Καμπανάκια για νέα παγκόσμια κρίση από το χάσμα χρηματιστηριακού πλούτου και πραγματικής οικονομίας

Ρεκόρ 1,8 τετράκις δολ. για τον παγκόσμιο πλούτο. Εύθραυστες βάσεις και άρωμα νέας κρίσης. Η μεγάλη αντίφαση, σύμφωνα με τη McKinsey

Πλούσιος © pixabay

Αυξάνονται οι φωνές για τον κίνδυνο νέας παγκόσμιας οικονομικής κρίσης. Ο παγκόσμιος πλούτος βρίσκεται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, όμως η σύνθεσή του προκαλεί αυξανόμενη ανησυχία.

Σύμφωνα με νέα μελέτη της McKinsey, η αύξηση των περιουσιακών στοιχείων προέρχεται κυρίως από υψηλότερες αποτιμήσεις και όχι από πραγματικές επενδύσεις στην παραγωγική οικονομία.

Η παγκόσμια οικονομία είναι σήμερα πλουσιότερη από ποτέ, ωστόσο η ανάπτυξη του συνολικού πλούτου στηρίζεται ολοένα και περισσότερο στην άνοδο των αποτιμήσεων στις παγκόσμιες αγορές χρήματος και κεφαλαίου και λιγότερο στη δημιουργία νέου παραγωγικού κεφαλαίου, αναφέρει η ανάλυση του McKinsey Global Institute, η οποία αποτυπώνει τόσο το εντυπωσιακό μέγεθος της συσσώρευσης πλούτου όσο και τους κινδύνους που δημιουργεί η σημερινή του δομή.

Σύμφωνα με την έρευνα, η συνολική αξία των παγκόσμιων περιουσιακών στοιχείων ανήλθε το 2025 στα 1,8 τετράκις δολάρια, έναντι 1,7 τετράκις δολαρίων το 2024. Πρόκειται για ποσό που αντιστοιχεί σε χίλια τρισεκατομμύρια δολάρια ανά τετράκις.

Την ίδια στιγμή, ο συνολικός πλούτος των νοικοκυριών αυξήθηκε στα 570 τρισ. δολάρια, καταγράφοντας άνοδο κατά 40 τρισ. δολάρια μέσα σε έναν χρόνο.

Ωστόσο, πίσω από αυτή την εντυπωσιακή εικόνα κρύβεται μια σημαντική ανισορροπία.

Χρήματα

Χρήματα, επίδειξη πλούτου © Unsplash

Ο πλούτος αυξάνεται ταχύτερα από τις πραγματικές επενδύσεις

Η McKinsey διαπιστώνει ότι μόλις το 20% της αύξησης του παγκόσμιου πλούτου προήλθε από πραγματική δημιουργία κεφαλαίου, δηλαδή από νέες επενδύσεις σε μηχανήματα, εξοπλισμό, κατοικίες, κτίρια, υποδομές και πνευματική ιδιοκτησία.

Το υπόλοιπο 80% οφείλεται κυρίως στην άνοδο των αποτιμήσεων των ήδη υπαρχόντων περιουσιακών στοιχείων, καθώς και στις πληθωριστικές πιέσεις.

Η τάση αυτή δεν είναι καινούργια, αλλά έχει ενταθεί αισθητά. Την περίοδο 2000-2024 περίπου το 30% της αύξησης του παγκόσμιου πλούτου προερχόταν από καθαρές επενδύσεις, ποσοστό σημαντικά υψηλότερο από το σημερινό.

Όπως επισημαίνει ο Γιαν Μίσκε, εταίρος του McKinsey Global Institute, «θα μπορούσε κανείς να πει ότι πλέον σχεδόν κάθε περιουσιακό στοιχείο στον πλανήτη έχει χρηματοοικονομικοποιηθεί».

ΠΛΟΥΤΟΣ

Στα ύψη, μετοχές, χρέη και ρευστά διαθέσιμα ως ποσοστό του παγκόσμιου ΑΕΠ ©McKinsey

Τα πιθανά σενάρια για τις αγορές και την οικονομία

Η μεγάλη απόκλιση ανάμεσα στις αποτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων και στην πραγματική οικονομική δραστηριότητα δεν μπορεί να διατηρείται επ’ αόριστον, γεγονός που δημιουργεί διαφορετικά πιθανά σενάρια για τα επόμενα χρόνια.

Το πρώτο είναι η διατήρηση της σημερινής κατάστασης. Η χαμηλή οικονομική ανάπτυξη θα μπορούσε να συνοδεύεται από χαμηλά επιτόκια, επιτρέποντας στις υψηλές αποτιμήσεις να παραμείνουν σε ισχύ, όπως συνέβη στις περισσότερες ανεπτυγμένες οικονομίες κατά τη δεκαετία του 2010.

Το αισιόδοξο σενάριο προβλέπει σημαντική επιτάχυνση της παραγωγικότητας, κυρίως χάρη στην τεχνητή νοημοσύνη. Μια τέτοια εξέλιξη θα οδηγούσε σε ισχυρότερη αύξηση του ΑΕΠ και θα δικαιολογούσε τις σημερινές υψηλές αποτιμήσεις των μετοχών και των υπόλοιπων περιουσιακών στοιχείων, όπως είχε συμβεί στα τέλη της δεκαετίας του 1990.

Στον αντίποδα βρίσκεται το ενδεχόμενο επίμονου πληθωρισμού, ο οποίος θα διαβρώσει σταδιακά την πραγματική αξία του πλούτου, μειώνοντας την αγοραστική δύναμη νοικοκυριών και επιχειρήσεων. Αντίστοιχη εικόνα παρατηρήθηκε την περίοδο 2021-2022.

Το πιο αρνητικό σενάριο αφορά μια απότομη αναπροσαρμογή των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, ανάλογη με εκείνη που ακολούθησε το σκάσιμο της «φούσκας» των εταιρειών τεχνολογίας το 2002 ή τη χρηματοπιστωτική κρίση του 2008.

Η αβεβαιότητα απαιτεί μεγαλύτερη προετοιμασία

Ο Γιαν Μίσκε υπενθυμίζει ότι οι περίοδοι υπερβολικών αποτιμήσεων συχνά καταλήγουν σε επιστροφή προς πιο φυσιολογικά επίπεδα. Αυτό μπορεί να συμβεί είτε μέσω ισχυρότερης παραγωγικότητας είτε, στις δυσμενέστερες περιπτώσεις, μέσα από κρίσεις χρέους ή μεγάλες χρηματιστηριακές διορθώσεις.

Από την πλευρά του, ο συντάκτης της μελέτης Άρβιντ Γκοβινταρατζάν υπογραμμίζει ότι το βασικό ερώτημα, ιδιαίτερα για τις Ηνωμένες Πολιτείες, είναι αν η παραγωγικότητα και το ΑΕΠ θα αυξηθούν αρκετά ώστε να στηρίξουν τις σημερινές αποτιμήσεις ή αν η οικονομία θα οδηγηθεί σε έναν νέο κύκλο επίμονου πληθωρισμού.

Η φούσκα των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη ενισχύει τις ανησυχίες. Η άνοδος του κόστους δανεισμού, σε συνδυασμό με τις υψηλότερες αποτιμήσεις στα χρηματιστήρια και οι υψηλότερες αποδόσεις των ομολόγων, αυξάνουν το οικονομικό βάρος των επενδύσεων στην AI. Οι εταιρείες τεχνολογίας διαθέτουν ισχυρά ταμειακά διαθέσιμα, όμως η κλίμακα των δαπανών μεταβάλλει σταδιακά τη δομή των ισολογισμών τους και τα απομυζεί.

Η ανάγκη χρηματοδότησης αυτής της τεράστιας επενδυτικής προσπάθειας οδηγεί πλέον τις εταιρείες σε νέες μορφές άντλησης κεφαλαίων. Η Alphabet, για παράδειγμα, έχει ήδη αυξήσει τον δανεισμό της σε επίπεδα κοντά στα 100 δισ. δολάρια, ενώ προχώρησε σε έκδοση μετοχών ύψους περίπου 85 δισ. δολαρίων, την πρώτη σημαντική κίνηση αυτού του είδους έπειτα από περισσότερες από δύο δεκαετίες.

Παρότι οι τεχνολογικοί κολοσσοί παραμένουν ιδιαίτερα κερδοφόροι χάρη στις παραδοσιακές τους δραστηριότητες, η ένταση της επενδυτικής κούρσας δημιουργεί αμφιβολίες για το κατά πόσο οι σημερινές αποτιμήσεις αντανακλούν πραγματική οικονομική αξία.

McKinsey

Κατανομή του πλούτου των παγκόσμιων περιουσιακών στοιχείων ©McKinsey

Η επενδυτική έκρηξη αυξάνει τους φόβους για μια νέα τεχνολογική φούσκα

Οι μεγάλες εταιρείες τεχνολογίας εξακολουθούν να παρουσιάζουν κέρδη σημαντικά υψηλότερα από τη μακροχρόνια τάση. Ωστόσο, η κλίμακα των επενδύσεων στην Τεχνητή Νοημοσύνη είναι τόσο μεγάλη ώστε απορροφά μεγάλο μέρος αυτών των κερδών.

Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι ότι η AI λειτουργεί σήμερα ως ένας τεράστιος απορροφητής κεφαλαίων. Τα χρήματα που δημιουργούνται από τις υφιστάμενες δραστηριότητες των τεχνολογικών ομίλων επιστρέφουν σχεδόν άμεσα στην ανάπτυξη νέων υποδομών και μοντέλων.

Το πρόβλημα δεν είναι η ύπαρξη επενδύσεων. Κάθε μεγάλη τεχνολογική αλλαγή απαιτεί αρχικά υψηλό κόστος. Το ερώτημα είναι αν η απόδοση αυτών των επενδύσεων θα εμφανιστεί αρκετά γρήγορα ώστε να δικαιολογήσει τις σημερινές προσδοκίες.

Το ζήτημα αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία λόγω του βάρους που έχουν οι τεχνολογικές εταιρείες στις χρηματιστηριακές αγορές των Ηνωμένων Πολιτειών.

Wall Street και ΑΙ © Pexels

Wall Street και ΑΙ © Pexels

Η κεφαλαιοποίηση των hyperscalers αντιστοιχεί πλέον περίπου στο 40% της συνολικής αξίας του δείκτη S&P 500. Επομένως, οποιαδήποτε ένδειξη ότι η επενδυτική στρατηγική γύρω από την Τεχνητή Νοημοσύνη δεν οδηγεί στα αναμενόμενα αποτελέσματα θα μπορούσε να επηρεάσει όχι μόνο τον τεχνολογικό κλάδο, αλλά και ολόκληρη την αμερικανική χρηματιστηριακή αγορά.

Η έκθεση της McKinsey καταλήγει ότι η αβεβαιότητα για τις προοπτικές της παγκόσμιας οικονομίας είναι σήμερα μεγαλύτερη από ό,τι συνήθως.

Για επιχειρήσεις και επενδυτές, αυτό σημαίνει ότι απαιτείται ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση, μεγαλύτερη επιχειρησιακή ευελιξία και σχεδιασμός με εναλλακτικά σενάρια, καθώς η επόμενη φάση της παγκόσμιας οικονομίας θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η πραγματική ανάπτυξη θα καταφέρει να καλύψει το χάσμα που έχει δημιουργηθεί ανάμεσα στον παραγόμενο πλούτο και στις αποτιμήσεις των αγορών.