Την άμεση διακοπή των κατασκευαστικών εργασιών για την ανέγερση αίθουσας χορού, προϋπολογισμού 400 εκατομμυρίων δολαρίων, στον Λευκό Οίκο επέβαλε στην κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ το ομοσπονδιακό Εφετείο των ΗΠΑ, εγείροντας σοβαρά ζητήματα σχετικά με τα συνταγματικά όρια της προεδρικής εξουσίας. Το έργο, το οποίο αναπτυσσόταν στον χώρο της κατεδαφισμένης ανατολικής πτέρυγας, δέχεται καίριο νομικό πλήγμα, υποχρεώνοντας τον Ρεπουμπλικανό ηγέτη να αναστείλει τον κεντρικό κατασκευαστικό του σχεδιασμό.
Με ψήφους 2-1, το Εφετείο των ΗΠΑ για την Περιφέρεια της Κολούμπια (Ουάσιγκτον) έκρινε στο σκεπτικό του ότι «κάθε πρόεδρος είναι ένας προσωρινός ένοικος και όχι ο ιδιοκτήτης του Λευκού Οίκου», στερούμενος του δικαιώματος ριζικής αναδιαμόρφωσης των υποδομών χωρίς την έγκριση του Κογκρέσου. Η δικαστική απόφαση επικυρώνει τα προκαταρκτικά ασφαλιστικά μέτρα που εξασφάλισε το National Trust for Historic Preservation. Ο συγκεκριμένος φορέας προσέφυγε νομικά το προηγούμενο έτος, όταν η κυβέρνηση προχώρησε στην κατεδάφιση της Ανατολικής Πτέρυγας και στην έναρξη κατασκευής μιας εγκατάστασης 8.360 τετραγωνικών μέτρων, παρακάμπτοντας πλήρως τη νομοθετική εξουσία.
Όπως επισημαίνει η πλειοψηφία του δικαστικού σώματος, «το αν θα πρέπει ή όχι να κατασκευαστεί μια τεράστια αίθουσα χορού είναι θέμα που πρέπει να αποφασίσει το Κογκρέσο και δεν αποτελεί ζήτημα αυτοβοήθειας της Εκτελεστικής Εξουσίας». Το δικαστήριο υπογράμμισε με σαφήνεια πως «το Κογκρέσο δεν έχει παραχωρήσει απεριόριστη εξουσία στην Εκτελεστική Εξουσία ώστε να επανασχεδιάσει, να αναδιαμορφώσει και να ανακατασκευάσει δραματικά τον Λευκό Οίκο — τον Οίκο του Λαού — ώστε να ανταποκρίνεται στις επιθυμίες ενός συγκεκριμένου προέδρου».
Προκειμένου να διασφαλιστεί το δικαίωμα της κυβέρνησης Τραμπ να προσφύγει στο Ανώτατο Δικαστήριο των ΗΠΑ, το Εφετείο ανέστειλε την εφαρμογή της απόφασής του για χρονικό διάστημα 14 ημερών. Ο πρόεδρος του National Trust, Μπρεντ Λεγκς, χαρακτήρισε τη δικαστική ετυμηγορία ως «μια μεγάλη ημέρα για τη χώρα μας και για το δικαίωμα του αμερικανικού λαού να εκφράζει τις απόψεις του σχετικά με τους ιστορικούς χώρους που αγαπά, συμπεριλαμβανομένου του Λευκού Οίκου».
Η νομική διαμάχη κλιμακώθηκε μετά την έφεση που άσκησε ο Τραμπ κατά της απόφασης του περιφερειακού δικαστή Ρίτσαρντ Λίον, διορισμένου από τον Ρεπουμπλικανό πρώην πρόεδρο Τζορτζ Μπους. Ο δικαστής είχε μπλοκάρει δύο φορές την υπέργεια κατασκευή, επιτρέποντας ωστόσο τη συνέχιση των υπόγειων εργασιών. Η κυβέρνηση προβάλλει σταθερά το επιχείρημα ότι το έργο καθίσταται απαραίτητο για τις μεγάλες επίσημες εκδηλώσεις και τη διατήρηση της ασφάλειας, στο πλαίσιο των ευρύτερων παρεμβάσεων αλλαγής του τοπίου στο κέντρο της Ουάσιγκτον. Σε παράλληλο νομικό μέτωπο, δικαστής έκρινε πρόσφατα ως παράνομη την προσθήκη του ονόματος του Τραμπ στο εξωτερικό του Kennedy Center, διατάσσοντας την αφαίρεσή του.
Εθνική ασφάλεια έναντι αρχιτεκτονικής προτίμησης
Κατά την ακροαματική διαδικασία της 5ης Ιουνίου, ο νομικός εκπρόσωπος του υπουργείου Δικαιοσύνης, Γιαάκοβ Ροθ, αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων στην αξιολόγηση ενός έργου που χρηματοδοτείται ιδιωτικά. Υποστήριξε ότι τα ζητήματα εθνικής ασφάλειας οφείλουν να υπερτερούν της «αρχιτεκτονικής προτίμησης» του National Trust, επικαλούμενος επιχειρησιακά δεδομένα σύμφωνα με τα οποία η παλαιά Ανατολική Πτέρυγα άφηνε ευάλωτους τον πρόεδρο και το προσωπικό απέναντι σε ενδεχόμενη επίθεση. «Απλώς δεν θέλουν να πάνε στο Κογκρέσο», σχολίασε αιχμηρά από την πλευρά του ο Θάντιους Χόιερ, δικηγόρος της ομάδας προστασίας ιστορικών κτιρίων.
Η πλειοψηφία του Εφετείου, οι διορισμένοι από τους Δημοκρατικούς εφέτες Πατρίσια Μίλετ και Μπραντ Γκαρσία, αποσαφήνισε ότι η απόφαση δεν απαγορεύει μόνιμα το έργο, αλλά παύει τις υπέργειες εργασίες για όσο διαρκεί η δικαστική διαδικασία και μέχρι να εξασφαλιστεί η έγκριση του Κογκρέσου. «Ο τολμηρός ισχυρισμός ότι η Εκτελεστική Εξουσία μπορεί να ενεργεί με απόλυτη παρανομία, καταστρέφοντας πολύτιμα εθνικά μνημεία και βλάπτοντας τα συμφέροντα πολιτών, και ότι κανένα δικαστήριο δεν μπορεί να την εμποδίσει, παραβιάζει τη συνταγματική μας τάξη», υπογράμμισε το δικαστήριο, προσθέτοντας ότι τα επιχειρήματα εθνικής ασφάλειας «δεν αποτελούν αυτόματη κάρτα απαλλαγής από την εφαρμογή του νόμου».
Στη διαφωνούσα γνώμη της, η εφέτης Νεόμι Ράο (την οποία διόρισε ο Τραμπ), υποστήριξε ότι η δικαστική αναστολή «ξεπερνά την αρμοδιότητα των ομοσπονδιακών δικαστηρίων» και ζήτησε τη συνέχιση της κατασκευής. Κατήγγειλε μάλιστα ότι «το περιφερειακό δικαστήριο ανέλαβε την εποπτεία της κατασκευής στον Λευκό Οίκο και οι συνάδελφοί μου επιβεβαιώνουν αυτή τη δικαστική υπέρβαση».
Παρά τις νομικές εμπλοκές, ο Τραμπ υπεραμύνεται του project και της ραγδαίας αναθεώρησης του κόστους, το οποίο διπλασιάστηκε σε σχέση με τις αρχικές προβλέψεις. Μέσω ανάρτησης στο Truth Social (τον περασμένο Μάιο), δικαιολόγησε την αύξηση του προϋπολογισμού επισημαίνοντας ότι η εγκατάσταση «είναι περίπου διπλάσια σε μέγεθος και πολύ υψηλότερης ποιότητας από την αρχική πρόταση», δεσμευόμενος παράλληλα ότι «θα είναι μεγαλοπρεπής, ασφαλής και προστατευμένη!».
