CNN: Οι τρεις λόγοι για τη “βόμβα” των 40 τρισ. δολαρίων του αμερικανικού χρέους

Πού αποδίδεται η διόγκωση του χρέους στις ΗΠΑ. Γιατί αυξάνεται τόσο γρήγορα και ανησυχεί αγορές και οικονομολόγους

Η σημαία των ΗΠΑ © Unsplash

Τους λόγους, πίσω από τη «βόμβα» των 40 τρισ. δολαρίων του αμερικανικού χρέους, αναλύει το CNN, με τους φόβους να εντίνονται σε αγορές και οικονομολόγους. Το υπουργείο Οικονομικών της χώρας, από την πλευρά του σχεδιάζει την αύξηση των επαναγορών ομολόγων, ενώ η πιστοληπτική αξιολόγηση των ΗΠΑ έχει ήδη υποβαθμιστεί από τον οίκο Moody’s.

Να σημειώσουμε ότι αυτή η εξέλιξη αυτή με τη διογκωση του χρέους, έρχεται, μόλις πέντε μήνες μετά την υπέρβαση του ορίου των 39 τρισεκατομμυρίων δολαρίωντον Μάρτιο, ενώ αντίστοιχο χρονικό διάστημα είχε χρειαστεί και για να αυξηθεί το χρέος από τα 38 στα 39 τρισεκατομμύρια, τον περασμένο Οκτώβριο. Η εκτόξευση του χρέους αποτυπώνει τις μεγάλες και συχνά ανταγωνιστικές προτεραιότητες της αμερικανικής κυβέρνησης.

Τι συμβαίνει λοιπόν στη μεγαλύτερη οικονομία του κόσμου; Εκείνο που προκαλεί ακόμη μεγαλύτερο προβληματισμό είναι η ταχύτητα με την οποία αυξάνεται το χρέος, η εκτόξευση των πληρωμών για τόκους και η άνοδος του κόστους δανεισμού σε ολόκληρη την αμερικανική οικονομία.

Είναι χαρακτηριστικό μάλιστα ότι τον Μάιο του 2023 το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κογκρέσου (CBO) προέβλεπε ότι το συγκεκριμένο όριο θα ξεπερνιόταν το οικονομικό έτος 2028. Τελικά, οι ΗΠΑ έφτασαν εκεί περίπου δύο χρόνια νωρίτερα. «Με τη σημερινή πορεία, θα βρεθούμε στα 50 τρισ. δολάρια μέσα σε μόλις έξι χρόνια. Αν κοιτάξουμε προς τα πίσω, ήμασταν στα 20 τρισ. πριν από λιγότερο από μία δεκαετία», προειδοποίησε ο Μάικλ Πίτερσον, διευθύνων σύμβουλος του Peter G. Peterson Foundation.

Μόνο κατά τους τελευταίους πέντε μήνες, το αμερικανικό δημόσιο χρέος αυξήθηκε κατά περίπου 1 τρισ. δολάρια.

Πίσω από τη διόγκωση του χρέους βρίσκεται ένας συνδυασμός δημογραφικών, δημοσιονομικών και πολιτικών παραγόντων.

Ο πληθυσμός των ΗΠΑ γερνά, με περίπου 10.000 Baby Boomers να συνταξιοδοτούνται καθημερινά, ενώ η αύξηση του προσδόκιμου ζωής επιβαρύνει ακόμη περισσότερο τα μεγάλα ομοσπονδιακά προγράμματα κοινωνικής προστασίας.

Οι δαπάνες για Social Security και Medicare αυξάνονται συνεχώς, την ώρα που η αναλογία εργαζομένων προς δικαιούχους υποχωρεί, δημιουργώντας ολοένα μεγαλύτερες πιέσεις στα οικονομικά των δύο προγραμμάτων.Παράλληλα, το Κογκρέσο έχει εγκρίνει τις τελευταίες δεκαετίες σειρά μέτρων που είτε μείωσαν τα φορολογικά έσοδα είτε αύξησαν τις δημόσιες δαπάνες. Μεταξύ αυτών βρίσκονται οι φορολογικές περικοπές του 2017 επί Ντόναλντ Τραμπ, τα τεράστια πακέτα στήριξης κατά την πανδημία επί Τραμπ και Τζο Μπάιντεν, καθώς και το One Big Beautiful Bill Act του 2025.

Την ίδια στιγμή, η Ουάσιγκτον εξακολουθεί να δαπανά πολύ περισσότερα από όσα εισπράττει. Στους πρώτους δέκα μήνες του τρέχοντος οικονομικού έτους, το δημοσιονομικό έλλειμμα έχει ήδη φτάσει τα 1,8 τρισ. δολάρια.

Το γεγονός ότι μια τέτοια επιδείνωση καταγράφεται χωρίς η αμερικανική οικονομία να βρίσκεται σε βαθιά ύφεση είναι ένας ακόμη λόγος που ανησυχεί τους οικονομολόγους.

Η εκρηκτική αύξηση του κόστους εξυπηρέτησής του χρέους

Η πλέον άμεση συνέπεια της συσσώρευσης χρέους είναι η εκρηκτική αύξηση του κόστους εξυπηρέτησής του.

Για πολλά χρόνια, τα εξαιρετικά χαμηλά επιτόκια επέτρεπαν στην αμερικανική κυβέρνηση να δανείζεται με σχετικά περιορισμένο κόστος. Αυτό άλλαξε όταν η Federal Reserve άρχισε να αυξάνει επιθετικά τα επιτόκια προκειμένου να αντιμετωπίσει τον πληθωρισμό που ακολούθησε την πανδημία.

Οι πληρωμές τόκων αναμένεται πλέον να ξεπεράσουν το 1 τρισ. δολάρια μέσα στο τρέχον οικονομικό έτος, καταγράφοντας νέο ιστορικό ρεκόρ.

Μάλιστα, το κόστος των τόκων έχει υπερτριπλασιαστεί μέσα σε πέντε χρόνια και βρίσκεται πλέον κοντά στις δαπάνες για το Medicare, αποτελώντας μία από τις μεγαλύτερες κατηγορίες δαπανών της ομοσπονδιακής κυβέρνησης, πίσω από το Social Security.

Οι ΗΠΑ δαπανούν πλέον περισσότερα για τόκους από ό,τι για την εθνική άμυνα, περιορίζοντας σταδιακά τον δημοσιονομικό χώρο που διαθέτει η Ουάσιγκτον για επενδύσεις, κοινωνικές πολιτικές και αντιμετώπιση μελλοντικών κρίσεων.

Όπως το περιγράφει ο Μαρκ Γκόλντγουιν, του Committee for a Responsible Federal Budget, δημιουργείται ένας «φαύλος κύκλος», στον οποίο το υφιστάμενο χρέος παράγει μεγαλύτερες δαπάνες τόκων, οι οποίες με τη σειρά τους οδηγούν σε νέο δανεισμό.

Η ανησυχία περνά στην αγορά ομολόγων

Το πρόβλημα έχει ήδη αρχίσει να αποτυπώνεται με ιδιαίτερη ένταση στην αγορά αμερικανικών κρατικών ομολόγων.

Η απόδοση του 30ετούς αμερικανικού ομολόγου κινήθηκε την Τρίτη στα υψηλότερα επίπεδα από το 2007, ενώ σε πρόσφατη δημοπρασία 30ετών τίτλων καταγράφηκε η υψηλότερη απόδοση από το 2001. Παράλληλα, η απόδοση του 10ετούς Treasury κινείται κοντά στα υψηλότερα επίπεδα της δεύτερης θητείας Τραμπ.

Καθώς οι επενδυτές καλούνται να απορροφήσουν ολοένα μεγαλύτερες εκδόσεις χρέους, ζητούν υψηλότερες αποδόσεις για να δανείσουν την αμερικανική κυβέρνηση.

Και αυτό δεν αποτελεί πρόβλημα μόνο για την Ουάσιγκτον.

Η απόδοση του 10ετούς Treasury αποτελεί σημείο αναφοράς για μεγάλο μέρος του χρηματοπιστωτικού συστήματος και επηρεάζει τα στεγαστικά δάνεια, τα δάνεια αυτοκινήτου και το κόστος χρηματοδότησης των επιχειρήσεων. Όσο οι αποδόσεις αυξάνονται, τόσο ακριβότερος γίνεται ο δανεισμός για νοικοκυριά και εταιρείες.

Παράλληλα, το ίδιο το αμερικανικό Δημόσιο αναγκάζεται να αναχρηματοδοτεί το χρέος του με υψηλότερο κόστος, επιβαρύνοντας ακόμη περισσότερο τον προϋπολογισμό.

«Τα 40 τρισ. δολάρια χρέους δεν υπάρχουν μόνο στα λογιστικά βιβλία της κυβέρνησης. Οι συνέπειές τους γίνονται αισθητές σε ολόκληρη την οικονομία και τελικά στις τσέπες των πολιτών», σημείωσε η Μάγια ΜακΓκίνεας, Πρόεδρος του Committee for a Responsible Federal Budget.

Τι ανακοίνωσε το υπουργείο Οικονομικών των ΗΠΑ

Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών ανακοίνωσε ότι θα αυξήσει τις επαναγορές μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων τους επόμενους μήνες.

Η κίνηση ερμηνεύεται από αναλυτές ως ένδειξη της αυξανόμενης ανησυχίας της κυβέρνησης Τραμπ για τις υψηλές αποδόσεις και τις επιπτώσεις τους τόσο στο κόστος χρηματοδότησης της οικονομίας όσο και στην εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους.

Οι πιέσεις είχαν ήδη αρχίσει να γίνονται εμφανείς στην πιστοληπτική εικόνα των ΗΠΑ. Το 2025 η Moody’s υποβάθμισε την αμερικανική πιστοληπτική αξιολόγηση, με αποτέλεσμα οι ΗΠΑ να χάσουν και την τελευταία κορυφαία αξιολόγηση ΑΑΑ που διατηρούσαν από μεγάλο οίκο.

Παρά την υποβάθμιση, τα αμερικανικά κρατικά ομόλογα εξακολουθούν να θεωρούνται από τα ασφαλέστερα περιουσιακά στοιχεία στον κόσμο. Ωστόσο, η πορεία των δημόσιων οικονομικών βρίσκεται πλέον πολύ πιο έντονα στο μικροσκόπιο των επενδυτών.

Και οι ΗΠΑ δεν είναι μόνες. Βρετανία, Γαλλία, Γερμανία και Ιαπωνία αντιμετωπίζουν επίσης αυξημένες αποδόσεις κρατικών ομολόγων, καθώς οι αγορές εξετάζουν πιο αυστηρά τα υψηλά ελλείμματα, τις δημόσιες δαπάνες και τη μακροπρόθεσμη βιωσιμότητα των χρεών.

Για την Ουάσιγκτον, όμως, η κλίμακα είναι διαφορετική. Το όριο των 40 τρισ. δολαρίων αποτελεί περισσότερο προειδοποίηση παρά απλώς ένα συμβολικό ρεκόρ: όσο το χρέος και οι τόκοι αυξάνονται ταχύτερα από τα δημόσια έσοδα, τόσο μικρότερος γίνεται ο δημοσιονομικός χώρος της μεγαλύτερης οικονομίας του πλανήτη για την επόμενη κρίση.