Ο αεροπορικός πόλεμος Ρωσίας – Ουκρανίας μπήκε σε νέα, πιο θανατηφόρα φάση

Η Ρωσία και η Ουκρανία εντείνουν τις επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας, με drones και πυραύλους, καθώς η ανεπαρκής αεράμυνα αυξάνει τις απώλειες

Aποθήκες της Wildberries καίγονται μετά από ουκρανικές επιθέσεις με drones © EPA/POOL/AΠΕ

Ο αεροπορικός πόλεμος μεταξύ Ρωσίας και Ουκρανίας περνά σε μια νέα και πιο επικίνδυνη φάση, καθώς και οι δύο πλευρές εκτοξεύουν επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας, ενώ οι δυνατότητες αεράμυνας δεν επαρκούν για να αναχαιτίσουν τον αυξανόμενο όγκο των επερχόμενων πυραύλων και drones.

Η ένταση αποτυπώθηκε με δραματικό τρόπο την περασμένη εβδομάδα, όταν ρωσικός καταιγισμός πυραύλων και drones έπληξε παιδιατρικό νοσοκομείο, σχολείο, πολυκατοικίες και αποθήκες στην ευρύτερη περιοχή του Κιέβου.

Τουλάχιστον 16 άνθρωποι σκοτώθηκαν, ενώ η Ουκρανία, έχοντας έλλειψη αναχαιτιστικών πυραύλων Patriot, δεν κατάφερε να καταρρίψει κανέναν από τους βαλλιστικούς πυραύλους που εκτοξεύθηκαν εναντίον της.

Η ουκρανική απάντηση ήρθε λίγες ημέρες αργότερα. Επίθεση με drones προκάλεσε τεράστια πυρκαγιά σε ένα από τα μεγαλύτερα διυλιστήρια πετρελαίου της Ρωσίας, κοντά στο Νίζνι Νόβγκοροντ. Παράλληλα, στην κεντρική ρωσική περιοχή Ταμπόφ τυλίχθηκε στις φλόγες αποθήκη της Wildberries, μιας από τις μεγαλύτερες εταιρείες ηλεκτρονικού εμπορίου της χώρας.

Η νέα πραγματικότητα είναι ότι ο πόλεμος στον αέρα εξελίσσεται σε μια αμοιβαία εκστρατεία μεγάλης εμβέλειας. Η Ρωσία επιχειρεί να πλήξει την ουκρανική κοινωνία και να εξαντλήσει τις αντοχές του πληθυσμού, ενώ η Ουκρανία επιδιώκει να καταστήσει τη ρωσική εισβολή οικονομικά και βιομηχανικά μη βιώσιμη, χτυπώντας τις υποδομές που στηρίζουν την πολεμική μηχανή της Μόσχας.

Παρά την κλιμάκωση, ωστόσο, καμία από τις δύο πλευρές δεν φαίνεται να βρίσκεται κοντά στην αποφασιστική επικράτηση. Ο πόλεμος γίνεται ολοένα πιο σκληρός και καταστροφικός, αλλά όχι πιο κοντά στο τέλος του.

Eπιβολή κόστους και στις δύο πλευρές

Η στρατηγική της Ρωσίας βασίζεται στην επιβολή κόστους στην ουκρανική κοινωνία. Η Μόσχα άρχισε συστηματική εκστρατεία εναντίον των ενεργειακών υποδομών της Ουκρανίας το φθινόπωρο του 2022, όταν η χερσαία εισβολή είχε αρχίσει να βαλτώνει και ο ρωσικός στρατός είχε υποστεί σημαντικές αποτυχίες.

Ο στόχος ήταν να βυθιστούν οι ουκρανικές πόλεις στο σκοτάδι και στο κρύο ενόψει του χειμώνα. Για τέσσερις συνεχόμενους χειμώνες, η στρατηγική αυτή δεν έχει επιτύχει τον στόχο της. Οι Ουκρανοί κατάφεραν να προστατεύσουν, να επισκευάσουν ή να αντικαταστήσουν αρκετό μέρος της παραγωγής και διανομής ηλεκτρικής ενέργειας και θέρμανσης ώστε οι πόλεις να συνεχίσουν να λειτουργούν.

Ωστόσο, οι επιθέσεις αφήνουν συσσωρευμένες ζημιές. Κάθε χειμώνας προσθέτει νέο βάρος στο ενεργειακό δίκτυο, ενώ οι δυνατότητες της ουκρανικής αεράμυνας δοκιμάζονται ολοένα περισσότερο.

Ιδιαίτερη ανησυχία προκαλεί η έλλειψη πυραύλων Patriot, οι οποίοι βρίσκονται σε περιορισμένη διαθεσιμότητα παγκοσμίως μετά τον πόλεμο ΗΠΑ-Ιράν. Η απουσία επαρκών αναχαιτιστικών συστημάτων έχει επιβαρύνει το κλίμα στο Κίεβο, καθώς οι ρωσικές επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας έχουν προκαλέσει εκατοντάδες θανάτους αμάχων μέσα στο φετινό καλοκαίρι.

Η απειλή των βαλλιστικών πυραύλων

Μεγάλο μέρος των απωλειών προκαλείται από τους βαλλιστικούς πυραύλους Iskander-M, απέναντι στους οποίους η Ουκρανία αντιμετωπίζει ιδιαίτερες δυσκολίες.

Στο Κίεβο, αρκετοί κάτοικοι φοβούνται πλέον ότι η Ρωσία θα επιχειρήσει να πλήξει συστηματικά τα δίκτυα ύδρευσης και αποχέτευσης της πρωτεύουσας, επιδιώκοντας να δημιουργήσει μια νέα ανθρωπιστική κρίση. Ορισμένοι εξετάζουν ακόμη και το ενδεχόμενο προσωρινής μετακίνησης στην ύπαιθρο εάν οι συνθήκες στην πρωτεύουσα επιδεινωθούν σημαντικά τον χειμώνα.

Παρά τα πλήγματα, όμως, λίγοι πιστεύουν ότι η Ρωσία θα μπορέσει να επιτύχει την υποταγή της Ουκρανίας μόνο μέσω των αεροπορικών επιθέσεων.

Η λογική πίσω από τη ρωσική στρατηγική είναι ότι ο πόνος και η εξάντληση θα μπορούσαν τελικά να οδηγήσουν σε πολιτική συνθηκολόγηση. Η μέχρι σήμερα εμπειρία, ωστόσο, δείχνει ότι οι παρατεταμένοι βομβαρδισμοί μπορούν να έχουν το αντίθετο αποτέλεσμα, ενισχύοντας την αντοχή μιας κοινωνίας αντί να την κάμπτουν.

Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν, μάλιστα, ότι τους τελευταίους μήνες η ουκρανική κοινή γνώμη έχει γίνει ακόμη πιο αντίθετη σε παραχωρήσεις εδαφών στη Μόσχα.

Απεξάρτηση από τη Δύση

Την ίδια ώρα, η Ουκρανία αναζητά τρόπους να αντιμετωπίσει τη ρωσική πυραυλική ισχύ χωρίς να εξαρτάται αποκλειστικά από τους δυτικούς αναχαιτιστές.

Η ουκρανική αμυντική βιομηχανία έχει αναπτυχθεί ταχύτατα παρά τις συνεχείς ρωσικές επιθέσεις και πλέον παράγει εκατομμύρια drones τον χρόνο, σε αποκεντρωμένες και δύσκολα εντοπίσιμες εγκαταστάσεις.

Η νέα ουκρανική στρατηγική περιλαμβάνει και την καταδίωξη των ρωσικών συστημάτων αεράμυνας. Ουκρανικά drones έχουν πλήξει συστήματα αεράμυνας σε περιοχές της νότιας Ρωσίας, σε μια προσπάθεια να δημιουργηθούν κενά τα οποία θα μπορούσαν στη συνέχεια να αξιοποιηθούν για την αναζήτηση και την καταστροφή ρωσικών εκτοξευτών πυραύλων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η προσπάθεια να απειληθούν οι εκτοξευτές Iskander-M, οι οποίοι μπορούν να εξαπολύουν βαλλιστικούς πυραύλους εναντίον ουκρανικών στόχων.

Η παρουσία μεγάλου αριθμού drones στον ρωσικό εναέριο χώρο μπορεί να υποχρεώσει τους εκτοξευτές να μετακινούνται ή να κρύβονται συχνότερα, περιορίζοντας έτσι την επιχειρησιακή τους αποτελεσματικότητα. Δεν αποτελεί απόλυτη λύση, αλλά μπορεί να δυσκολέψει σημαντικά τον σχεδιασμό των ρωσικών επιθέσεων.

Η λύση των φτηνών drones

Παράλληλα, η Ρωσία διευρύνει το δικό της οπλοστάσιο με νέες κατηγορίες σχετικά φθηνών drones και πυραύλων. Ανάμεσά τους βρίσκονται τα jet-powered drones Geran-5, τα οποία βασίζονται στην ιρανική τεχνολογία Shahed, καθώς και ο πύραυλος κρουζ Banderol.

Το χαμηλότερο κόστος αυτών των όπλων επιτρέπει την παραγωγή τους σε μεγαλύτερες ποσότητες. Αυτό δημιουργεί ένα ακόμη μεγαλύτερο πρόβλημα για την ουκρανική αεράμυνα, καθώς την υποχρεώνει να καταναλώνει πολύτιμους και ακριβούς αναχαιτιστικούς πυραύλους για να αντιμετωπίσει όπλα που μπορεί να κοστίζουν πολύ λιγότερο.

Την ίδια ώρα, η Ουκρανία έχει αυξήσει θεαματικά τις δυνατότητες επιθέσεων μεγάλης εμβέλειας κατά τη διάρκεια του τελευταίου έτους.

Η εκστρατεία του Κιέβου δεν περιορίζεται πλέον σε διυλιστήρια πετρελαίου, ενεργειακές υποδομές και εργοστάσια που παράγουν εξαρτήματα για πυραύλους. Οι ουκρανικές επιθέσεις έχουν επεκταθεί στη ναυτιλία στη Μαύρη Θάλασσα, αλλά και στις αποθήκες των μεγαλύτερων ρωσικών εταιρειών ηλεκτρονικού εμπορίου, όπως οι Wildberries και Ozon.

Τα πλήγματα αυτά έχουν προκαλέσει και θανάτους αμάχων, αν και σε σαφώς μικρότερη κλίμακα από τις ρωσικές επιθέσεις στην Ουκρανία.

Στόχος οι αλυσίδες εφοδιασμού του ρωσικού στρατού

Οι στόχοι του Κιέβου είναι συγκεκριμένοι: να χτυπήσει τις αλυσίδες εφοδιασμού του ρωσικού στρατού, να περιορίσει τα έσοδα από τις εξαγωγές που χρηματοδοτούν τον πόλεμο και να προκαλέσει αρκετή οικονομική αναστάτωση ώστε η πολεμική προσπάθεια να γίνει περισσότερο αισθητή στη ρωσική κοινωνία.

Ωστόσο, το μεγάλο ερώτημα είναι κατά πόσο η πίεση αυτή μπορεί να επηρεάσει τον Βλαντίμιρ Πούτιν.

Οι περισσότεροι αναλυτές της Ρωσίας αμφιβάλλουν ότι η δυσαρέσκεια του πληθυσμού ή της επιχειρηματικής ελίτ θα μπορούσε από μόνη της να οδηγήσει τον Ρώσο πρόεδρο σε αποδοχή μιας εκεχειρίας. Ο Πούτιν εξακολουθεί να ποντάρει στην ικανότητα του κράτους να περιορίζει τη διαφωνία και στην αντοχή της ρωσικής οικονομίας απέναντι στις επιθέσεις.

Για να αλλάξει ο υπολογισμός του Κρεμλίνου, οι επιπτώσεις των ουκρανικών πληγμάτων μεγάλης εμβέλειας στη ρωσική κοινωνία και οικονομία θα πρέπει να γίνουν πολύ μεγαλύτερες.

Ακόμη και Ρώσοι αναλυτές που εκτιμούν πλέον ότι η Μόσχα μπορεί να μην πετύχει τους αρχικούς πολεμικούς της στόχους δεν αποδίδουν αυτή την εξέλιξη κυρίως στις ουκρανικές αεροπορικές επιθέσεις. Η μεγαλύτερη ανησυχία τους αφορά την έλλειψη ουσιαστικής προόδου στο μέτωπο.

Κρίσιμο το ανθρώπινο δυναμικό

Και αυτό οδηγεί στο βασικό συμπέρασμα για την επόμενη φάση του πολέμου: η αποφασιστική μεταβλητή παραμένει το ανθρώπινο δυναμικό.

Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν ο Πούτιν θα προχωρήσει τους επόμενους μήνες σε μια μεγάλης κλίμακας επιστράτευση, προκειμένου να ενισχύσει εκ νέου τη χερσαία εκστρατεία.

Οι επιθέσεις μεγάλης εμβέλειας έχουν αποκτήσει τόσο μεγάλη σημασία ακριβώς επειδή είναι ένας από τους ελάχιστους τομείς όπου και οι δύο πλευρές μπορούν να συνεχίσουν να δρουν αποφασιστικά, ενώ το χερσαίο μέτωπο παραμένει σε μεγάλο βαθμό στάσιμο.

Έτσι, ο πόλεμος των drones και των πυραύλων αναμένεται να γίνει ακόμη πιο καταστροφικός. Το μεγάλο ερώτημα, όμως, παραμένει εάν μπορεί να γίνει και αποφασιστικός. Μέχρι στιγμής, η απάντηση είναι αρνητική.