Η βιομηχανική παραγωγή στη Γερμανία αυξήθηκε για τρίτο συνεχόμενο μήνα, αποτελώντας ακόμη μία ένδειξη ότι η μεγαλύτερη οικονομία της Ευρώπης αντέχει στις πιέσεις που προκαλεί ο πόλεμος με επίκεντρο το Ιράν.
Όπως μεταδίδει το Bloomberg, η παραγωγή αυξήθηκε κατά 0,2% τον Ιούνιο σε σύγκριση με τον προηγούμενο μήνα, σύμφωνα με στοιχεία που δημοσίευσε την Παρασκευή η γερμανική στατιστική υπηρεσία. Το ποσοστό αυτό είναι χαμηλότερο από την αναθεωρημένη προς τα κάτω αύξηση του 0,7% που είχε καταγραφεί τον Μάιο, αλλά συμβαδίζει με τη διάμεση πρόβλεψη των οικονομολόγων σε έρευνα του πρακτορείου.
Κύριος μοχλός της ανόδου ήταν ο κλάδος της αυτοκινητοβιομηχανίας, του οποίου η παραγωγή αυξήθηκε κατά 3,6% σε σχέση με τον προηγούμενο μήνα.
Ξεχωριστά στοιχεία έδειξαν επίσης ότι οι εξαγωγές αυξήθηκαν για πέμπτο συνεχόμενο μήνα, ενώ σημαντική άνοδο σημείωσαν και οι εισαγωγές. Ως αποτέλεσμα, το εμπορικό πλεόνασμα διαμορφώθηκε στα 15,4 δισ. ευρώ, έναντι 19,3 δισ. ευρώ τον Μάιο.
Τα στοιχεία αυτά έρχονται έπειτα από μια σειρά απροσδόκητα θετικών οικονομικών ενδείξεων, όπως η καλύτερη του αναμενομένου αύξηση του ΑΕΠ κατά το δεύτερο τρίμηνο και η ισχυρή άνοδος των εργοστασιακών παραγγελιών τον Ιούλιο. Παράλληλα, το πακέτο μεταρρυθμίσεων της κυβέρνησης του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς έχει ενισχύσει τους δείκτες επιχειρηματικής δραστηριότητας και εμπιστοσύνης.
«Παρά τις εξωτερικές οικονομικές πιέσεις, η μεταποιητική παραγωγή αποδείχθηκε ιδιαίτερα ανθεκτική κατά το προηγούμενο τρίμηνο», ανέφερε το γερμανικό υπουργείο Οικονομίας σε ανακοίνωσή του.
Ωστόσο, η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα σχετικά με τα Στενά του Ορμούζ, καθώς και η χαμηλή στάθμη των υδάτων στον Ρήνο, τη σημαντικότερη εσωτερική πλωτή οδό της Γερμανίας, εξακολουθούν να αποτελούν απειλή για την οικονομία.
Το υπουργείο αναγνώρισε αυτούς τους κινδύνους και επισήμανε ότι, παρά τις προσπάθειες των επιχειρήσεων να αναδιοργανώσουν τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες και να διατηρούν μεγαλύτερα αποθέματα, «δεν μπορεί να αποκλειστεί το ενδεχόμενο προσωρινών περιορισμών στην παραγωγική δραστηριότητα των επιχειρήσεων που επηρεάζονται, εάν η μειωμένη δυναμικότητα των εσωτερικών πλωτών μεταφορών διατηρηθεί για παρατεταμένο χρονικό διάστημα».
