H ακροδεξιά AfD κατέγραψε ιστορική νίκη στη Σαξονία-Άνχαλτ, σε μια εκλογική αναμέτρηση με υψηλή συμμετοχή που προκαλεί αναταράξεις στο πολιτικό σκηνικό της Γερμανίας και συγκεντρώνει το ενδιαφέρον σε ευρωπαϊκό και διεθνές επίπεδο.
Το προσωρινό αποτέλεσμα αναμένεται Δευτέρα, όμως τα exit polls αποτύπωσαν ήδη μια εντυπωσιακή ανατροπή των ισορροπιών.
Η κατάρρευση των Χριστιανοδημοκρατών και η άνοδος της ακροδεξιάς περιπλέκουν τον σχηματισμό κυβέρνησης, ενώ οι επόμενες εκλογές σε Μεκλεμβούργο και Βερολίνο αυξάνουν την πίεση.
Από το «Τείχος Δημοκρατίας» έως το ευρώ και το φρένο χρέους, η εκλογική άνοδος της ακροδεξιάς αποκτά πλέον και οικονομικές διαστάσεις.
Γερμανία: Η AfD στο 44,5% και το CDU σε ιστορικό χαμηλό
Σύμφωνα με το exit poll της ARD, η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD) συγκεντρώνει 44,5%, έναντι μόλις 18,5% του CDU. Οι Χριστιανοδημοκράτες καταγράφουν έτσι ιστορικό χαμηλό στο κρατίδιο, έχοντας χάσει σχεδόν τη μισή εκλογική τους δύναμη σε σχέση με το 2021.
Η Αριστερά ακολουθεί με 9,5%, οι Πράσινοι με 9% και το SPD με 8%, ενώ το BSW πέρασε οριακά στο 5%, ποσοστό που δεν αποκλείεται τελικά να μην αποδειχθεί αρκετό για την είσοδό του στην τοπική Βουλή.
Σε επίπεδο εδρών, το ίδιο exit poll εκτιμά ότι η AfD καταλαμβάνει 39 έδρες, το CDU 16, η Αριστερά και οι Πράσινοι από 8, το SPD 7 και το BSW 4. Για την απόλυτη πλειοψηφία απαιτούνται τουλάχιστον 42 από τις 83 έδρες.
Η συμμετοχή έφτασε το ιδιαίτερα υψηλό 76%. Σε σύγκριση με το 2021, η AfD ενισχύθηκε κατά 23,7 ποσοστιαίες μονάδες, ενώ το CDU κατέγραψε απώλειες 18,6 μονάδων. Η Αριστερά υποχώρησε κατά 1,5 μονάδες και το SPD κατά 0,4 μονάδες, ενώ οι Πράσινοι ενισχύθηκαν κατά 3,1 μονάδες. Αντίθετα, οι Φιλελεύθεροι (FDP) σχεδόν εξαφανίστηκαν στο 2% αφού έχασαν 4,4 ποσοστιαίες μονάδες, περιορίζοντας δραματικά την παρουσία τους.
Η επίδοση της AfD βγήκε πάνω από τις ήδη υψηλές προσδοκίες των δημοσκοπήσεων, οι οποίες την τοποθετούσαν γύρω στο 40% ή και υψηλότερα, έναντι 22%-23% για το CDU και περίπου 5% για τους Πράσινους.

Εκλογές στο κρατίδιο της Σαξονίας, ©EPA/CLEMENS BILAN
Γερμανία: Νίκη αλλά χωρίς αυτοδυναμία AfD στη Σαξονία, τα σενάρια
Το κρίσιμο ερώτημα πλέον δεν είναι μόνο ποιο κόμμα κέρδισε, αλλά ποιος μπορεί να κυβερνήσει. Η AfD βρίσκεται πολύ κοντά στην απόλυτη πλειοψηφία, χωρίς όμως να την εξασφαλίζει με βάση τα συγκεκριμένα στοιχεία.
Ο επικεφαλής του κόμματος στο κρατίδιο, Ούλριχ Ζίγκμουντ, χαρακτήρισε το αποτέλεσμα «συγκλονιστικό» και υποστήριξε ότι οι ψηφοφόροι έδωσαν σαφή εντολή για πολιτική αλλαγή με πρωταγωνιστή την AfD. Στο ίδιο μήκος κύματος κινήθηκαν οι ομοσπονδιακοί συμπρόεδροι Άλις Βάιντελ και Τίνο Κρουπάλα, μιλώντας για εντολή σχηματισμού κυβέρνησης.
Η AfD διαθέτει 39 από τις 83 έδρες, υπολειπόμενη κατά τρεις της απαιτούμενης πλειοψηφίας. Καθοριστική για την επόμενη ημέρα αποδείχθηκε η οριακή είσοδος του BSW στη Βουλή, με τέσσερις έδρες. Η εξέλιξη ακυρώνει το σενάριο κυβέρνησης CDU, SPD και Πρασίνων με ανοχή της Αριστεράς, καθώς ο συγκεκριμένος συνδυασμός συγκεντρώνει 40 έδρες, έναντι 42 που απαιτούνται.
Αριθμητικά, AfD και BSW διαθέτουν μαζί 43 έδρες και θα μπορούσαν να σχηματίσουν πλειοψηφία. Παρά τις συγκλίσεις τους σε ζητήματα όπως η Ρωσία και ο πόλεμος στην Ουκρανία, οι πολιτικές τους διαφορές παραμένουν σημαντικές, ενώ το BSW δεν έχει δεσμευθεί για κυβερνητική συνεργασία. Ακόμη ισχυρότερη πλειοψηφία, 55 εδρών, θα προέκυπτε από σύμπραξη CDU και AfD, ένα ενδεχόμενο που θα έθετε υπό αμφισβήτηση το «τείχος προστασίας» (Brandmauer), δηλαδή την άρνηση των παραδοσιακών κομμάτων να συνεργαστούν με την ακροδεξιά.
Ο Ζίγκμουντ αποκλείει μέχρι στιγμής κυβέρνηση μειοψηφίας, αφήνοντας ανοιχτό ακόμη και το ενδεχόμενο νέων εκλογών. Η περιφερειακή AfD χαρακτηρίζεται από την Υπηρεσία Προστασίας του Συντάγματος ως «αποδεδειγμένα ακροδεξιά εξτρεμιστική», χαρακτηρισμός που απορρίπτει η ηγεσία της.
Το μεγάλο δίλημμα του Μερτς
Η εκλογική επίδοση στη Σαξονία-Άνχαλτ αποτελεί σοβαρό πολιτικό πλήγμα για τον Φρίντριχ Μερτς. Το CDU θα κληθεί να εξηγήσει το μέγεθος της απώλειας, ενώ στο εσωτερικό του κόμματος αναμένεται να ενταθεί η συζήτηση για τη στρατηγική αντιμετώπισης της AfD.
Ο Σβεν Σούλτσε ανέλαβε την πρωθυπουργία της Σαξονίας-Άνχαλτ μόλις τον Ιανουάριο, διαδεχόμενος τον Ράινερ Χάζελοφ, ο οποίος παρέμεινε 15 χρόνια στην εξουσία. Ο συνασπισμός CDU-SPD-FDP έχει πλέον χάσει περίπου το ένα τέταρτο της εκλογικής του δύναμης.
Μέχρι σήμερα, τα κόμματα αποκλείουν τη συγκυβέρνηση με την AfD, με μόνη εξαίρεση το BSW, στο εσωτερικό του οποίου υπάρχουν διαφορετικές απόψεις. Αυτός ο πολιτικός αποκλεισμός είναι ταυτόχρονα το βασικό εμπόδιο για την AfD και η μοναδική δυνατότητα του Σούλτσε να παραμείνει στην εξουσία μέσω μιας διαφορετικής συμμαχίας.

Ο Φρίντριχ Μερτς © EPA/RONALD WITTEK
Η ομοσπονδιακή συμπρόεδρος της AfD, Αλίς Βάιντελ, έσπευσε να χαρακτηρίσει το αποτέλεσμα «ιστορικό», υποστηρίζοντας ότι το κόμμα έλαβε «σαφή εντολή διακυβέρνησης». Ωστόσο, η εκλογική αριθμητική παραμένει αβέβαιη. Εφόσον τα τελικά αποτελέσματα κινηθούν στα επίπεδα των exit polls, η AfD δεν θα διαθέτει τις απαιτούμενες έδρες για να κυβερνήσει αυτοδύναμα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η Συμμαχία Σάρα Βάγκενκνεχτ (BSW), η οποία βρίσκεται κοντά στο όριο του 5% για την είσοδο στην κρατιδιακή Βουλή της Σαξονίας-Άνχαλτ. Το BSW έχει δηλώσει ότι είναι διατεθειμένο να συνεργαστεί με την AfD, γεγονός που θα μπορούσε να αποδειχθεί καθοριστικό για την ανάδειξη της ακροδεξιάς στην εξουσία. Η Βάιντελ δήλωσε ότι το κόμμα της «έχει πάντα απλωμένο το χέρι» προς πιθανούς εταίρους.
Ο επικεφαλής υποψήφιος της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ, Ούλριχ Ζίγκμουντ, απέφυγε να προβλέψει αν θα αναλάβει την πρωθυπουργία. Μιλώντας στην ARD, τόνισε ότι η AfD πέτυχε τον στόχο της και «έγραψε ιστορία» στο κρατίδιο. Παράλληλα, χαρακτήρισε το αποτέλεσμα μήνυμα προς το Βερολίνο και προσωπικά προς τον Φρίντριχ Μερτς, τον οποίο παρουσίασε ως βασικό αντίπαλο της προεκλογικής εκστρατείας.
Για το CDU, που κυβερνά τη Σαξονία-Άνχαλτ τα τελευταία 24 χρόνια, το αποτέλεσμα αποτελεί σοβαρό πλήγμα. Η γενική γραμματέας του κόμματος, Φραντσίσκα Χόπερμαν, μίλησε για «πολύ δύσκολο αποτέλεσμα» και συνολική ήττα, ενώ ο πρωθυπουργός του κρατιδίου, Σβεν Σούλτσε, αναγνώρισε ότι η AfD είναι πλέον η ισχυρότερη πολιτική δύναμη.
Η δυναμική της AfD αποκτά μεγαλύτερη σημασία καθώς περίπου τέσσερις στους δέκα ψηφοφόρους την επέλεξαν, παρά τον χαρακτηρισμό της τοπικής οργάνωσης ως ακροδεξιάς εξτρεμιστικής από τις υπηρεσίες πληροφοριών του κρατιδίου και τις αναφορές για πρόσωπα του στενού κύκλου του Ζίγκμουντ.
Το αποτέλεσμα αποτυπώνει τη βαθιά δυσπιστία απέναντι στα παραδοσιακά κόμματα, τα μέσα ενημέρωσης και τους θεσμούς στην ανατολική Γερμανία. Η τάση αναμένεται να δοκιμαστεί στις 20 Σεπτεμβρίου στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, όπου η AfD προηγείται στις δημοσκοπήσεις, αλλά και στο Βερολίνο, όπου κινείται γύρω στο 18%.
Η επίδοση στη Σαξονία-Άνχαλτ ξεπερνά και το προηγούμενο ρεκόρ της AfD στην Ανατολή: το 32,8% στη Θουριγγία το 2024, αποτέλεσμα που τότε είχε οδηγήσει το CDU στην ανάγκη σχηματισμού κυβέρνησης μειοψηφίας με κόμματα της Αριστεράς.
Το αποτέλεσμα δεν αποτελεί απλώς μια περιφερειακή πολιτική ήττα για τον Μερτς. Αποτελεί τεστ για τη συνοχή της στρατηγικής του Μερτς, την αντοχή του «τείχους» απέναντι στην AfD και την ικανότητα της κυβέρνησής του να πείσει τους ψηφοφόρους ότι μπορεί να προχωρήσει στις οικονομικές μεταρρυθμίσεις και να επαναφέρει την ανάπτυξη που θεωρεί αναγκαίες για να ανακόψει την περαιτέρω άνοδο της ακροδεξιάς.

Εκλογές στο κρατίδιο της Σαξονίας, ©EPA/CLEMENS BILAN
Από την Ανατολική Γερμανία στην οικονομική ατζέντα
Η άνοδος της AfD δεν αποδίδεται αποκλειστικά στο μεταναστευτικό ή στην οικονομική δυσαρέσκεια, αναφέρουν αναλυτές. Αντανακλά βαθύτερη αποξένωση σημαντικού τμήματος της Ανατολικής Γερμανίας από το πολιτικό σύστημα που δημιουργήθηκε μετά την επανένωση.
Ο Ούλριχ Ζίγκμουντ μιλά για μια νέα «αφύπνιση» της Ανατολής, συνδέοντας την οικονομική απογοήτευση με την αντίθεση στη στήριξη της Ουκρανίας και την ανάγκη επιστροφής στο ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Η κληρονομιά της Άνγκελα Μέρκελ παραμένει σημαντική. Η πρώην καγκελάριος, που προερχόταν από την Ανατολική Γερμανία, αρχικά συμβόλισε την επιτυχή ενοποίηση, όμως η απόφαση για την υποδοχή περισσότερων από ένα εκατομμύριο προσφύγων το 2015-2016 τροφοδότησε ισχυρές αντιδράσεις και συνέβαλε στην εκλογική άνοδο της AfD.
Παράλληλα, η οικονομική σύγκλιση Ανατολής και Δύσης δεν ολοκληρώθηκε. Η επιβράδυνση της ανατολικογερμανικής οικονομίας μετά τη δυναμική της δεκαετίας του 1990, η φυγή νέων και εξειδικευμένων εργαζομένων και η χαμηλότερη επιχειρηματική δραστηριότητα ενίσχυσαν την αίσθηση εγκατάλειψης.
Η AfD μετατρέπει αυτή τη δυσαρέσκεια σε πολιτικό αφήγημα, συνδέοντας οικονομία, μεταναστευτικό, Ρωσία και την πεποίθηση ότι το Βερολίνο δεν ακούει την Ανατολή.
Η ίδια δυναμική θα δοκιμαστεί στις 20 Σεπτεμβρίου, όταν διεξαχθούν εκλογές στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία και στο Βερολίνο. Στο πρώτο κρατίδιο, η AfD προηγείται με 36%, με επικεφαλής τον Λάιφ-Έρικ Χολμ, ενώ το SPD της Μανουέλα Σβέζιχ βρίσκεται στο 29%. Παρά τη διαφορά, η Σβέζιχ προηγείται καθαρά στην προτίμηση για την πρωθυπουργία, με 47% έναντι 27% του Χολμ. Η σημερινή κυβέρνηση SPD-Die Linke, όμως, χάνει την πλειοψηφία και πιθανότερη εμφανίζεται μια συνεργασία SPD, Die Linke και CDU.
Στο Βερολίνο, περίπου 2,4 εκατομμύρια ψηφοφόροι καλούνται στις κάλπες. Η AfD βρίσκεται στο 17%, σχεδόν διπλάσια από το αποτέλεσμα του 2023, ενώ Die Linke, CDU, AfD, Πράσινοι και SPD απέχουν μόλις 6 ποσοστιαίες μονάδες. Κάθε πλειοψηφία απαιτεί συνεργασία τριών κομμάτων. Η αποχώρηση του Κάι Βέγκνερ από την υποψηφιότητα για δήμαρχος τον Ιούλιο αποδυνάμωσε περαιτέρω το CDU, με τον Στέφαν Έβερς να αναλαμβάνει την υποψηφιότητα και την προσωρινή ηγεσία.

Η πρόεδρος του γερμανικού ακροδεξιού κόμματος AfD Άλις Βάιντελ © EPA/SOEREN STACHE
Η οικονομική πρόκληση της AfD στη Γερμανία
Η άνοδος της AfD αποκτά ιδιαίτερη σημασία και για τη γερμανική οικονομία. Το κόμμα εμφανίζεται πλέον ως η ισχυρότερη πολιτική δύναμη στις εθνικές δημοσκοπήσεις, όμως η οικονομική του ατζέντα παραμένει αντιφατική.
Το ομοσπονδιακό πρόγραμμα του 2025 προέβλεπε έξοδο από το ευρώ, επιστροφή σε εθνικό νόμισμα, επαναφορά του χρυσού στη χώρα, «νομισματοποίηση» των απαιτήσεων Target-2 και υψηλότερες συντάξεις. Το ZEW είχε υπολογίσει ότι το πρόγραμμα παρουσίαζε το μεγαλύτερο χρηματοδοτικό κενό μεταξύ όλων των κομμάτων.
Σε πρόσφατο κείμενο της κοινοβουλευτικής ομάδας, ωστόσο, σχεδόν ολόκληρο αυτό το πακέτο αφαιρέθηκε: ευρώ, επιστροφή στο μάρκο, χρυσός, Target-2 και Bitcoin. Αντίθετα, υιοθετήθηκαν φορολογικές προτάσεις που παραπέμπουν στον Πολ Κίρχοφ και διατηρήθηκε ως απαραβίαστο το συνταγματικό «φρένο χρέους».
Η βιωσιμότητα των προτάσεων αποτελεί επίσης ζήτημα. Μελέτη του Ινστιτούτου Οικονομικών Ερευνών της Χάλε υπολόγισε τις ετήσιες χρηματοδοτικές ανάγκες του προγράμματος της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ σε περίπου 2,5 δισ. ευρώ, έναντι μόλις 243 εκατ. ευρώ τεκμηριωμένων εξοικονομήσεων. Έτσι, καλύπτεται λιγότερο από 10 σεντς για κάθε ευρώ των εξαγγελιών, αφήνοντας χρηματοδοτικό κενό τουλάχιστον 2,2 δισ. ευρώ.
Η Αλίς Βάιντελ επανέλαβε στο ZDF την κριτική της για το ευρώ, χωρίς να δηλώσει ευθέως ότι μια κυβέρνηση AfD θα οδηγούσε τη Γερμανία εκτός Ευρωζώνης. Ήταν, ωστόσο, σαφέστερη για τη Συνθήκη Σένγκεν, υποστηρίζοντας την ακύρωσή της.
Για τους επενδυτές, σύμφωνα με την ING, το επόμενο διάστημα θα επικεντρωθεί σε τρία μέτωπα: στην αντοχή του «τείχους προστασίας» απέναντι στην AfD, στην πολιτική επιβίωση του Μερτς και στην πορεία του SPD. Εάν οι μοναδικές πλειοψηφίες χωρίς την AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία απαιτούν CDU και Die Linke, οι Χριστιανοδημοκράτες θα βρεθούν μπροστά στο δίλημμα ποιο πολιτικό ταμπού θα διατηρήσουν.
Παράλληλα, η χαμηλή δημοτικότητα του Μερτς, η μετατόπισή του στο «φρένο χρέους» και στη δημοσιονομική τόνωση, η αργή εφαρμογή μεταρρυθμίσεων και οι επικρίσεις για τη στελέχωση της κυβέρνησης έχουν προκαλέσει εσωκομματική δυσαρέσκεια. Έχουν ήδη διατυπωθεί σενάρια αντικατάστασής του μετά τις εκλογές, αν και μια τέτοια εξέλιξη παραμένει δύσκολη.
Οι εκλογές δεν αλλάζουν άμεσα τα οικονομικά δεδομένα της Γερμανίας. Μπορούν όμως να μεταβάλουν το πολιτικό κόστος των μεταρρυθμίσεων, την ταχύτητα υλοποίησής τους και, τελικά, τον χρόνο που διαθέτει η κυβέρνηση Μερτς για να αποδείξει ότι μπορεί να αναστρέψει την οικονομική και πολιτική φθορά.
