Περισσότερες από μισό εκατομμύριο θέσεις οδηγών φορτηγών παραμένουν κενές στην Ευρώπη, με το πρόβλημα να εξελίσσεται σε μόνιμο «πονοκέφαλο» για τις μεταφορικές επιχειρήσεις και τις εφοδιαστικές αλυσίδες.
Η έλλειψη επαγγελματιών οδηγών δεν αποτελεί πλέον μια προσωρινή συνέπεια της πανδημίας ή των διακυμάνσεων της οικονομίας. Αντίθετα, εξελίσσεται σε ένα βαθύτερο διαρθρωτικό πρόβλημα, καθώς ο κλάδος δυσκολεύεται να προσελκύσει νέους εργαζομένους την ώρα που ένα μεγάλο μέρος των σημερινών οδηγών πλησιάζει στη συνταξιοδότηση.
Τα στοιχεία της τελευταίας έρευνας της Διεθνούς Ένωσης Οδικών Μεταφορών (IRU) αποτυπώνουν το μέγεθος του προβλήματος. Το 2025 περίπου 502.000 θέσεις οδηγών φορτηγών παρέμεναν ακάλυπτες στην Ευρώπη, ποσοστό που αντιστοιχεί περίπου στο 13% των θέσεων εργασίας του κλάδου. Σε παγκόσμιο επίπεδο, στις 18 αγορές που εξετάστηκαν, οι κενές θέσεις έφθαναν τα 2,9 εκατομμύρια.
Ένας στους πέντε φεύγει έως το 2030
Η μεγαλύτερη ανησυχία αφορά, ωστόσο, όσα έρχονται. Περίπου 660.500 Ευρωπαίοι οδηγοί φορτηγών αναμένεται να συνταξιοδοτηθούν έως το 2030, αριθμός που αντιστοιχεί περίπου στο ένα πέμπτο του σημερινού εργατικού δυναμικού. Την ίδια στιγμή, οι νεότερες ηλικίες δεν εισέρχονται στο επάγγελμα με ρυθμό ικανό να καλύψει το κενό.
Η δημογραφική πίεση αποτελεί μόνο μία πλευρά του προβλήματος. Η IRU επισημαίνει ότι η εργασία στις οδικές μεταφορές δυσκολεύεται να ανταγωνιστεί άλλες επαγγελματικές επιλογές, ιδιαίτερα όταν πρόκειται για δρομολόγια μεγάλων αποστάσεων.
Οι αποδοχές εξακολουθούν να παίζουν σημαντικό ρόλο, όμως πλέον δεν αρκούν από μόνες τους. Οι οδηγοί δίνουν μεγαλύτερη βαρύτητα στον χρόνο που περνούν μακριά από το σπίτι, στην προβλεψιμότητα του ωραρίου, στην ισορροπία επαγγελματικής και προσωπικής ζωής, στις συνθήκες μέσα στο όχημα και στην ύπαρξη ασφαλών χώρων στάθμευσης και ανάπαυσης.
Παράλληλα, ένα τεράστιο μέρος του δυνητικού εργατικού δυναμικού παραμένει ουσιαστικά εκτός κλάδου. Οι γυναίκες αποτελούν μόλις το 4% των οδηγών φορτηγών στην Ευρώπη, γεγονός που σύμφωνα με την IRU καταδεικνύει ότι υπάρχουν σημαντικά περιθώρια διεύρυνσης της δεξαμενής εργαζομένων.
Οι επιχειρήσεις αναγκάζονται να λένε «όχι»
Οι συνέπειες έχουν αρχίσει ήδη να γίνονται αισθητές στις μεταφορικές επιχειρήσεις. Περίπου δύο στις τρεις ευρωπαϊκές εταιρείες του κλάδου δηλώνουν ότι έχουν αναγκαστεί να απορρίψουν νέες δουλειές, επειδή δεν διαθέτουν αρκετούς οδηγούς. Το 65% των επιχειρήσεων χαρακτηρίζει πλέον την έλλειψη προσωπικού ως το σημαντικότερο πρόβλημα που αντιμετωπίζει.
Ιδιαίτερα ευάλωτες είναι οι μικρότερες επιχειρήσεις. Οι εταιρείες με λιγότερους από 50 εργαζομένους εμφανίζουν αισθητά υψηλότερα ποσοστά ελλείψεων σε σχέση με τους μεγαλύτερους ομίλους, καθώς διαθέτουν λιγότερους πόρους για εκπαίδευση, προσλήψεις από το εξωτερικό και βελτίωση των παροχών προς το προσωπικό. Στην ΕΕ, μάλιστα, οι επιχειρήσεις οδικών μεταφορών με λιγότερους από δέκα εργαζομένους αποτελούν το 98% του συνόλου του κλάδου.
Το πρόβλημα εντάσσεται σε μια ευρύτερη ευρωπαϊκή κρίση εργατικού δυναμικού. Η European Labour Authority διαπιστώνει ότι οι ελλείψεις προσωπικού σε πολλές ειδικότητες γίνονται περισσότερο διαρθρωτικές, με τη γήρανση, τις συνθήκες εργασίας, τις αναντιστοιχίες δεξιοτήτων και τα εμπόδια στην κινητικότητα των εργαζομένων να εντείνουν τις πιέσεις.
Για τις οδικές μεταφορές, το διακύβευμα ξεπερνά πλέον την εύρεση προσωπικού. Όσο μεγαλώνει το χάσμα μεταξύ διαθέσιμων φορτηγών και διαθέσιμων οδηγών, τόσο αυξάνεται ο κίνδυνος περιορισμού της μεταφορικής δυναμικότητας, καθυστερήσεων στις παραδόσεις και μεγαλύτερης πίεσης στο κόστος των εφοδιαστικών αλυσίδων. Και με εκατοντάδες χιλιάδες ακόμη οδηγούς να οδεύουν προς τη σύνταξη, το πρόβλημα δύσκολα θα υποχωρήσει χωρίς ουσιαστικές αλλαγές στον τρόπο με τον οποίο το επάγγελμα προσελκύει και κρατά νέους εργαζομένους.
