Δέκα ημέρες πριν από την κρίσιμη συνεδρίαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας των ΗΠΑ (Fed), η κυβέρνηση του Ντόναλντ Τραμπ ασκεί έντονες πιέσεις στον Κέβιν Γουόρς για να αποτρέψει μια ενδεχόμενη αύξηση των επιτοκίων.
Ο Αμερικανός πρόεδρος, ο αντιπρόεδρος Τζέι Ντι Βανς, ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ και ο ανώτερος οικονομικός σύμβουλος Πίτερ Ναβάρο ζητούν δημοσίως από τη Fed να αποφύγει την αύξηση και, αντίθετα, να προχωρήσει σε μείωση των επιτοκίων. Η εκστρατεία αυτή πραγματοποιείται σε μια ευαίσθητη πολιτικά περίοδο, μόλις δύο μήνες πριν από τις ενδιάμεσες αμερικανικές εκλογές του Νοεμβρίου, όπου η δυσαρέσκεια των πολιτών για τις υψηλές τιμές και τα επιτόκια παραμένει έντονη.
Ο Πρόεδρος Τραμπ κλιμάκωσε την τακτική του απειλώντας ακόμη και με διακοπή του εμπορίου ή επιβολή δασμών σε χώρες που καταγράφουν εμπορικό πλεόνασμα με τις ΗΠΑ, εάν η Fed δεν μειώσει τα επιτόκια. Παράλληλα, ο Πίτερ Ναβάρο χαρακτήρισε μια πιθανή αύξηση «απρόσεκτη» για τους τομείς της οικονομίας που χρειάζονται ανάπτυξη, ενώ ο Τζέι Ντι Βανς υπογράμμισε την ανάγκη συνδρομής από την κεντρική τράπεζα.
Από την πλευρά του, ο Σκοτ Μπέσεντ σημείωσε ότι η τράπεζα δεν συνηθίζει να αυξάνει τα επιτόκια κατά τη διάρκεια σοκ στην προσφορά.
Η κυβέρνηση υποστηρίζει ότι η οικονομική ανάπτυξη δεν προκαλεί από μόνη της πληθωρισμό, επικαλούμενη τις φορολογικές ελαφρύνσεις, τις επενδύσεις και τον τριμηνιαίο δομικό δείκτη τιμών καταναλωτή που διαμορφώθηκε στο 1,6%. Ωστόσο, η Fed αντιμετωπίζει διλήμματα, καθώς ο προτιμώμενος δείκτης της, ο δομικός PCE, ξεπερνά το 3%, ενώ πάνω από το μισό των συνιστωσών του καταγράφει αυξήσεις άνω του στόχου του 2%.
Παράλληλα, μέλη της επιτροπής εκφράζουν ανησυχίες για τις επιπτώσεις των δασμών, του κόστους ενέργειας και των πιέσεων από τις επενδύσεις στην τεχνητή νοημοσύνη.
Ο πρόεδρος της Fed, Κέβιν Γουόρς, διατηρεί ουδέτερη στάση, τονίζοντας ότι οι πολιτικές δηλώσεις δεν επηρεάζουν την ανεξαρτησία της τράπεζας και ότι η εστίαση παραμένει στον πληθωρισμό.
Οι αγορές αποτιμούν την πιθανότητα αύξησης των επιτοκίων στη συνεδρίαση της 15ης-16ης Σεπτεμβρίου κοντά στο 60%, ιδιαίτερα μετά τα ισχυρά στοιχεία για την απασχόληση. Η τελική απόφαση της Ομοσπονδιακής Τράπεζας αναμένεται να εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τα νέα στοιχεία του δείκτη τιμών καταναλωτή που θα δημοσιοποιηθούν άμεσα.
