Η εκλογική νίκη του AfD στη Σαξονία-Άνχαλτ δεν αφορά μόνο τη Γερμανία. Αποτυπώνει την ευρωπαϊκή άνοδο της ακροδεξιάς, την κρίση του πολιτικού κέντρου και το δίλημμα των παραδοσιακών κομμάτων: να συγκρουστούν με την άκρα δεξιά ή να υιοθετήσουν μέρος της ατζέντας της.
Η εκλογική κατάρρευση CDU και SPD, οι μαζικές αντιδράσεις στους δρόμους και η πίεση στον Μερτς αποκαλύπτουν το βαθύτερο πρόβλημα του γερμανικού πολιτικού συστήματος – και όχι μόνο, εξηγούν αναλυτές στον Guardian.
Η Σαξονία-Άνχαλτ γίνεται σύμβολο μιας ευρωπαϊκής μετατόπισης που τροφοδοτείται από την αποτυχία των παραδοσιακών κομμάτων να απαντήσουν στην οικονομική και κοινωνική δυσαρέσκεια, στρέφοντας τα πυρά κατά κύρο λόγο στους μετανάστες και σε ό,τι είνα διαφορετικό, διαιρώντας την κοινωνία.
Οι αριθμοί από τη Σαξονία-Άνχαλτ μιλούν από μόνοι τους. Η Εναλλακτική για τη Γερμανία (AfD), ένα κόμμα που έχει χρησιμοποιήσει ακόμη και ναζιστικά σύμβολα και έχει υιοθετήσει ακραίες θέσεις για την έννοια της γερμανικής ταυτότητας, σχεδόν διπλασίασε τα ποσοστά του στις εκλογές της Κυριακής, φτάνοντας στο 43,8%.
Την ίδια ώρα, η Χριστιανοδημοκρατική Ένωση (CDU) του καγκελαρίου Φρίντριχ Μερτς περιορίστηκε στο 17,2%, λιγότερο από το μισό της επίδοσής της στην ίδια εκλογική αναμέτρηση πριν από πέντε χρόνια. Το Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), ένα από τα δύο βασικά κόμματα διακυβέρνησης της Γερμανίας επί περισσότερες από έξι δεκαετίες, μόλις ξεπέρασε το 9%.
Η νίκη της AfD και το πολιτικό κέντρο που δεν άντεξε
Το πολιτικό κέντρο, με άλλα λόγια, δεν άντεξε. Το AfD δεν έχει ακόμη εξασφαλίσει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών. Διαθέτει 39 από τις 83 έδρες του τοπικού κοινοβουλίου και χρειάζεται ακόμη τρεις ψήφους για να μπορέσει να σχηματίσει κυβέρνηση υπό τον υποψήφιό του, Ούλριχ Ζίγκμουντ. Το αποτέλεσμα είναι το καλύτερο που έχει πετύχει ποτέ η γερμανική ακροδεξιά σε κρατιδιακό επίπεδο και την φέρνει πιο κοντά από κάθε άλλη φορά στη διοίκηση γερμανικού κρατιδίου μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Η σημασία της αναμέτρησης υπερβαίνει έτσι κατά πολύ τα σύνορα της Σαξονίας-Άνχαλτ. Η τοπική οργάνωση του AfD έχει χαρακτηριστεί από τις γερμανικές υπηρεσίες εσωτερικής ασφάλειας ως «επιβεβαιωμένα δεξιά εξτρεμιστική», γεγονός που προσδίδει ακόμη μεγαλύτερο βάρος στην προοπτική να αναλάβει την τοπική διακυβέρνηση.
Σειρά από πρόσωπα που εξελέγησαν με το ακροδεξιό κόμμα έχουν προκαλέσει έντονες αντιδράσεις, μετά τις αποκαλύψεις ότι τέσσερα πρόσωπα με παρελθόν σε απαγορευμένη νεοναζιστική οργάνωση (HDJ), βρίσκονται σε καίριες θέσεις γύρω από τον Ούλριχ Ζίγκμουντ, τον υποψήφιο της AfD για την πρωθυπουργία της Σαξονίας-Άνχαλτ.

Ο Ούλριχ Ζίγκμουντ ( κέντρο) του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) στη Σαξονία-Άνχαλτ, ποζάρει με τη συμπρόεδρο του κόμματος και της κοινοβουλευτικής ομάδας του AfD, Alice Weidel (δεξιά), και τον συμπρόεδρο του κόμματος και της κοινοβουλευτικής ομάδας του AfD, Tino Chrupalla (αριστερά)© EPA, CLEMENS BILAN
Ο Φρανκ-Ρόναλντ Μπίσοφ, 78 ετών, εξελέγη με 37,9%. Είχε εργαστεί επί 12 χρόνια ως πράκτορας της Στάζι, της μυστικής αστυνομίας της πρώην Ανατολικής Γερμανίας. Ο Σεμπάστιαν Κοχ έλαβε 41,5%. Το όνομά του έχει συνδεθεί με νεοναζιστικές δραστηριότητες, ενώ φέρεται να συμμετείχε σε εκδήλωση του Die Heimat, πρώην NPD. Έρευνα είχε πραγματοποιηθεί και σε κατοικίες του, λόγω υποψιών για δραστηριότητα της απαγορευμένης οργάνωσης Artgemeinschaft.
Με την Artgemeinschaft έχει συνδεθεί και ο Σάιμον Λάνσμαν, που εξελέγη με 41,6% και κατηγορήθηκε ότι διοργάνωσε σχετική εκδήλωση. Έρευνα έγινε επίσης σε κατοικίες του. Ο Τζαν Μόλντενχαουερ εξελέγη με 52,3% και έχει ζητήσει μαζικές απελάσεις μεταναστών, ενώ έχει γράψει στο περιοδικό Sezession.
Ο Φίλιπ-Άντερς Ράου, με 48,1%, έχει καταδικαστεί για κλοπές και πλαστογραφία απολυτηρίου. Ο Φλοριάν Σρέντερ (50,8%) συνδέθηκε με επαφές της AfD με το MAGA και φέρεται να παρευρέθηκε σε εκδήλωση στη ρωσική πρεσβεία. Ο Γκόρντον Κέλερ (51,2%) είχε ηγηθεί επιτροπής για υπόθεση συλλογής πληροφοριών υπέρ του Κρεμλίνου.
Ο Φρανκ Ότο Λίζουρεκ έχει ταχθεί κατά των κυρώσεων στη Ρωσία, ενώ οι Ρόνι Κουμφ (35,6%) και Κρίστιαν Μέρτενς (35,2%) έχουν επίσης συνδεθεί με νεοναζιστικές οργανώσεις.
Η ακροδεξιά προκαλεί τριγμούς και ανησυχίες στην Ευρώπη
Στις Βρυξέλλες και στις ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, η εκλογική επίδοση του AfD προκάλεσε ανησυχία. Και όχι χωρίς λόγο. Η Σουηδία προσέρχεται στις κάλπες την Κυριακή, ενώ η Γαλλία αντιμετωπίζει κρίσιμη προεδρική αναμέτρηση την ερχόμενη άνοιξη. Αργότερα θα ακολουθήσουν σημαντικές κοινοβουλευτικές εκλογές σε Γαλλία, Ιταλία, Ισπανία και Πολωνία. Στις περισσότερες από αυτές τις χώρες, τα ακροδεξιά κόμματα καταγράφουν ισχυρές επιδόσεις στις δημοσκοπήσεις.
Η Σαξονία-Άνχαλτ ασφαλώς δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι ολόκληρη η Ευρώπη οδεύει προς μια ακροδεξιά στροφή. Πρόκειται για κρατίδιο μόλις 2,1 εκατομμυρίων κατοίκων, στην πρώην Ανατολική Γερμανία, όπου το AfD διατηρεί εδώ και χρόνια εξαιρετικά ισχυρή βάση. Στις ομοσπονδιακές και κρατιδιακές εκλογές της τελευταίας δεκαετίας, τα ποσοστά του εκεί ήταν σταθερά περίπου διπλάσια του εθνικού μέσου όρου.
Όμως το αποτέλεσμα εντάσσεται σε μια πολύ ευρύτερη τάση. Σύμφωνα με έρευνα περισσότερων από 150 πολιτικών επιστημόνων σε 31 χώρες, το ποσοστό των Ευρωπαίων που ψήφισαν ακροδεξιά κόμματα στις πιο πρόσφατες εθνικές εκλογές ανήλθε το 2026 σε πάνω από 23%, από περίπου 10% πριν από μία δεκαετία και μόλις 5% το 1995. Σχεδόν ένας στους τέσσερις Ευρωπαίους ψηφοφόρους επιλέγει πλέον κόμμα της άκρας δεξιάς, σημειώνει ο Guardian.
Το φαινόμενο έχει ήδη μεταφραστεί σε κυβερνητική επιρροή. Ακροδεξιά λαϊκιστικά κόμματα συμμετέχουν σε κυβερνητικούς συνασπισμούς στην Κροατία, την Τσεχία, την Ιταλία και τη Φινλανδία, στηρίζουν κυβέρνηση μειοψηφίας στη Σουηδία, ενώ προηγούνται στις δημοσκοπήσεις στην Αυστρία, το Βέλγιο, τη Γαλλία και τη Γερμανία.
Υπάρχουν ασφαλώς και ανατροπές. Στην Ολλανδία, το Κόμμα Ελευθερίας του Γκερτ Βίλντερς έχασε σχεδόν το ένα τρίτο των εδρών του στις περσινές εκλογές, ενώ στην Ουγγαρία το Fidesz του Βίκτορ Όρμπαν ηττήθηκε τον Απρίλιο από τον κεντροδεξιό αντίπαλό του.
Η γενική τάση, ωστόσο, παραμένει σαφής: η ακροδεξιά έχει πάψει να αποτελεί περιθωριακό φαινόμενο.
AfD στη Γερμανία: Όταν η Δεξιά υιοθετεί την ατζέντα της ακροδεξιάς
Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι μόνο γιατί ενισχύεται η ακροδεξιά, αλλά και γιατί το πολιτικό κέντρο δυσκολεύεται τόσο πολύ να την ανακόψει.
Ένα μέρος της απάντησης βρίσκεται στην ίδια τη στρατηγική των παραδοσιακών κομμάτων. Τα τελευταία χρόνια, η κεντροδεξιά σε αρκετές ευρωπαϊκές χώρες έχει μετακινηθεί προς θέσεις που κάποτε θεωρούνταν προνομιακό πεδίο της άκρας δεξιάς, ιδιαίτερα στο μεταναστευτικό, την ασφάλεια και την εθνική ταυτότητα.
Η Γερμανία αποτελεί χαρακτηριστικό παράδειγμα. Ο Μερτς επιχείρησε να αποσπάσει ψηφοφόρους από το AfD υιοθετώντας σκληρότερη γραμμή σε ζητήματα μετανάστευσης και ασφάλειας, ενώ παράλληλα διατήρησε το λεγόμενο «τείχος προστασίας» απέναντι στη συνεργασία με το ακροδεξιό κόμμα. Η στρατηγική αυτή όμως αντιμετωπίζει ένα θεμελιώδες πρόβλημα: όταν τα παραδοσιακά κόμματα υιοθετούν μέρος της ατζέντας της ακροδεξιάς, δεν αποδυναμώνουν κατ’ ανάγκη την αυθεντική εκδοχή της.
Αντίθετα, μπορεί να τη νομιμοποιούν. Η έρευνα δείχνει ότι οι βασικές στάσεις των ψηφοφόρων απέναντι σε ζητήματα όπως η μετανάστευση δεν έχουν μεταβληθεί δραματικά. Αυτό που έχει αλλάξει είναι η βαρύτητα που αποκτούν τα θέματα αυτά στην τελική επιλογή τους. Η συνεχής προβολή τους από τα μέσα ενημέρωσης και η υιοθέτηση της ακροδεξιάς ορολογίας από mainstream πολιτικούς μετατρέπουν σταδιακά τις ακραίες θέσεις σε μέρος της κανονικής πολιτικής αντιπαράθεσης.

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς μιλά σε συνέντευξη Τύπου μετά από συνεδρίαση της κεντρικής επιτροπής του CDU στο Βερολίνο © EPA/HANNIBAL HANSCHKE
Έτσι δημιουργείται ένα παράδοξο. Οι παραδοσιακές δυνάμεις επιχειρούν να αντιμετωπίσουν την ακροδεξιά μιλώντας περισσότερο για τα θέματα που εκείνη ανέδειξε, εξηγούν αναλυτές στον Guardian. Όμως, με τον τρόπο αυτό, της παραχωρούν το πλεονέκτημα του αυθεντικού δημαγωγού: το AfD μπορεί να εμφανίζεται ως η δύναμη που «τα λέει όπως είναι», χωρίς να χρειάζεται να αναλάβει το κόστος των συμβιβασμών και των αποτυχιών της διακυβέρνησης.
Παράλληλα, η αδυναμία των κυβερνήσεων να προσφέρουν απτές λύσεις στην ακρίβεια, στη στεγαστική κρίση, στην υποβάθμιση των δημόσιων υπηρεσιών και στην οικονομική ανασφάλεια τροφοδοτεί τη δυσαρέσκεια.
Στη Γερμανία, η οικονομία βρίσκεται στο επίκεντρο. Η άλλοτε πανίσχυρη βιομηχανική βάση της χώρας δοκιμάζεται, ενώ η κρίση στην αυτοκινητοβιομηχανία επιβαρύνει περαιτέρω το κλίμα. Η Volkswagen ανακοίνωσε την περικοπή 50.000 θέσεων εργασίας στο πλαίσιο μεγάλης αναδιάρθρωσης για την αντιμετώπιση του κινεζικού ανταγωνισμού και άλλων προβλημάτων.
Ο ίδιος ο Μερτς παραδέχθηκε ότι η οικονομία «βαδίζει σε λεπτό πάγο» και ότι τα ποσοστά αποδοχής της ομοσπονδιακής κυβέρνησης είναι εξαιρετικά χαμηλά.
Αυτή ακριβώς η συσσώρευση απογοήτευσης αποτελεί το έδαφος στο οποίο αναπτύσσεται η ακροδεξιά.
Από τους δρόμους της Γερμανίας το αντίστροφο μήνυμα
Η εκλογική άνοδος του AfD, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η γερμανική κοινωνία παρακολουθεί παθητικά την εξέλιξη. Αντίθετα, χιλιάδες άνθρωποι κατέβηκαν στους δρόμους μετά τη νίκη του κόμματος στη Σαξονία-Άνχαλτ. Στο Βερολίνο, περίπου 5.000 διαδηλωτές, σύμφωνα με την αστυνομία, συμμετείχαν σε συγκέντρωση υπέρ της δημοκρατίας στην Πύλη του Βρανδεμβούργου, ενώ οι διοργανωτές υποστήριξαν ότι οι συμμετέχοντες ξεπέρασαν τους 14.000, μεταδίδει ο Guardian.
Τα συνθήματα ήταν ξεκάθαρα: «Ο φασισμός δεν είναι εναλλακτική», «Σταματήστε το ναζιστικό AfD» και «Η Ιστορία μας κοιτάζει». Ανάλογες κινητοποιήσεις πραγματοποιήθηκαν σε Πότσνταμ, Μύνστερ, Γκέτινγκεν, Δρέσδη, Άαχεν, Μπάμπεργκ και Ντάρμστατ. Στη Χάλε, τη δεύτερη μεγαλύτερη πόλη της περιοχής, αριστερές οργανώσεις και φορείς της κοινωνίας των πολιτών δημιούργησαν καταυλισμό διαμαρτυρίας ήδη από την ημέρα των εκλογών.

Κρατώντας πανό, σημαίες της Γερμανίας και της ΕΕ χιλιάδες πολίτες διαδήλωσαν σε μεγάλες πόλεις της χώρας για το αποτέλεσμα στη Σαξονία-Άνχαλτ, ενώ δεν έλειψαν και τα επεισόδια με την αστυνομία © EPA/CLEMENS BILAN
Το μήνυμα από τους δρόμους είναι διαφορετικό από εκείνο που εκπέμπει η κομματική πολιτική: η άνοδος του AfD δεν αντιμετωπίζεται μόνο μέσα από τις κοινοβουλευτικές ισορροπίες, αλλά και ως ζήτημα κοινωνικής κινητοποίησης.
Ο Γενς-Κρίστιαν Βάγκνερ, διευθυντής του μνημείου του πρώην ναζιστικού στρατοπέδου συγκέντρωσης Μπούχενβαλντ, χαρακτήρισε το σχεδόν 44% του AfD «ντροπή» και προειδοποίησε ότι η προοπτική ανάληψης της εξουσίας από το κόμμα δεν μπορεί να αντιμετωπιστεί με σιωπή.
Την ίδια στιγμή, ο 17χρονος Μαξ Σνέλερ, μέλος του Linke από τη Σαξονία-Άνχαλτ, δήλωσε στον Guardian ότι οι ακτιβιστές θα αντισταθούν σε οποιαδήποτε προσπάθεια κυβέρνησης του AfD να στοχοποιήσει μειονότητες.
Οι αντιδράσεις αυτές αποκτούν ιδιαίτερη σημασία επειδή το AfD δεν είναι απλώς ένα ακόμη κόμμα της δεξιάς. Οι σχέσεις στελεχών και στενών υποστηρικτών του με ακροδεξιούς και νεοναζιστικούς κύκλους, αλλά και η επίσημη ταξινόμηση της τοπικής οργάνωσης στη Σαξονία-Άνχαλτ ως εξτρεμιστικής από τις υπηρεσίες εσωτερικής ασφάλειας, έχουν οδηγήσει σημαντικό μέρος της κοινωνίας να επιχειρεί να αποκαλύψει τι βρίσκεται πίσω από την εκλογική του επιτυχία.
Είναι μια προσπάθεια να διατηρηθεί κοινωνικό κόστος γύρω από την ακροδεξιά, τη στιγμή που το κομματικό σύστημα δυσκολεύεται να βρει αποτελεσματική απάντηση.
Μερτς και το «δημοκρατικό τείχος προστασίας» υπό πίεση
Σε πολιτικό επίπεδο, το αποτέλεσμα της Σαξονίας-Άνχαλτ έφερε τον Φρίντριχ Μερτς αντιμέτωπο με ένα πρόβλημα που είναι ταυτόχρονα προσωπικό και στρατηγικό.
Ο καγκελάριος δεν ήταν υποψήφιος στις συγκεκριμένες εκλογές. Ωστόσο, οι αναλύσεις μετά την κάλπη έδειξαν ότι η δημοτικότητα και οι πολιτικές του επηρέασαν καθοριστικά την ψήφο, εξηγούν αναλυτές στους New York Times. Σε δημοσκοπήσεις, περίπου τα τρία τέταρτα των ψηφοφόρων δήλωσαν ότι ο Μερτς είχε επιβαρύνει την εικόνα της CDU.
Στη Σαξονία-Άνχαλτ, ψηφοφόροι επέκριναν την κυβερνητική πολιτική για τη στήριξη προς την Ουκρανία, ενώ άλλοι εξέφρασαν την αντίθεσή τους στις σχεδιαζόμενες περικοπές σε συντάξεις και κοινωνικές παροχές, στο πλαίσιο των μεταρρυθμίσεων που προωθεί η κυβέρνηση για την ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας της γερμανικής οικονομίας.
Το αποτέλεσμα αναζωπύρωσε έτσι τη συζήτηση για το μέλλον του Μερτς, παρά το γεγονός ότι οι επόμενες ομοσπονδιακές εκλογές δεν θα πραγματοποιηθούν πριν από το 2029. Στο εσωτερικό της CDU, ορισμένα στελέχη ήδη αναζητούν εναλλακτικές. Μεταξύ των ονομάτων που ακούγονται είναι ο 51χρονος πρωθυπουργός της Βόρειας Ρηνανίας-Βεστφαλίας, Χέντρικ Βουστ.
Ο ίδιος έχει απορρίψει τα σενάρια διαδοχής. Ωστόσο, η πολιτική πίεση αυξάνεται, σύμφωνα με τους New York Times. Ο Μερτς επιμένει ότι δεν πρόκειται να αλλάξει πορεία στις κρίσιμες οικονομικές μεταρρυθμίσεις. Υποστηρίζει ότι ο μόνος τρόπος να περιοριστεί το AfD είναι να επανέλθει η γερμανική οικονομία σε τροχιά ανάπτυξης και να αποκατασταθεί η λειτουργία του κοινωνικού κράτους.

Φρίντριχ Μερτς και Λαρς Κλινγκμπάιλ © EPA/HANNIBAL HANSCHKE
Το πρόβλημα είναι ότι η ίδια η κυβερνητική συμμαχία εμφανίζει σημάδια αποσταθεροποίησης. Το SPD έχει αφήσει ανοιχτό το ενδεχόμενο να υπαναχωρήσει από ορισμένα από τα πιο αντιδημοφιλή μέτρα, σε μια προσπάθεια να περιορίσει τη φθορά της κυβέρνησης. Η διαφωνία αυτή απειλεί να διευρύνει ακόμη περισσότερο το χάσμα μεταξύ των κυβερνητικών εταίρων.
Και εδώ βρίσκεται ίσως το σημαντικότερο πολιτικό αδιέξοδο, σύμφωνα με πολιτικούς σχολιάστές που μίλησαν στους New York Times. Το λεγόμενο «τείχος προστασίας» απέναντι στο AfD εξακολουθεί να αποτελεί βασική αρχή των παραδοσιακών γερμανικών κομμάτων: συνεργασία με την ακροδεξιά δεν νοείται. Όμως όσο τα κόμματα του κέντρου αδυνατούν να κυβερνήσουν αποτελεσματικά, να συμφωνήσουν μεταξύ τους και να προσφέρουν απαντήσεις στην κοινωνική και οικονομική δυσαρέσκεια, το ίδιο το τείχος δέχεται πίεση.
Ορισμένοι αναλυτές υποστηρίζουν ότι η απομόνωση του AfD έχει συμβάλει στην άνοδό του, επειδή το κόμμα παραμένει έξω από την κυβέρνηση και συνεπώς δεν υφίσταται το κόστος των συμβιβασμών, των δύσκολων αποφάσεων και των κυβερνητικών αποτυχιών. Άλλοι πολιτικοί επιστήμονες απορρίπτουν αυτή την εξήγηση, επισημαίνοντας ότι η συμμετοχή ακροδεξιών κομμάτων σε κυβερνήσεις δεν τα αποδυναμώνει κατ’ ανάγκη.
Η AfD και το βαθύτερο ζήτημα
Το βασικό πρόβλημα, επομένως, βρίσκεται βαθύτερα. Η ακροδεξιά δεν χρειάζεται να βρίσκεται στην κυβέρνηση για να επηρεάζει την πολιτική ατζέντα. Οι ιδέες της έχουν ήδη εισχωρήσει στη δημόσια συζήτηση. Όταν τα παραδοσιακά κόμματα μετακινούνται προς τις θέσεις της, αντί να υπερασπίζονται μια διαφορετική πολιτική πρόταση, συμβάλλουν στη διαδικασία κανονικοποίησής τους.
Η Σαξονία-Άνχαλτ δείχνει πλέον πόσο μακριά μπορεί να φτάσει αυτή η διαδικασία. Το AfD δεν έχει ακόμη κατακτήσει την εξουσία σε γερμανικό κρατίδιο. Βρίσκεται όμως μόλις τρεις ψήφους μακριά από το να αποκτήσει τη δυνατότητα σχηματισμού κυβέρνησης. Και καθώς οι εκλογές σε Βερολίνο και Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία πλησιάζουν, η επόμενη δοκιμασία δεν αφορά μόνο το κόμμα της ακροδεξιάς.
Αφορά τη δυνατότητα της CDU, του SPD και των υπόλοιπων δημοκρατικών δυνάμεων να ανακτήσουν την εμπιστοσύνη των ψηφοφόρων χωρίς να εγκαταλείψουν περαιτέρω το κέντρο.
Ο ίδιος ο Μερτς είχε αναλάβει την καγκελαρία με στόχο να μειώσει στο μισό την εκλογική δύναμη του AfD. Στη Σαξονία-Άνχαλτ συνέβη το αντίθετο: το AfD σχεδόν διπλασίασε το ποσοστό του, ενώ η CDU το είδε να καταρρέει.
«Πώς φτάσαμε μέχρι εδώ;», αναρωτήθηκε ο Μερτς μετά το αποτέλεσμα. Η απάντηση θα κρίνει όχι μόνο τη δική του πολιτική επιβίωση, λένε αναλυτές, αλλά και το κατά πόσο το γερμανικό πολιτικό κέντρο μπορεί να διατηρήσει το «τείχος προστασίας» απέναντι στην ακροδεξιά χωρίς να το αφήσει να μετατραπεί σε κενό κέλυφος.
