Η Γερμανία βρίσκεται μπροστά σε μια κρίσιμη πολιτική δοκιμασία, καθώς η ακροδεξιά «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) διεκδικεί για πρώτη φορά τη δυνατότητα να ηγηθεί μιας ισχυρής κρατιδιακής κυβέρνησης.
Η εκλογική της άνοδος στη Σαξονία-Άνχαλτ συνδέεται με οικονομική δυσαρέσκεια, μεταναστευτικό και μια βαθύτερη σύγκρουση για την ιστορική ταυτότητα της χώρας.
Η AfD επιχειρεί να ξαναγράψει τη μεταπολεμική ταυτότητα της Γερμανίας θέτωντας στο επίκεντρο μια βαθύτερη σύγκρουση για την ιστορία, τις μνήμες του ναζισμού, την οικονομία, τις κοινωνικές προοπτικές και το μέλλον της χώρας
Γερμανία: Η AfD πλησιάζει στην εξουσία
Μια διαδρομή μόλις 30 λεπτών με τρένο από τη Χάλε προς την ανατολική Γερμανία αρκεί για να γίνει εμφανές πόσο βαθιά έχει εισχωρήσει η πολιτική αντιπαράθεση στην καθημερινότητα. Στον παλιό σιδηροδρομικό σταθμό του Σάντερσλεμπεν, τα γράμματα «AfD» έχουν γραφτεί πάνω στα παράθυρα, δίπλα σε έναν κόκκινο αγκυλωτό σταυρό. Δεν είναι σαφές αν πρόκειται για πράξη υποστηρικτή του κόμματος ή για αντίδραση κάποιου πολιτικού αντιπάλου. Το μήνυμα, πάντως, αποτυπώνει το διακύβευμα των εκλογών της 6ης Σεπτεμβρίου στη Σαξονία-Άνχαλτ.
Το κρατίδιο, με περίπου 2 εκατομμύρια κατοίκους σε έναν πληθυσμό 84 εκατομμυρίων στη Γερμανία, αποτελεί σήμερα ένα από τα σημαντικότερα μέτωπα της πολιτικής σύγκρουσης. Η AfD, που σε αρκετά από τα 16 ομόσπονδα κρατίδια χαρακτηρίζεται από τις υπηρεσίες εσωτερικής ασφάλειας ως ακροδεξιά εξτρεμιστική οργάνωση, εμφανίζεται να έχει την καλύτερη μέχρι σήμερα ευκαιρία όχι απλώς να αυξήσει τη δύναμή της, αλλά να αναλάβει τη διοίκηση ενός ολόκληρου κρατιδίου.
Η εξέλιξη αυτή προκαλεί ιδιαίτερη ανησυχία σε μια χώρα όπου η πολιτική εκπαίδευση και η αντιμετώπιση του ναζιστικού παρελθόντος θεωρούνται βασικά στοιχεία της μεταπολεμικής δημοκρατικής ταυτότητας. Γερμανοεβραίοι ηγέτες έχουν συγκρίνει την AfD με το ναζιστικό κόμμα και έχουν ταχθεί υπέρ της απαγόρευσής της.
Παράλληλα, όλα τα παραδοσιακά κόμματα αρνούνται να συνεργαστούν μαζί της, στερώντας της προς το παρόν τη δυνατότητα να σχηματίσει κυβερνητικό συνασπισμό. Αυτό, ωστόσο, δεν έχει εμποδίσει την εκλογική της άνοδο. Η AfD έχει καταφέρει να βρεθεί στην κορυφή των δημοσκοπήσεων, εκμεταλλευόμενη τη δυσαρέσκεια απέναντι στο πολιτικό κατεστημένο, αναφέρουν αναλυτές στο Bloomberg.
Η αντιμεταναστευτική πολιτική βρίσκεται στον πυρήνα της εκστρατείας της. Σε αφίσα έξω από αστυνομικό τμήμα στο ιστορικό Μπλάνκενμπουργκ, το κόμμα υπόσχεται «απελάσεις από το πρώτο λεπτό», ενώ προτείνει σειρά μέτρων που ξεπερνούν κατά πολύ το μεταναστευτικό.
Το εκλογικό πρόγραμμα προβλέπει, μεταξύ άλλων, απαγόρευση των σημαιών του ουράνιου τόξου, σημαντική μείωση του αριθμού των υπουργών, εξεταστική επιτροπή για τα μέτρα που ελήφθησαν κατά την πανδημία του Covid-19, ξεχωριστές σχολικές τάξεις για παιδιά γονέων με προσωρινό άσυλο, τερματισμό της κρατικής χρηματοδότησης των δημόσιων ραδιοτηλεοπτικών οργανισμών και συγκέντρωση των αιτούντων άσυλο σε κεντρικές δομές, όπου θα υποχρεώνονται να εργάζονται.
Η Γερμανία και η σύγκρουση για την ιστορική μνήμη
Η πολιτική αναμέτρηση αποκτά ακόμη μεγαλύτερη βαρύτητα επειδή η AfD δεν επιχειρεί μόνο να αλλάξει τη μεταναστευτική ή οικονομική πολιτική. Στο εσωτερικό της πιο ριζοσπαστικής πτέρυγάς της αναπτύσσεται μια ευρύτερη προσπάθεια αναδιαμόρφωσης της γερμανικής ταυτότητας και της σχέσης της χώρας με το ναζιστικό παρελθόν.
Κεντρικό πρόσωπο αυτής της προσπάθειας είναι ο 48χρονος Χανς-Τόμας Τιλσνάιντερ, βουλευτής της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ και ένας από τους βασικούς ιδεολογικούς αρχιτέκτονες του προγράμματος του κόμματος. Ο ίδιος υποστηρίζει ότι η γερμανική κουλτούρα μνήμης, γνωστή ως Erinnerungskultur, έχει παραμείνει υπερβολικά παρούσα στη δημόσια ζωή.
Η συγκεκριμένη κουλτούρα διαμορφώθηκε σταδιακά μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς η Δυτική Γερμανία αντιμετώπισε, με καθυστέρηση και αντιφάσεις, τα εγκλήματα του ναζισμού και το Ολοκαύτωμα. Η διαδικασία αυτή συνέβαλε στην αποκατάσταση της διεθνούς θέσης της χώρας και στην ενσωμάτωσή της στις δυτικές δημοκρατικές συμμαχίες. Το ίδιο το γερμανικό Σύνταγμα διαμορφώθηκε με σαφή στόχο την απόρριψη του ναζισμού και τη δημιουργία δικλίδων ασφαλείας απέναντι στην επανεμφάνισή του.
Ο Τιλσνάιντερ και άλλοι εκπρόσωποι της πιο ακραίας πτέρυγας της AfD αντιλαμβάνονται, ωστόσο, αυτή την προσέγγιση ως ένα είδος «λατρείας της ενοχής», που, όπως υποστηρίζουν, καλλιεργεί την αυτοαπέχθεια στους Γερμανούς και αποδυναμώνει την εθνική τους ταυτότητα.
Ο ίδιος δεν υποστηρίζει ότι πρέπει να εξαφανιστούν από τα σχολεία τα εγκλήματα του Τρίτου Ράιχ. Θέλει, όπως λέει, να αλλάξει η έμφαση. Η ιστορία του ναζισμού θα πρέπει να διδάσκεται, αλλά ως μια περίοδο που ανήκει στο παρελθόν και όχι ως ένα γεγονός με διαρκή πολιτική και κοινωνική επικαιρότητα.
«Περισσότερος Μπίσμαρκ, λιγότερος Χίτλερ» ήταν η χαρακτηριστική διατύπωση που είχε χρησιμοποιηθεί για την αλλαγή της διδασκαλίας της ιστορίας, αν και η συγκεκριμένη φράση αφαιρέθηκε στη συνέχεια από το κυβερνητικό πρόγραμμα της AfD, αναφέρουν αναλυτές στο Politico.
Η πρόταση εντάσσεται σε ένα ευρύτερο σχέδιο που προβλέπει ανακατεύθυνση της κρατικής χρηματοδότησης στον πολιτισμό, αλλαγές στα σχολικά προγράμματα, περικοπές στη χρηματοδότηση έργων που το κόμμα χαρακτηρίζει «αντιγερμανικά» και ανάπτυξη μιας στρατηγικής «πατριωτικού τουρισμού».

Η πρόεδρος του γερμανικού ακροδεξιού κόμματος AfD Άλις Βάιντελ © EPA/SOEREN STACHE
Το κόμμα υποστηρίζει ότι δεν προτίθεται να καταργήσει τα μνημεία για τα εγκλήματα του ναζισμού. Παράλληλα, όμως, προτείνει ισότιμη χρηματοδότηση μνημείων που τιμούν τους στρατιώτες οι οποίοι σκοτώθηκαν στους δύο παγκόσμιους πολέμους, ως μέρος μιας «πατριωτικής στροφής».
Η αντιπαράθεση με το παρελθόν έχει ιδιαίτερη σημασία στη Σαξονία-Άνχαλτ και ευρύτερα στην πρώην Ανατολική Γερμανία. Εκεί, η επίσημη αφήγηση του κομμουνιστικού καθεστώτος ήταν ότι ο φασισμός είχε ηττηθεί και ότι αποτελούσε κυρίως προϊόν της Δύσης. Μετά την πτώση του Τείχους του Βερολίνου, αρκετοί υποστηρικτές της AfD υποστηρίζουν ότι η δυτικογερμανική προσέγγιση για το ναζιστικό παρελθόν επιβλήθηκε στην ανατολική κοινωνία.
Ο Τιλσνάιντερ θεωρεί ότι η ανατολική Γερμανία είναι το καταλληλότερο σημείο εκκίνησης για αυτή την «επανάσταση» στην εθνική ταυτότητα, επειδή οι κάτοικοί της έχουν ήδη βιώσει την κατάρρευση ενός πολιτικού συστήματος. Αντίθετα, όπως υποστηρίζει, οι Δυτικογερμανοί «έχουν βράσει στην ίδια σούπα για 80 χρόνια».
Η εκλογική άνοδος της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν είναι μόνο αποτέλεσμα της μεταναστευτικής πολιτικής ή της οικονομικής δυσαρέσκειας. Αντανακλά τη βαθύτερη αποξένωση μεγάλου τμήματος της ανατολικής Γερμανίας από το πολιτικό σύστημα που οικοδομήθηκε μετά την επανένωση.
Ο επικεφαλής υποψήφιος της AfD, Ούλριχ Ζίγκμουντ, μιλά για μια νέα «αφύπνιση» της Ανατολής, αξιοποιώντας ένα ισχυρό αίσθημα ιδιαίτερης ταυτότητας. Η ρητορική του συνδέει την οικονομική απογοήτευση με την αντίθεση στη στήριξη της Ουκρανίας και την ανάγκη επιστροφής στο ρωσικό πετρέλαιο και φυσικό αέριο.
Η κληρονομιά της Μέρκελ – Ο Μερτς και η νέα αποξένωση
Η Άνγκελα Μέρκελ, που προερχόταν η ίδια από την Ανατολική Γερμανία, κατάφερε αρχικά να συμβολίσει την επιτυχή ενοποίηση της χώρας. Ωστόσο, η απόφασή της να δεχθεί περισσότερους από ένα εκατομμύριο πρόσφυγες το 2015-2016 προκάλεσε ισχυρές αντιδράσεις στην Ανατολή και αποτέλεσε καταλύτη για την εκτόξευση της AfD.
Παράλληλα, η κοινωνική και οικονομική σύγκλιση με τη Δύση δεν ολοκληρώθηκε. Μετά την αρχική δυναμική της δεκαετίας του 1990, η ανατολικογερμανική οικονομία άρχισε να αναπτύσσεται βραδύτερα, ενώ η φυγή νέων και εξειδικευμένων εργαζομένων και η χαμηλότερη επιχειρηματική δραστηριότητα διεύρυναν το αίσθημα εγκατάλειψης.
Ο Φρίντριχ Μερτς κληρονόμησε αυτή τη δυσπιστία, χωρίς να διαθέτει ισχυρή πολιτική παρουσία στην Ανατολή. Η αδύναμη οικονομία, οι πιέσεις στη βιομηχανία και η προοπτική απώλειας θέσεων εργασίας ενισχύουν την αίσθηση ότι το μοντέλο ευημερίας της ενωμένης Γερμανίας δεν ανταποκρίνεται πλέον στις προσδοκίες.
Η AfD αξιοποιεί αυτή τη δυσαρέσκεια, συνδέοντας οικονομία, μεταναστευτικό, Ρωσία και την αίσθηση ότι το Βερολίνο δεν ακούει την Ανατολή. Μια νίκη της στη Σαξονία-Άνχαλτ θα αποτελούσε έτσι όχι απλώς εκλογική επιτυχία, αλλά σοβαρή ένδειξη ότι η πολιτική απόσταση Ανατολής και Δύσης παραμένει ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα της Γερμανίας.
Το πολιτικό κόστος για τον Μερτς θα είναι ακόμη μεγαλύτερο εάν η AfD εξασφαλίσει την απαιτούμενη πλειοψηφία για να σχηματίσει μονοκομματική κυβέρνηση. Ένα τέτοιο αποτέλεσμα θα συνδεθεί ιστορικά με την πρώτη ουσιαστική επιστροφή της Ακροδεξιάς στην κυβερνητική εξουσία στη Γερμανία μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, μετατρέποντας την εκλογική αναμέτρηση σε ευρύτερη δοκιμασία για το πολιτικό κέντρο.
Ακόμη όμως και χωρίς αυτοδυναμία, οι επιλογές του Μερτς παραμένουν εξαιρετικά περιορισμένες. Η δεύτερη θέση του CDU μπορεί να τον οδηγήσει στην αναζήτηση κυβερνητικού εταίρου από την Αριστερά, με έναν τέτοιο συνασπισμό να αντιμετωπίζει εξαρχής σοβαρά προβλήματα συνοχής και κοινοβουλευτικής στήριξης.
Παράλληλα, εντείνονται οι ανησυχίες για πιθανή αμφισβήτηση του εκλογικού αποτελέσματος από την AfD. Το κόμμα έχει ήδη εγείρει δημόσιες ενστάσεις για την επιστολική ψήφο, ενώ ανάλογες αιχμές έχει διατυπώσει και ο επικεφαλής υποψήφιός του, Ούλριχ Ζίγκμουντ.
Όποια κι αν είναι η τελική εικόνα, η αναμέτρηση μπορεί να προκαλέσει πολιτικές εξελίξεις με ευρύτερες συνέπειες για τον ήδη ευάλωτο Μερτς. Το κρίσιμο ερώτημα είναι εάν διαθέτει συνεκτική στρατηγική για την επόμενη ημέρα.
Από την οικονομική δυσαρέσκεια στην πολιτική άνοδο
Η άνοδος της AfD, δεν εξηγείται μόνο από την ιστορική μνήμη ή την εθνική ταυτότητα. Στις συγκεντρώσεις του κόμματος, οι ψηφοφόροι αναφέρονται συχνά σε πολύ πιο άμεσες οικονομικές και κοινωνικές πιέσεις.
Η Σαξονία-Άνχαλτ, όπως και άλλα τμήματα της πρώην Ανατολικής Γερμανίας, αισθάνεται ότι έχει παραμείνει στο περιθώριο μετά την επανένωση του 1991. Οι εργαζόμενοι σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθούν να αμείβονται λιγότερο από τους αντίστοιχους στη δυτική χώρα, οι νέοι αντιμετωπίζουν περιορισμένες ευκαιρίες, ενώ οι αγροτικές περιοχές έχουν ελλείψεις σε σχολεία, υγειονομικές υπηρεσίες και συγκοινωνίες.
Η αποβιομηχάνιση και η οικονομική παρακμή αποτελούν επίσης βασικές αιτίες δυσαρέσκειας. Σε προεκλογικές συγκεντρώσεις, υποστηρικτές της AfD επικαλούνται το κόστος ζωής, την κρατική στήριξη προς τους πρόσφυγες και την αντίθεση της κυβέρνησης στην επιστροφή στο φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο, την ώρα που η Γερμανία διοχετεύει δισεκατομμύρια ευρώ σε βοήθεια προς την Ουκρανία.
Για πολλούς ψηφοφόρους, αυτά τα ζητήματα συνδέονται με μια ευρύτερη αίσθηση ότι η χώρα δεν υπερασπίζεται επαρκώς τα δικά της συμφέροντα. Ο Τιλσνάιντερ υποστηρίζει ότι η οικονομική και πολιτική αυτοϋπονόμευση της Γερμανίας είναι αποτέλεσμα μιας «ραγισμένης ταυτότητας».
Η AfD επιχειρεί έτσι να συνδέσει διαφορετικές μορφές δυσαρέσκειας σε ένα ενιαίο πολιτικό αφήγημα: μετανάστευση, οικονομία, ενεργειακή πολιτική, πόλεμος στην Ουκρανία και εθνική ταυτότητα παρουσιάζονται ως διαφορετικές εκφάνσεις του ίδιου προβλήματος.
Στο πλαίσιο αυτό, ο Τιλσνάιντερ προτείνει ακόμη έναν «μήνα υπερηφάνειας» για τη γερμανική πολιτιστική κληρονομιά και ένα φεστιβάλ γερμανικής μουσικής, διευκρινίζοντας ότι δεν αναφέρεται σε «μπαρόκ» ή «ευρωπαϊκή» μουσική, αλλά ειδικά στη γερμανική.
Στο οικογενειακό φεστιβάλ της AfD στο Κβερφούρτ, η ρητορική ήταν ακόμη πιο έντονη. Μπροστά από ένα πανό που έγραφε «Πρώτα η χώρα μας», ο Τιλσνάιντερ δήλωσε ότι τα παραδοσιακά κόμματα πλησιάζουν στο τέλος τους και ότι οι εκλογές της 6ης Σεπτεμβρίου προσφέρουν για πρώτη φορά μια «ρεαλιστική ευκαιρία» να τελειώσει αυτό που χαρακτήρισε εφιάλτη.
Στη συνέχεια ανέβηκε στη σκηνή ο Ούλριχ Ζίγκμουντ, 35 ετών, επικεφαλής υποψήφιος της AfD για την πρωθυπουργία του κρατιδίου. Η δημοτικότητά του στο διαδίκτυο και η χαρισματική δημόσια παρουσία του τον έχουν καταστήσει το πρόσωπο της εκστρατείας.
Οι γερμανικές υπηρεσίες εσωτερικής ασφάλειας, ωστόσο, έχουν χαρακτηρίσει την τοπική οργάνωση της AfD εξτρεμιστική, υποστηρίζοντας ότι επιδιώκει την κατάργηση της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας στη σημερινή της μορφή. Οι ίδιοι οι πολιτικοί του κόμματος απορρίπτουν τον χαρακτηρισμό και τον παρουσιάζουν ως προσπάθεια κρατικής καταστολής της δημοκρατικής βούλησης των ψηφοφόρων τους.

Συγκέντρωση του ακροδεξιού AfD στη Γερμανία © EPA/CLEMENS BILAN
Το κρίσιμο τεστ για τη Γερμανία
Ο Ζίγκμουντ και ο Τιλσνάιντερ αποτελούν ουσιαστικά δύο διαφορετικές πλευρές της ίδιας πολιτικής προσπάθειας. Ο πρώτος είναι το εκλογικό πρόσωπο που συγκεντρώνει την υποστήριξη του κοινού, ενώ ο δεύτερος έχει διαδραματίσει κομβικό ρόλο στη διαμόρφωση του προγράμματος με το οποίο η AfD θέλει να κυβερνήσει.
Ο ίδιος ο Ζίγκμουντ έχει αναγνωρίσει τον ρόλο του Τιλσνάιντερ, λέγοντας ότι χρειάζεται τη συμβολή του στα επόμενα πέντε χρόνια και ότι οι δύο τους «γράφουν ιστορία».
Η πολιτική τους διαδρομή συνδέεται με τη λεγόμενη «Νέα Δεξιά», ένα δίκτυο ριζοσπαστικών διανοουμένων που επιχειρεί να επαναδιατυπώσει παλαιότερες εξτρεμιστικές ιδέες με όρους περισσότερο αποδεκτούς στη σύγχρονη δημόσια συζήτηση. Ο Τιλσνάιντερ είχε συνδεθεί με την ακραία εσωκομματική πτέρυγα Der Flügel, μαζί με τον πολιτικό της Θουριγγίας Μπιορν Χέκε.
Η Der Flügel διαλύθηκε το 2020, όμως τα στελέχη της εξακολούθησαν να ενισχύουν τη θέση τους στο εσωτερικό της AfD. Ο Τιλσνάιντερ, ο οποίος είναι σήμερα εκπρόσωπος του κόμματος για θέματα πολιτισμού και εκπαίδευσης στο κρατιδιακό κοινοβούλιο, θεωρείται πιθανός επικεφαλής ενός μελλοντικού υπουργείου που θα έχει υπό την εποπτεία του τα σχολικά προγράμματα και την πολιτιστική χρηματοδότηση.
Η πιθανότητα μιας εκλογικής νίκης της AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ έχει επομένως συνέπειες πολύ πέρα από τα όρια ενός κρατιδίου. Το ερώτημα είναι αν η περιοχή θα παραμείνει μια ιδιαίτερη περίπτωση ακροδεξιάς δυναμικής ή αν θα αποτελέσει προάγγελο μιας ευρύτερης πολιτικής αλλαγής στη Γερμανία.
Η Άνετε Μπέργκερ, επικεφαλής του τμήματος εκπαίδευσης ενηλίκων της Λουθηρανικής Εκκλησίας στο Μαγδεμβούργο, υποστηρίζει ότι ο οργανισμός της θα μπορούσε να χάσει τα δύο τρίτα της χρηματοδότησής του εάν εφαρμοστεί το πρόγραμμα της AfD. Παρ’ όλα αυτά, δηλώνει ότι δεν πρόκειται να προσαρμόσει εκ των προτέρων τη λειτουργία της φοβούμενη πιθανές πολιτικές συνέπειες.
Αν η AfD επικρατήσει, κάποιοι θα επιλέξουν να φύγουν, λέει. Εκείνη, όμως, σκοπεύει να παραμείνει και να υπερασπιστεί τα ανθρώπινα δικαιώματα, την ισότητα και τη δημοκρατία.
Το ίδιο δίλημμα αποτυπώνεται και στη συζήτηση για το ναζιστικό παρελθόν. Ο Τιλσνάιντερ επιμένει ότι δεν θέλει να εξαφανίσει τη διδασκαλία των εγκλημάτων του Τρίτου Ράιχ. Παράλληλα, όμως, δηλώνει ότι στόχος είναι η ιστορία αυτή να μην είναι «τόσο επείγουσα, τόσο παρεμβατική, τόσο παρούσα».
Η διατύπωση αυτή βρίσκεται στην καρδιά της μεγαλύτερης πολιτικής σύγκρουσης που ενδέχεται να προκαλέσει μια ενδεχόμενη άνοδος της AfD στην εξουσία: όχι μόνο ποιοι θα κυβερνήσουν, αλλά και ποια αφήγηση για το παρελθόν θα καθορίσει την πολιτική ταυτότητα της χώρας στο μέλλον.
Η Σαξονία-Άνχαλτ γίνεται έτσι ένα κρίσιμο εργαστήριο για τη Γερμανία. Η εκλογική αναμέτρηση θα δείξει αν η AfD μπορεί να μετατρέψει την οργή για την οικονομία, το μεταναστευτικό και την πολιτική των παραδοσιακών κομμάτων σε πραγματική κυβερνητική εξουσία — και, κυρίως, αν η προσπάθειά της να αναδιαμορφώσει τη σχέση της χώρας με την ιστορία θα παραμείνει περιθωριακή ή θα περάσει στο κέντρο της γερμανικής πολιτικής.
