουν τη διάρκεια ζωής τους.

Εκατοντάδες δορυφόροι του Starlink αποσύρονται

Το μέγεθος του προβλήματος αποτυπώνεται στα στοιχεία που κατέθεσε η Starlink στην Ομοσπονδιακή Επιτροπή Επικοινωνιών των ΗΠΑ. Από τον Δεκέμβριο του 2025 έως τον Μάιο του 2026, η εταιρεία απομάκρυνε από την τροχιά 260 δορυφόρους.

Κατά το ίδιο χρονικό διάστημα τέθηκαν εκτός λειτουργίας ακόμη 349 δορυφόροι, οι οποίοι αναμένεται να εισέλθουν στην ατμόσφαιρα τους επόμενους μήνες. Καθώς ο αριθμός των δορυφόρων αυξάνεται, οι επανείσοδοι είναι πιθανό να γίνουν συχνότερες, δημιουργώντας ανάγκη για αυστηρότερη περιβαλλοντική παρακολούθηση.

Παρά τις ανησυχίες, η αμερικανική νομοθεσία αντιμετωπίζει εδώ και δεκαετίες τις δορυφορικές δραστηριότητες ως κατηγορία που εξαιρείται σε μεγάλο βαθμό από τις απαιτήσεις του Εθνικού Νόμου Περιβαλλοντικής Πολιτικής, γνωστού ως NEPA. Η σχετική απόφαση της FCC ελήφθη το 1986, πολύ πριν από την εμφάνιση των σημερινών μεγάλων δορυφορικών δικτύων.

Το αμερικανικό Γραφείο Κυβερνητικής Λογοδοσίας έχει ζητήσει από την FCC να επανεξετάσει αυτή την εξαίρεση. Αντίστοιχη θέση έχουν εκφράσει επιστημονικοί και περιβαλλοντικοί φορείς, όπως η American Astronomical Society και η DarkSky International.

Η αναζήτηση βιώσιμων λύσεων

Με την εμπορική διαστημική αγορά να περνά σε μια νέα περίοδο μαζικής ανάπτυξης, οι ειδικοί θεωρούν αναγκαία την υιοθέτηση περισσότερο βιώσιμων πρακτικών. Μία από τις προτάσεις είναι η δημιουργία οικονομικών κινήτρων ώστε οι εταιρείες να ανακτούν τους δορυφόρους αντί να τους καταστρέφουν στην ατμόσφαιρα, αναφέρει το δημοσίευμα.

Η ανάκτηση θα επέτρεπε την ανακύκλωση των υλικών ή την επαναχρησιμοποίηση επιμέρους εξαρτημάτων. Εξετάζονται επίσης τεχνολογίες ανεφοδιασμού σε τροχιά, οι οποίες θα μπορούσαν να παρατείνουν τη διάρκεια ζωής των δορυφόρων, καθώς και εναλλακτικά καύσιμα και κατασκευαστικά υλικά που θα περιόριζαν τη ρύπανση κατά την επανείσοδο.

Οι επιστημονικές απαντήσεις για τις συνολικές επιπτώσεις βρίσκονται ακόμη σε πρώιμο στάδιο. Ωστόσο, καθώς δεκάδες χιλιάδες νέοι δορυφόροι προγραμματίζεται να εκτοξευθούν μέσα στην επόμενη δεκαετία, η περιβαλλοντική διάσταση της νέας διαστημικής κούρσας δύσκολα μπορεί πλέον να αγνοηθεί.