Κομισιόν: Εξετάζει αλλαγές στον φόρο για τις μεγάλες επιχειρήσεις ώστε να ξεμπλοκάρει ο προϋπολογισμός της ΕΕ

Μεταξύ των αλλαγών που βρίσκονται στο τραπέζι είναι η εξαίρεση επιχειρήσεων με χαμηλή ή μειούμενη κερδοφορία, καθώς και η αύξηση του ορίου υπαγωγής

Η πρόεδρος της Κομισιόν Ούρσουλα Φον ντερ Λάιεν © EPA/OLIVIER HOSLET

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή εξετάζει σημαντικές τροποποιήσεις στον προτεινόμενο νέο φόρο για τις μεγάλες επιχειρήσεις, σε μια προσπάθεια να ξεπεράσει τις αντιδράσεις των κρατών-μελών και να διευκολύνει την επίτευξη συμφωνίας για τον επόμενο επταετή προϋπολογισμό της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Σύμφωνα με πληροφορίες από Ευρωπαίους αξιωματούχους που συμμετέχουν στις διαπραγματεύσεις, η Κομισιόν εξετάζει το ενδεχόμενο να περιορίσει τον αριθμό των επιχειρήσεων που θα υπάγονται στη νέα εισφορά, καθώς το μέτρο έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις τόσο από κυβερνήσεις όσο και από επιχειρηματικούς φορείς.

Eξαίρεση επιχειρήσεων με χαμηλή κερδοφορία

Μεταξύ των αλλαγών που βρίσκονται στο τραπέζι είναι η εξαίρεση επιχειρήσεων με χαμηλή ή μειούμενη κερδοφορία, καθώς και η αύξηση του ορίου υπαγωγής, ώστε να εξαιρεθούν περισσότερες μικρομεσαίες επιχειρήσεις.

Ωστόσο, αρκετοί διπλωμάτες και αξιωματούχοι εκτιμούν ότι τέτοιες παρεμβάσεις δύσκολα θα αλλάξουν το κλίμα. Ευρωπαίος διπλωμάτης, ο οποίος γνωρίζει τις θέσεις του Γερμανού καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς, σχολίασε χαρακτηριστικά ότι περισσότερες εξαιρέσεις θα μειώσουν τα αναμενόμενα έσοδα, χωρίς να αντιμετωπίσουν τις βασικές αδυναμίες της πρότασης.

Το ζήτημα των νέων ευρωπαϊκών φόρων, γνωστών ως «ίδιοι πόροι» της ΕΕ, εξελίσσεται σε ένα από τα δυσκολότερα κεφάλαια των διαπραγματεύσεων για το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο της περιόδου 2028-2034.

Πέντε νέες πηγές εσόδων

Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή είχε παρουσιάσει πέρυσι πέντε νέες πηγές εσόδων, με στόχο να χρηματοδοτηθούν οι αυξημένες δαπάνες για την άμυνα, την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και την αποπληρωμή του κοινού χρέους που δημιουργήθηκε κατά την περίοδο της πανδημίας, περιορίζοντας παράλληλα την ανάγκη αύξησης των εθνικών συνεισφορών των κρατών-μελών.

Στο επίκεντρο της αντιπαράθεσης βρίσκεται ο λεγόμενος Corporate Resource for Europe (CORE). Η πρόταση προβλέπει την επιβολή εισφοράς ύψους 0,1% στις επιχειρήσεις που δραστηριοποιούνται στην Ευρωπαϊκή Ένωση και εμφανίζουν ετήσιο καθαρό κύκλο εργασιών άνω των 100 εκατ. ευρώ.

Η συγκεκριμένη πρόταση έχει δεχθεί τις ισχυρότερες επικρίσεις από επιχειρηματικές οργανώσεις, το Ευρωπαϊκό Λαϊκό Κόμμα, αλλά και αρκετές κυβερνήσεις, οι οποίες θα πρέπει να εγκρίνουν ομόφωνα οποιονδήποτε νέο ευρωπαϊκό φόρο.

Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι ο CORE έρχεται σε αντίθεση με τον διακηρυγμένο στόχο της Ευρωπαϊκής Ένωσης για ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, επιβαρύνοντας επιχειρήσεις που ήδη αντιμετωπίζουν αυξημένο ενεργειακό κόστος και έντονο διεθνή ανταγωνισμό.

Στρεβλώσεις από τη φορολόγηση με βάση το τζίρο

Παράλληλα, επισημαίνεται ότι η φορολόγηση με βάση τον κύκλο εργασιών και όχι τα καθαρά κέρδη δημιουργεί στρεβλώσεις, καθώς επιχειρήσεις με διαφορετικά περιθώρια κερδοφορίας θα επιβαρύνονται με τον ίδιο τρόπο.

Σύμφωνα με το ισχύον σχέδιο, όσο μεγαλύτερος είναι ο κύκλος εργασιών μιας επιχείρησης τόσο υψηλότερη είναι η ετήσια εισφορά, ενώ όλες οι εταιρείες με κύκλο εργασιών άνω των 750 εκατ. ευρώ θα καταβάλλουν το ίδιο σταθερό ποσό.

Στο πλαίσιο των αλλαγών που εξετάζονται, η Επιτροπή φέρεται να μελετά την εξαίρεση επιχειρήσεων με μειωμένη κερδοφορία, εξέλιξη που θα μπορούσε να ωφελήσει μεταξύ άλλων μεγάλους γερμανικούς ομίλους της αυτοκινητοβιομηχανίας, οι οποίοι αντιμετωπίζουν σημαντικές πιέσεις τα τελευταία χρόνια.

Ένα ακόμη ζήτημα αφορά τις επιχειρήσεις εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης που δραστηριοποιούνται στην ευρωπαϊκή αγορά. Η Κομισιόν εξετάζει προσεκτικά τις νομικές επιπτώσεις, καθώς ενδεχόμενη διαφορετική φορολογική μεταχείριση ξένων επιχειρήσεων θα μπορούσε να θεωρηθεί ασύμβατη με τους κανόνες του διεθνούς εμπορίου.

Ο νέος προϋπολογισμός

Παράλληλα με τις συζητήσεις για τον CORE, η ιρλανδική προεδρία του Συμβουλίου της ΕΕ, η οποία συντονίζει τις διαπραγματεύσεις για τον νέο προϋπολογισμό, ετοιμάζει νέο πακέτο προτάσεων για τους ίδιους πόρους ενόψει της Συνόδου Κορυφής του Οκτωβρίου.

Εκτός από τον φόρο στις μεγάλες επιχειρήσεις, η Επιτροπή έχει προτείνει νέο τέλος στις εισαγωγές προϊόντων υψηλών εκπομπών άνθρακα μέσω του μηχανισμού συνοριακής προσαρμογής άνθρακα (CBAM), φόρους στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα, στα ηλεκτρονικά απόβλητα που δεν ανακυκλώνονται και στα έσοδα από τα προϊόντα καπνού.

Από τις προτάσεις αυτές, ο μηχανισμός CBAM και η εισφορά για τα ηλεκτρονικά απόβλητα συγκεντρώνουν σχετικά ευρεία υποστήριξη μεταξύ των κρατών-μελών, ενώ οι υπόλοιπες αντιμετωπίζουν σημαντικές αντιδράσεις.

Επιβολή νέων φόρων στις διαδικτυακές εταιρείες τυχερών παιχνιδιών

Προκειμένου να διευρυνθούν οι επιλογές χρηματοδότησης, το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο πρότεινε την άνοιξη την επιβολή νέων φόρων στις διαδικτυακές εταιρείες τυχερών παιχνιδιών, στις επιχειρήσεις κρυπτονομισμάτων και στις μεγάλες ψηφιακές πλατφόρμες, προτάσεις που έχουν ήδη βρει υποστηρικτές σε ορισμένες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις.

Την προηγούμενη εβδομάδα, η μόνιμη αντιπρόσωπος της Ιρλανδίας στην ΕΕ, Aingeal O’Donoghue, πραγματοποίησε σειρά επαφών με τους ομολόγους της προκειμένου να διαπιστωθεί ποιοι από τους συνολικά οκτώ προτεινόμενους φόρους συγκεντρώνουν τις περισσότερες πιθανότητες έγκρισης.

Τα αποτελέσματα αυτών των διαβουλεύσεων αναμένεται να επηρεάσουν και τις τελικές αλλαγές που θα προτείνει η Ευρωπαϊκή Επιτροπή στον CORE.

Το φθινόπωρο, η Κομισιόν αναμένεται επίσης να επικαιροποιήσει τις εκτιμήσεις για τα αναμενόμενα έσοδα από τους νέους ίδιους πόρους, λαμβάνοντας υπόψη τις πρόσφατες αλλαγές που έχουν ήδη αποφασιστεί στον μηχανισμό CBAM και στη φορολόγηση των προϊόντων καπνού.

Παράλληλα, οι κυβερνήσεις της ΕΕ έχουν ήδη μειώσει κατά περίπου 2% το συνολικό ύψος του νέου πολυετούς προϋπολογισμού σε σχέση με την αρχική πρόταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής, εξέλιξη που δίνει στην Κομισιόν μεγαλύτερο περιθώριο να περιορίσει τα προσδοκώμενα έσοδα από ορισμένους νέους φόρους, εφόσον αυτό διευκολύνει την επίτευξη της απαιτούμενης ομοφωνίας μεταξύ των κρατών-μελών.