Οι Ευρωπαίοι φοβούνται και στοκάρουν χρήματα – Πόσα “φυλάνε” για ώρα ανάγκης

Πόλεμοι, κυβερνοεπιθέσεις, μπλακάουτ και φυσικές καταστροφές ενισχύουν τη ζήτηση αλλά και τους φόβους για τα χαρτονομίσματα

Χρήματα, μετρητά © UNSPLASH

Μπορεί οι κάρτες, τα κινητά τηλέφωνα και οι ανέπαφες συναλλαγές να κυριαρχούν πλέον στις καθημερινές πληρωμές, ωστόσο οι Ευρωπαίοι δεν εγκαταλείπουν τα μετρητά. Αντίθετα, φαίνεται ότι όλο και περισσότεροι τα αντιμετωπίζουν ως ένα είδος «εφεδρείας» για την περίπτωση που μια κρίση θέσει εκτός λειτουργίας τα ηλεκτρονικά συστήματα πληρωμών.

Οι φόβοι για πολέμους, κυβερνοεπιθέσεις, μεγάλες διακοπές ρεύματος και ακραία καιρικά φαινόμενα έχουν ενισχύσει το ενδιαφέρον για τη διατήρηση μετρητών στο σπίτι, δημιουργώντας ένα παράδοξο. Μπορεί τα χαρτονομίσματα να χρησιμοποιούνται λιγότερο στις καθημερινές αγορές, όμως η συνολική ποσότητά τους σε κυκλοφορία εξακολουθεί να αυξάνεται.

Το φαινόμενο επισήμανε ο επικεφαλής οικονομολόγος της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, Φίλιπ Λέιν, στον Guardian σημειώνοντας ότι, ενώ οι συναλλαγές με μετρητά μειώνονται, το συνολικό απόθεμα τραπεζογραμματίων συνεχίζει να αυξάνεται.

Τα στοιχεία της ΕΚΤ δείχνουν το μέγεθος της αλλαγής. Στο τέλος του 2016 κυκλοφορούσαν στην Ευρωζώνη 20,2 δισ. χαρτονομίσματα συνολικής αξίας 1,126 τρισ. ευρώ. Στο τέλος του 2025 ο αριθμός τους είχε φτάσει τα 31,3 δισ. τεμάχια, με συνολική αξία 1,619 τρισ. ευρώ. Τον Ιούνιο του 2026, η αξία των τραπεζογραμματίων σε κυκλοφορία κινήθηκε περίπου στα 1,63 τρισ. ευρώ, σύμφωνα με τα στοιχεία του Ευρωσυστήματος.

Το «μαξιλάρι» των 72 ωρών

Η τάση ωστόσο δεν αφορά απλώς την αποταμίευση. Οι ευρωπαϊκές αρχές αντιμετωπίζουν πλέον τα μετρητά και ως εργαλείο προετοιμασίας απέναντι σε έκτακτες καταστάσεις.

Μελέτη της ΕΚΤ με τίτλο «Keep calm and carry cash» εξέτασε τη συμπεριφορά των πολιτών σε τέσσερις διαφορετικές κρίσεις: την πανδημία, τη ρωσική εισβολή στην Ουκρανία, το μεγάλο μπλακάουτ στην Ιβηρική Χερσόνησο τον Απρίλιο του 2025 και την ελληνική κρίση χρέους. Το βασικό συμπέρασμα είναι ότι σε περιόδους μεγάλης αβεβαιότητας η ζήτηση για φυσικό χρήμα αυξάνεται απότομα, καθώς οι πολίτες αναζητούν έναν τρόπο πληρωμής που δεν εξαρτάται από ηλεκτρικό ρεύμα, τηλεπικοινωνίες ή τραπεζικά δίκτυα.

Αρχές σε χώρες όπως η Ολλανδία, η Αυστρία και η Φινλανδία έχουν προτείνει στα νοικοκυριά να διατηρούν περίπου 70 έως 100 ευρώ ανά άτομο, ή ένα ποσό επαρκές για βασικές ανάγκες περίπου 72 ωρών. Η λογική δεν είναι να μεταφερθούν οι αποταμιεύσεις από τις τράπεζες στο σπίτι, αλλά να υπάρχει ένα περιορισμένο ποσό διαθέσιμο σε περίπτωση που για μερικές ώρες ή ημέρες δεν λειτουργούν POS, εφαρμογές ή ΑΤΜ.

Το μπλακάουτ στην Ισπανία και την Πορτογαλία το 2025 αποτέλεσε χαρακτηριστικό παράδειγμα. Η αδυναμία χρήσης ηλεκτρονικών πληρωμών προκάλεσε προβλήματα ακόμη και σε απλές αγορές, ενώ μετά την αποκατάσταση της ηλεκτροδότησης καταγράφηκε αυξημένη ζήτηση για μετρητά.

Η ιστορική εμπειρία δείχνει ότι το ίδιο αντανακλαστικό εμφανίζεται σε πολύ διαφορετικές κρίσεις. Με την έναρξη της πανδημίας, η καθαρή έκδοση τραπεζογραμματίων στην Ευρωζώνη αυξήθηκε κατά περισσότερο από 140 δισ. ευρώ μέσα στο 2020, παρότι την ίδια περίοδο οι πληρωμές με μετρητά στα καταστήματα μειώνονταν.

Ανάλογη εικόνα είχε καταγραφεί και στην Ελλάδα το 2015. Στο αποκορύφωμα της κρίσης χρέους, λίγο πριν από την επιβολή των capital controls, η καθαρή μηνιαία έκδοση τραπεζογραμματίων στη χώρα έφτασε σχεδόν τα 5 δισ. ευρώ τον Ιούνιο του 2015, καθώς η αβεβαιότητα για το τραπεζικό σύστημα και την πορεία της χώρας είχε οδηγήσει σε μαζικές αναλήψεις.

Το νέο δίλημμα για τα ΑΤΜ

Η επιστροφή των μετρητών ως «ασφάλεια ανάγκης» δημιουργεί και ένα νέο πρόβλημα. Όσο μειώνεται η καθημερινή χρήση τους, τόσο δυσκολότερο και ακριβότερο γίνεται για τις τράπεζες να διατηρούν εκτεταμένα δίκτυα ΑΤΜ και υπηρεσίες διαχείρισης φυσικού χρήματος.

Ο Φίλιπ Λέιν έχει υπογραμμίσει την ανάγκη να παραμείνει η πρόσβαση στα μετρητά διαθέσιμη, ιδιαίτερα για ηλικιωμένους και πιο ευάλωτες ομάδες του πληθυσμού.

Έτσι, την ώρα που η Ευρώπη προχωρά προς το ψηφιακό ευρώ και οι ανέπαφες πληρωμές γίνονται όλο και πιο συνηθισμένες, τα χαρτονομίσματα αποκτούν μια δεύτερη ζωή: όχι απαραίτητα ως βασικό μέσο καθημερινών συναλλαγών, αλλά ως εφεδρικό σύστημα πληρωμών σε έναν κόσμο με περισσότερες και πιο απρόβλεπτες κρίσεις.