Το κοτόπουλο έχει καταφέρει να ενσωματωθεί σχεδόν σε κάθε διατροφική κουλτούρα, από τα αμερικανικά fast food και τα κινεζικά rice bowls μέχρι το shawarma της Μέσης Ανατολής και το ινδικό biryani. Η ευελιξία του, η χαμηλή τιμή σε σχέση με το χοιρινό ή το μοσχάρι και η δυνατότητα μαζικής παραγωγής το έχουν μετατρέψει στο δημοφιλέστερο κρέας παγκοσμίως.
Όπως αναφέρουν οι Financial Times, το κοτόπουλο ξεπέρασε το χοιρινό σε παγκόσμια κατανάλωση το 2022, ενώ η άνοδός του συνεχίζεται με εντυπωσιακούς ρυθμούς. Ο αριθμός των κοτόπουλων που παράγονται διεθνώς αυξήθηκε από 48,3 δισ. το 2006 σε 76,2 δισ. το 2023. Η εξέλιξη αυτή έχει μεταμορφώσει ολόκληρη την αγροδιατροφική αλυσίδα, από τις καλλιέργειες ζωοτροφών και τα εκκολαπτήρια μέχρι τα σφαγεία, τις μονάδες επεξεργασίας και τα δίκτυα ψυχόμενων μεταφορών.
Η σημερινή κυριαρχία του κοτόπουλου δεν ήταν αυτονόητη πριν από έναν αιώνα. Για μεγάλο μέρος του 20ού αιώνα, τα πουλερικά εκτρέφονταν κυρίως για την παραγωγή αυγών. Στο πιάτο κατέληγαν συνήθως κότες που είχαν ολοκληρώσει τον παραγωγικό τους κύκλο ή νεαροί κόκορες.
Τον 19ο αιώνα για παράδειγμα το κοτόπουλο ήταν ακριβότερο από το μοσχάρι στις ΗΠΑ. Η εικόνα άρχισε να αλλάζει με την ανάπτυξη των σιδηροδρόμων, των συστημάτων ψύξης, των πόλεων και των σουπερμάρκετ. Από τη δεκαετία του 1930, το κοτόπουλο άρχισε να διατίθεται ως τυποποιημένο, τεμαχισμένο και ψυχόμενο προϊόν. Μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, οι αμερικανικοί διαγωνισμοί «Chicken of Tomorrow» επιτάχυναν την ανάπτυξη φυλών με περισσότερο κρέας, ταχύτερη ανάπτυξη και καλύτερη αξιοποίηση της τροφής.
Οι βελτιώσεις στη γενετική, στη διατροφή και στη διαχείριση των μονάδων μείωσαν τον απαιτούμενο χρόνο εκτροφής και το κόστος παραγωγής. Το αποτέλεσμα ήταν περισσότερο κρέας με λιγότερες ανάγκες σίτισης και σε μικρότερο χρονικό διάστημα, γεγονός που έκανε το κοτόπουλο προσιτό σε πολύ μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού.
Η Βραζιλία και η τεράστια κινέζικη αγορά
Το βιομηχανικό μοντέλο αναπτύχθηκε αρχικά στις ΗΠΑ, αλλά η παραγωγή έχει πλέον εξαπλωθεί σε ολόκληρο τον κόσμο. Η Βραζιλία εξελίχθηκε στον μεγαλύτερο εξαγωγέα κρέατος κοτόπουλου, αυξάνοντας τις εξαγωγές της από περίπου 910.000 τόνους το 2000 σε 4,9 εκατ. τόνους το 2024.
Παράλληλα, χώρες της Ασίας, της Μέσης Ανατολής και της Αφρικής επενδύουν σε δικά τους εκκολαπτήρια, εργοστάσια ζωοτροφών και μονάδες επεξεργασίας, επιδιώκοντας να μειώσουν την εξάρτησή τους από τις εισαγωγές.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η Κίνα, όπου η παραγωγή ενισχύεται, ενώ η ζήτηση παραμένει τεράστια. Μόνο η Yum China άνοιξε 457 νέα καταστήματα KFC κατά το πρώτο τρίμηνο του 2026, ανεβάζοντας το συνολικό δίκτυο της αλυσίδας στη χώρα στα 13.454 καταστήματα.
Η μετατόπιση της κατανάλωσης είναι εμφανής και στις μεγαλύτερες αλυσίδες εστίασης. Τα McDonald’s υπολογίζουν ότι η παγκόσμια αγορά των προϊόντων κοτόπουλου είναι πλέον περίπου διπλάσια από εκείνη του βοδινού και αναπτύσσεται ταχύτερα.
Το κοτόπουλο πλεονεκτεί επειδή παράγεται γρήγορα, απαιτεί λιγότερη τροφή από άλλα ζώα, έχει υψηλή περιεκτικότητα σε πρωτεΐνη και προσαρμόζεται εύκολα σε διαφορετικές κουζίνες. Παράλληλα, δεν υπόκειται στους θρησκευτικούς και πολιτισμικούς περιορισμούς που επηρεάζουν την κατανάλωση χοιρινού και βοδινού.
Οι κίνδυνοι της μαζικής παραγωγής
Η αυξανόμενη ζήτηση, ωστόσο, απαιτεί διαρκώς μεγαλύτερες πτηνοτροφικές μονάδες, οι οποίες συναντούν αντιδράσεις για τη διαχείριση της κοπριάς και των αποβλήτων, τις εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, τις συνθήκες εκτροφής και τους κινδύνους από ασθένειες όπως η γρίπη των πτηνών.
Παρότι το κοτόπουλο έχει μικρότερο περιβαλλοντικό αποτύπωμα ανά κιλό κρέατος σε σχέση με το βοδινό, η τεράστια κλίμακα της παραγωγής διατηρεί σημαντικές τις συνολικές επιπτώσεις. Στη Βρετανία, δικαστικές αποφάσεις έχουν ήδη αυστηροποιήσει την αντιμετώπιση των αποβλήτων από μεγάλες πτηνοτροφικές μονάδες. Αντιδράσεις έχουν καταγραφεί επίσης στην Κροατία και στη Μαγιόρκα, όπου μεγάλα επενδυτικά σχέδια εγκαταλείφθηκαν ή απορρίφθηκαν.
Παρά τα εμπόδια, η κατανάλωση αναμένεται να συνεχίσει να αυξάνεται. Ο ΟΟΣΑ και ο FAO προβλέπουν άνοδο περίπου 21% έως το 2034, έναντι 16% για το βοδινό και 5% για το χοιρινό. Η παγκόσμια κατανάλωση πουλερικών εκτιμάται ότι θα φτάσει τα 173 εκατ. τόνους, καλύπτοντας το 62% της πρόσθετης ποσότητας κρέατος που θα καταναλώνεται παγκοσμίως.
