Η εντυπωσιακή εκλογική νίκη της ακροδεξιάς Εναλλακτικής για τη Γερμανία (AfD) στη Σαξονία-Άνχαλτ αποτελεί σημείο καμπής για τη μεταπολεμική ιστορία της χώρας.
Η AfD πέτυχε μια ιστορική νίκη στις περιφερειακές εκλογές της Κυριακής, αλλά έμεινε ελάχιστα κάτω από την πλειοψηφία που απαιτείται για να σχηματίσει την πρώτη ακροδεξιά κυβέρνηση της χώρας από τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο.
Το ακροδεξιό κόμμα συγκέντρωσε το 44% των ψήφων, ποσοστό υπερδιπλάσιο από εκείνο του CDU του Μερτς. Πρόκειται για μία από τις καλύτερες επιδόσεις οποιουδήποτε κόμματος σε περιφερειακές εκλογές από τη δεκαετία του 1950.
Θεωρητικά, θα μπορούσε να φτάσει στην εξουσία είτε μέσω αποστασιών βουλευτών άλλων κομμάτων, είτε με την ανοχή του BSW, ενός αριστερού αλλά κοινωνικά συντηρητικού και φιλορωσικού κόμματος. Μια τέτοια εξέλιξη θα έδινε στην AfD έλεγχο σε κρίσιμους τομείς, όπως η εσωτερική ασφάλεια και η εκπαίδευση.
Τα υπόλοιπα κόμματα δεν θα χρειαστεί να βοηθήσουν ενεργά την AfD για να σχηματίσει κυβέρνηση στη Σαξονία-Άνχαλτ. Σύμφωνα με το σύνταγμα του κρατιδίου, ο Ούλριχ Ζίγκμουντ, υποψήφιος της AfD, θα χρειαζόταν απλώς επαρκή αριθμό βουλευτών από τα άλλα κόμματα να απέχουν, ώστε να εκλεγεί πρωθυπουργός του κρατιδίου.
Στη συνέχεια, θα έπρεπε να αναζητά διακομματική υποστήριξη στο κοινοβούλιο για κάθε νομοσχέδιο που θα έφερνε η κυβέρνησή του προς ψήφιση.
Ακόμη όμως και χωρίς να σχηματίσει κυβέρνηση, η επιτυχία της AfD έχει ήδη σημαντικές συνέπειες. Η αντι-μεταναστευτική ατζέντα της AfD και η επιδίωξή της για στενότερες σχέσεις με τη Μόσχα αποκτούν μεγαλύτερη πολιτική βαρύτητα. Αυτό μπορεί να λειτουργήσει αποτρεπτικά για ειδικευμένους μετανάστες και ξένους επενδυτές, σε μια στιγμή που η Γερμανία τους χρειάζεται περισσότερο από ποτέ.
Η Σαξονία-Άνχαλτ όπου έγιναν οι εκλογές δεν είναι βέβαια ολόκληρη η Γερμανία. Οι 2,1 εκατομμύρια κάτοικοί της αντιστοιχούν σε λιγότερο από το 3% του γερμανικού πληθυσμού και η AfD έχει σημειώσει μικρότερη άνοδο στα πιο ευημερούντα δυτικά κρατίδια.
Σε εθνικό επίπεδο, ωστόσο, περίπου το 28% των ψηφοφόρων δηλώνει ότι την υποστηρίζει, έναντι 21% που συγκεντρώνει ο συντηρητικός συνασπισμός του Μερτς. Η AfD απέχει ακόμα αρκετά από την κατάκτηση της ομοσπονδιακής εξουσίας.

Η πρόεδρος του γερμανικού ακροδεξιού κόμματος AfD Άλις Βάιντελ © EPA/SOEREN STACHE
Διαφορές και ομοιότητες με Γαλλία
Η εικόνα είναι διαφορετική από εκείνη της Γαλλίας, όπου οι εθνικιστές εμφανίζονται πολύ πιο κοντά στην εξουσία ενόψει των προεδρικών εκλογών του επόμενου έτους, με τη Μαρίν Λεπέν να θεωρείται πιθανή νικήτρια. Η AfD και ο Εθνικός Συναγερμός της Λεπέν, πάντως, δεν διατηρούν καλές σχέσεις.
Το αποτέλεσμα της Σαξονίας-Άνχαλτ δεν μπορεί να αποδοθεί στην πολιτική αδιαφορία. Η συμμετοχή έφτασε στο 78%, το υψηλότερο επίπεδο από την επανένωση της Γερμανίας. Ακόμη πιο ανησυχητικό για τα παραδοσιακά κόμματα είναι ότι η AfD δεν κέρδισε παρουσιάζοντας μόνο το γνώριμο οργισμένο πρόσωπό της. Αντιθέτως, πραγματοποίησε μια αισιόδοξη εκστρατεία, παρουσιάζοντας τον εαυτό της ως φορέα ελπίδας.
Κεντρικό πρόσωπο αυτής της στρατηγικής ήταν ο υποψήφιος πρωθυπουργός του κρατιδίου, Ούλριχ Ζίγκμουντ, επικεφαλής της AfD στη Σαξονία. Ο 35χρονος χαρισματικός, με φωτογένεια, χαμόγελο, τις βόλτες με το μηχανάκι και το σύνθημα «όλα είναι δυνατά», απέκτησε μεγάλη απήχηση στα κοινωνικά δίκτυα. Η εικόνα αυτή απέχει πολύ από την παραδοσιακή εικόνα της AfD ως κόμματος θυμού και διαμαρτυρίας.

Ο Ούλριχ Ζίγκμουντ ( κέντρο) του ακροδεξιού κόμματος «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) στη Σαξονία-Άνχαλτ, ποζάρει με τη συμπρόεδρο του κόμματος και της κοινοβουλευτικής ομάδας του AfD, Alice Weidel (δεξιά), και τον συμπρόεδρο του κόμματος και της κοινοβουλευτικής ομάδας του AfD, Tino Chrupalla (αριστερά)© EPA, CLEMENS BILAN
Η αντίφαση είναι έντονη. Οι υπηρεσίες εσωτερικής ασφάλειας θεωρούν την AfD «ακροδεξιά εξτρεμιστική», ενώ το πρόγραμμά της περιλαμβάνει ξεχωριστή εκπαίδευση για τα παιδιά προσφύγων, αλλαγή της διδασκαλίας της ιστορίας ώστε να δίνεται έμφαση στα θετικά επιτεύγματα της Γερμανίας αντί για το σκοτεινό παρελθόν της, δημιουργία ειδικής ομάδας για την «επαναμετανάστευση» και εθελοντικές περιπολίες πολιτών που θα υποστηρίζουν την αστυνομία.
Παρά ταύτα, η προσπάθεια των εθνικών μέσων ενημέρωσης να παρουσιάσουν τον Ζίγκμουντ ως «τον πιο επικίνδυνο άνθρωπο στη Γερμανία» απέτυχε.
Το ίδιο συνέβη με τις εκκλήσεις ανώτερων πολιτικών για απαγόρευση της AfD. Αντί να την αποδυναμώσουν, τέτοιες παρεμβάσεις ενίσχυσαν την εικόνα του Ζίγκμουντ ως αντισυστημικού προσώπου και ενδυνάμωσαν την πεποίθηση των ψηφοφόρων του ότι αγνοούνται από το πολιτικό κατεστημένο.
Το κρίσιμο δίλημμα του Μερτς
Το αποτέλεσμα φέρνει τα υπόλοιπα κόμματα, τόσο της δεξιάς όσο και της αριστεράς, αντιμέτωπα με ένα δύσκολο δίλημμα: να συνεχίσουν να συσπειρώνονται ώστε να κρατήσουν την AfD εκτός εξουσίας, παρά τις βαθιές πολιτικές τους διαφορές — μια στρατηγική δεκαετιών που είναι γνωστή ως «τείχος προστασίας» — ή να επιτρέψουν στην AfD να σχηματίσει για πρώτη φορά κυβέρνηση μειοψηφίας;
Τώρα η απόφαση βρίσκεται στα χέρια του καγκελάριου Φρίντριχ Μερτς και της κεντροδεξιάς Χριστιανοδημοκρατικής Ένωσης (CDU). Ο δρόμος που θα επιλέξει μπορεί να καθορίσει τόσο τη δική του πολιτική μοίρα όσο και εκείνη της κυβέρνησής του.
Ο Μερτς έχει αποκλείσει ακόμη και την παθητική συνεργασία με την AfD. Ωστόσο, οι βουλευτές του CDU στην ανατολική Γερμανία, όπου το ακροδεξιό κόμμα είναι ισχυρότερο, είναι διχασμένοι σχετικά με το «τείχος προστασίας», δημιουργώντας τις προϋποθέσεις για μια πιθανή διάσπαση του κόμματος.

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς © EPA/HANNIBAL HANSCHKE
Οι επικριτές υποστηρίζουν ότι ο αποκλεισμός της AfD έχει αποξενώσει τους ψηφοφόρους και έχει αναγκάσει το CDU να κυβερνά μαζί με κόμματα που δεν στηρίζουν την ατζέντα του, οδηγώντας σε πολιτική παράλυση.
Εδώ βρίσκεται και το βασικό δίλημμα του Μερτς. Τα παραδοσιακά γερμανικά κόμματα αποκλείουν τη συνεργασία με την AfD, τόσο σε ομοσπονδιακό όσο και σε περιφερειακό επίπεδο. Αυτό το λεγόμενο «τείχος προστασίας» απέναντι στην ακροδεξιά, όμως, υποχρεώνει τα υπόλοιπα κόμματα να σχηματίζουν δύσκολους και συχνά αφύσικους κυβερνητικούς συνασπισμούς.
Την ίδια ώρα, η AfD μπορεί να ασκεί αντιπολίτευση χωρίς να αναλαμβάνει την ευθύνη για τις απογοητεύσεις, τις υποχωρήσεις και τους συμβιβασμούς που συνοδεύουν την πραγματική διακυβέρνηση.
Αδυναμία κέντρου και ο γηράσκων πληθυσμός
Η εκλογική επιτυχία της ακροδεξιάς αποκαλύπτει και κάτι βαθύτερο: την αδυναμία των κεντρώων κομμάτων να δώσουν πειστικές απαντήσεις στα προβλήματα της Γερμανίας. Ο γηράσκων πληθυσμός επιβαρύνει τα δημόσια οικονομικά και το σύστημα κοινωνικής ασφάλισης.
Η χώρα, εξαρτημένη από τις εξαγωγές, έχει πληγεί από τους αμερικανικούς δασμούς και την άνοδο της Κίνας ως βιομηχανικού ανταγωνιστή. Το πρόβλημα είναι ιδιαίτερα έντονο στην αυτοκινητοβιομηχανία, όπου η Volkswagen αναγκάζεται να περικόψει δεκάδες χιλιάδες θέσεις εργασίας.
Παράλληλα, η Ρωσία, με την οποία η AfD επιθυμεί στενότερες σχέσεις, πραγματοποιεί υβριδικές επιθέσεις σε ευρωπαϊκό έδαφος και δεν αποτελεί πλέον την αξιόπιστη πηγή φθηνής ενέργειας που υπήρξε στο παρελθόν.
Οι προηγούμενες κυβερνήσεις επιδείνωσαν αρκετά από αυτά τα προβλήματα. Έκλεισαν τους πυρηνικούς σταθμούς της χώρας, απέτυχαν να εξοπλίσουν επαρκώς τις ένοπλες δυνάμεις και άνοιξαν τις πόρτες σε μια τεράστια εισροή προσφύγων.
Η τελευταία ήταν μια αξιόλογη ανθρωπιστική πράξη, αλλά συνέβαλε ταυτόχρονα στην πολιτική μετατόπιση προς τον λαϊκισμό. Επιπλέον, τα αυστηρά μέτρα που περιόρισαν τις ατομικές ελευθερίες κατά την πανδημία Covid-19 ενίσχυσαν την απώλεια εμπιστοσύνης προς την πολιτική.
Ο Μερτς, πάντως, κατανοεί τα οικονομικά προβλήματα που αντιμετωπίζει η Γερμανία. Έχει χαλαρώσει τους συνταγματικούς περιορισμούς στον δανεισμό, ώστε να καταστεί δυνατή η χρηματοδότηση της άμυνας και των υποδομών, ενώ προχωρά σε αλλαγές στο φορολογικό και συνταξιοδοτικό σύστημα με στόχο να αυξηθεί η διαθέσιμη αγοραστική δύναμη των εργαζομένων και να κατευθυνθούν περισσότερες αποταμιεύσεις προς τις κεφαλαιαγορές.
Υπάρχουν μάλιστα πρώιμες ενδείξεις ότι η οικονομία αρχίζει να ανταποκρίνεται. Η παραγωγή και το επιχειρηματικό κλίμα βελτιώνονται, ενώ οι Γερμανοί ιδρύουν περισσότερες νεοφυείς επιχειρήσεις, εν μέρει επειδή η αδυναμία της αγοράς εργασίας δημιουργεί νέα επιχειρηματικά κίνητρα.
«Απόμακρος και με αδυναμία να εμπνεύσει τα πλήθη»
Το πρόβλημα του Μερτς, επομένως, δεν είναι μόνο τι κάνει, αλλά και πώς παρουσιάζει αυτό που κάνει. Τον περασμένο μήνα κάλεσε τους Γερμανούς να αφήσουν πίσω την απογοήτευση και τη δυσαρέσκεια και να κοιτάξουν το μέλλον με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση.

Ο Γερμανός καγκελάριος Φρίντριχ Μερτς © EPA/CLEMENS BILAN
Ο Μερτς συχνά εμφανίζεται απόμακρος και με αδυναμία να εμπνεύσει τα πλήθη. Οι δημοσκοπήσεις δείχνουν ότι ελάχιστοι Γερμανοί είναι ικανοποιημένοι από την απόδοσή του, ενώ ο ίδιος έμεινε σε μεγάλο βαθμό απών από την προεκλογική εκστρατεία στη Σαξονία-Άνχαλτ.
Και μετά την ηχηρή ήττα του κόμματός του είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι θα παραιτηθεί σύντομα. Η πραγματική πρόκληση είναι ότι η ανατροπή των καταστροφικών ποσοστών δημοτικότητάς του μοιάζει εξαιρετικά δύσκολη.
Μάλιστα, η κατάσταση μπορεί να επιδεινωθεί. Οι συνταξιοδοτικές μεταρρυθμίσεις της κυβέρνησής του είναι αμφιλεγόμενες αλλά, σύμφωνα με τον αρθρογράφο, αναγκαίες. Η κοινοβουλευτική συζήτησή τους τις επόμενες εβδομάδες είναι σχεδόν βέβαιο ότι θα προκαλέσει νέες πολιτικές διαιρέσεις.
Ο Μερτς καλείται έτσι να εφαρμόσει μεταρρυθμίσεις που θεωρεί απαραίτητες για τη μακροπρόθεσμη σταθερότητα της χώρας, την ώρα που η πολιτική δυσαρέσκεια τροφοδοτεί ακριβώς το κόμμα που θέλει να περιορίσει.
Δεν αρκεί το «τείχος προστασίας»
Το «τείχος προστασίας» (Brandmauer) του Φρίντριχ Μερτς είναι η πολιτική δέσμευση της CDU/CSU να μην συνεργάζεται με την AfD, ούτε άμεσα ούτε έμμεσα.
Αυτό είναι το κεντρικό παράδοξο της σημερινής Γερμανίας. Για να ανακόψει την AfD, ο Μερτς δεν αρκεί να την καταγγέλλει ή να διατηρεί το «τείχος προστασίας». Πρέπει να αποδείξει ότι τα παραδοσιακά κόμματα μπορούν να λύσουν τα προβλήματα που δημιούργησαν ή απέτυχαν να αντιμετωπίσουν.
Χρειάζεται οικονομική ανάπτυξη, λειτουργικότερο κράτος, ισχυρότερη άμυνα, αποτελεσματικότερη ενεργειακή πολιτική και μια νέα σχέση εμπιστοσύνης με τους πολίτες. Πάνω απ’ όλα, χρειάζεται να προσφέρει μια πειστική εικόνα για το μέλλον, αντί να αφήνει την AfD να εμφανίζεται ως η μοναδική δύναμη που υπόσχεται αλλαγή.
Η τεχνολογία ως χαραμάδα αισιοδοξίας
Υπάρχει ίσως μια μικρή χαραμάδα αισιοδοξίας. Το Σάββατο το βράδυ, μια γερμανική νεοφυής επιχείρηση από τη Βαυαρία, η Isar Aerospace, εκτόξευσε από διαστημικό κέντρο στη Νορβηγία έναν πύραυλο και έθεσε δορυφόρους σε τροχιά. Έγινε έτσι η πρώτη ιδιωτικά χρηματοδοτούμενη εταιρεία που πέτυχε κάτι τέτοιο από ευρωπαϊκό έδαφος.
Η επιχειρηματική καινοτομία αποτελεί ακριβώς το πνεύμα που χρειάζεται η Γερμανία για να ξεπεράσει τη σημερινή οικονομική καχεξία. Η επιτυχία της Isar Aerospace λειτουργεί συμβολικά ως απάντηση στον Έλον Μασκ, ο οποίος έχει επανειλημμένα χαρακτηρίσει την AfD ως «τη μοναδική ελπίδα» της Γερμανίας.
Η πραγματική πρόκληση για τον συνασπισμό του Μερτς είναι να αποδείξει ότι η ελπίδα μπορεί να βρίσκεται αλλού: στην επιχειρηματικότητα, στην καινοτομία, στην οικονομική αναγέννηση και σε μια πολιτική που μπορεί να ξαναδώσει στους Γερμανούς λόγο να εμπιστευτούν το μέλλον.
Ο Μερτς έχει μπροστά του επιλογές: να επιμείνει στις μεταρρυθμίσεις και να αποδείξει ότι αποδίδουν, να μετατρέψει την οικονομική ανάκαμψη σε απτό όφελος για τους πολίτες, να ανακτήσει την εμπιστοσύνη στη δημοκρατία και να δώσει μια θετική πολιτική αφήγηση που θα ανταγωνιστεί την αισιόδοξη, πλέον, εικόνα της AfD. Το πρόβλημα είναι ότι όλα αυτά πρέπει να γίνουν γρήγορα. Ο χρόνος τελειώνει.
Οι επιλογές του Μερτς
Αυτό αφήνει τον Μερτς, ο οποίος είναι επίσης πρόεδρος του CDU, μπροστά σε δύο κύριες επιλογές.
Θα μπορούσε να επιμείνει ώστε το CDU να τηρήσει το «τείχος προστασίας» και να εργαστεί για τον σχηματισμό μιας κυβέρνησης εναντίον της AfD, με τη συμμετοχή βουλευτών των Πρασίνων, των Σοσιαλδημοκρατών, πρώην κομμουνιστών και ακόμη και ακροαριστερών λαϊκιστών.
Υπάρχει ισχυρή αντίσταση σε αυτό το σενάριο μεταξύ των βουλευτών του CDU στο κρατίδιο. Μια εξέγερση εναντίον του καγκελάριου θα μπορούσε να αφήσει μόνιμα πληγωμένο το κύρος του. Με τα χειρότερα ποσοστά δημοτικότητας από οποιονδήποτε μεταπολεμικό καγκελάριο, η θέση του μέσα στο κόμμα είναι ήδη αποδυναμωμένη.
Ο Μερτς θα μπορούσε, αντίθετα, να αφήσει το CDU της Σαξονίας-Άνχαλτ ελεύθερο να διαχειριστεί όπως κρίνει τη σχέση του με την AfD.
Και αυτή η επιλογή θα μπορούσε να προκαλέσει ρήγμα στο κόμμα του και πιθανότατα να σηματοδοτήσει το τέλος της κυβέρνησης συνασπισμού του. Ο κυβερνητικός του εταίρος, το κεντροαριστερό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα (SPD), έχει απορρίψει κατηγορηματικά οποιαδήποτε μορφή συνεργασίας με την AfD.
Παρότι οι εκλογές πραγματοποιήθηκαν σε ένα από τα μικρότερα κρατίδια της Γερμανίας, σηματοδοτούν ένα νέο ορόσημο στη συρρίκνωση του πολιτικού κέντρου, η οποία καθιστά ολοένα δυσκολότερη τη διακυβέρνηση της μεγαλύτερης οικονομίας της Ευρώπης.
Το CDU έχασε τις μισές ψήφους που είχε συγκεντρώσει στο κρατίδιο το 2021. Σε εθνικό επίπεδο, το κόμμα βρίσκεται πέντε έως έξι μονάδες πίσω από την AfD, η οποία έχει διευρύνει πρόσφατα το προβάδισμά της ως το δημοφιλέστερο κόμμα της Γερμανίας.
Το φλέγον ζήτημα των μεταναστών
Η λαϊκιστική ατζέντα της AfD περιλαμβάνει την επιτάχυνση των απελάσεων μεταναστών χωρίς νόμιμα έγγραφα, την αύξηση των κοινωνικών παροχών για τους Γερμανούς που έχουν γεννηθεί στη χώρα, τον τερματισμό των κυρώσεων κατά της Ρωσίας και της γερμανικής βοήθειας προς την Ουκρανία, καθώς και την αποχώρηση της χώρας από την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Είναι ένα από τα πιο ριζοσπαστικά εθνικιστικά κόμματα από εκείνα που έχουν ενισχυθεί τα τελευταία χρόνια στη Δυτική Ευρώπη.
Πολλές από τις πολιτικές της AfD υπερβαίνουν τις αρμοδιότητες μιας περιφερειακής κυβέρνησης. Παρ’ όλα αυτά, το κόμμα παρουσίασε τις εκλογές ως μια ευκαιρία να αποδείξει ότι μπορεί να εφαρμόσει με επιτυχία πολιτικές έξω από την κυρίαρχη συναίνεση που επικρατεί στη Γερμανία κατά τη μεταπολεμική περίοδο.
Με λίγο πάνω από 5% των ψήφων, το μικρό BSW αποτελεί πλέον τον πιθανό ρυθμιστή των εξελίξεων στο κοινοβούλιο του κρατιδίου. Με την αποχή του κατά την εκλογή του επόμενου πρωθυπουργού του κρατιδίου, οι βουλευτές του θα μπορούσαν από μόνοι τους να κρίνουν εάν η AfD μπορεί να σχηματίσει κυβέρνηση.
Η επιρροή της AfD σε ομοσπονδιακό επίπεδο
Μια κυβέρνηση της AfD σε ένα από τα μικρότερα κρατίδια της Γερμανίας δεν θα μπορούσε να επηρεάσει τη χάραξη πολιτικής σε ομοσπονδιακό επίπεδο. Η Σαξονία-Άνχαλτ έχει περιορισμένη βαρύτητα στην Άνω Βουλή, η οποία εκπροσωπεί τα κρατίδια, και μικρή οικονομική σημασία.
Θα έδινε όμως στο κόμμα εξουσία πάνω στην αστυνομία και στο περιφερειακό σκέλος της Υπηρεσίας Προστασίας του Συντάγματος, της γερμανικής υπηρεσίας εσωτερικών πληροφοριών. Ένα από τα καθήκοντα της υπηρεσίας είναι να παρακολουθεί την AfD, την οποία θεωρεί εξτρεμιστική οργάνωση.
Η προοπτική ενός φιλορωσικού κόμματος να αποκτήσει πρόσβαση σε απόρρητες πληροφορίες έχει προκαλέσει ανησυχία στους αξιωματούχους ασφαλείας στο Βερολίνο και σε ολόκληρη τη χώρα.
Ο Γκέοργκ Μάιερ, υπουργός Εσωτερικών της γειτονικής Θουριγγίας, δήλωσε στη Wall Street Journal ότι οι βουλευτές της AfD στο κρατίδιό του έχουν επανειλημμένα ζητήσει διαβαθμισμένες πληροφορίες σχετικά με στρατιωτικές εγκαταστάσεις, μέτρα αντιμετώπισης drones και δραστηριότητες ρωσικής κατασκοπείας στην περιοχή, χρησιμοποιώντας μια κοινοβουλευτική διαδικασία που υποχρεώνει την κυβέρνηση να απαντήσει.
Αίσθημα κοινωνικής υποβάθμισης
Στο κρατίδιο της Σαξονίας-Άνχαλτ, που θεωρείται ένα από τα φτωχότερα της Γερμανίας, το ακροδεξιό κόμμα πάτησε για να νικήσει πάνω στο αίσθημα κοινωνικής υποβάθμισης του πληθυσμού, στον φόβο ενός μέρους των ψηφοφόρων για αλλοίωση της γερμανικής τους ταυτότητας, αλλά επίσης και στο επικοινωνιακό ταλέντο του ηγέτη του, Ούλριχ Ζίγκμουντ.
Το AfD εκμεταλλεύτηκε επίσης τη μη δημοφιλία της ομοσπονδιακής κυβέρνησης και του Φρίντριχ Μερτς, παρόλο που το τοπικό CDU κράτησε τον καγκελάριο όσο το δυνατόν πιο μακριά από τους ψηφοφόρους.
Για τον Μερτς, αυτή η ψηφοφορία είναι ταυτόχρονα ένα χαστούκι και ένα σοκ. Ένα χαστούκι επειδή από την ίδρυσή του το 2013, το AfD δεν είχε φτάσει ποτέ μέχρι τώρα σε τόσο υψηλό ποσοστό κατά τη διάρκεια περιφερειακών εκλογών.
Στόχος του Μερτς να μειώσει τη δύναμη της AfD
Τον Νοέμβριο του 2018 ο Μερτς είχε θέσει ως στόχο να μειώσει δραστικά τη δύναμη του AfD και να ανεβάσει εκ νέου τους Γερμανούς χριστιανοδημοκράτες στο όριο του 40%. Ενάμιση χρόνο μετά τη νίκη των συντηρητικών στις βουλευτικές εκλογές του 2025, συμβαίνει ακριβώς το αντίθετο.
Η εξαγγελία του καγκελαρίου να υποδιπλασιάσει το AfD τον κατατρέχει. Όπως σε πολλές από τις δηλώσεις του, συνέβη το αντίθετο — αντ’ αυτού, το CDU στη Σαξονία-Άνχαλτ υποδιπλασιάστηκε.
Αυτό το αποτέλεσμα είναι επίσης ένα σοκ για τον Μερτς επειδή οι χριστιανοδημοκράτες καταγράφουν ένα καταστροφικό ποσοστό, περνώντας κάτω από το όριο του 20%.
Το ακροδεξιό κόμμα της Άλις Βάιντελ και του Τίνο Χρουπάλα θα μπορούσε ίσως να βρεθεί σε θέση να αναλάβει την εξουσία σε αυτό το κρατίδιο των 2,1 εκατομμυρίων κατοίκων εάν το κόμμα BSW φτάσει το όριο του 5% και σφραγίσει συμμαχία με το AfD.

Ο συνπρόεδρος του κόμματος και της κοινοβουλευτικής ομάδας «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD) Τίνο Χρουπάλα (δεξιά) αποχωρεί από το βήμα της Bundestag μπροστά από τον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και τον Γερμανό υπουργό Οικονομικών Λαρς Κλίνγκμπεϊλ © EPA/CLEMENS BILAN
Αυτή η πιθανότητα θα αποτελούσε πρωτοφανές γεγονός στην ιστορία της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, θα είχε τεράστιο διεθνή αντίκτυπο και θα μπορούσε να αποδυναμώσει ακόμη περισσότερο τον καγκελάριο στο εσωτερικό του κόμματός του, τη στιγμή μάλιστα που οι δημοσκοπήσεις είναι ήδη καταστροφικές για τον συντηρητικό ηγέτη, με λιγότερο από το 15% των Γερμανών να δηλώνουν ικανοποιημένοι από το έργο του.
«Η Αριστερά τελείωσε»
Στο άλλοτε προπύργιο της Αριστεράς, τη Σαξονία-Άνχαλτ, το CDU με τον συνασπισμό και τους Πράσινους δεν συγκεντρώνει συνολικά ούτε καν το 30% των ψηφοφόρων. Το 1998 ήταν υπερδιπλάσιο, στο 60%. Αυτό που συμβαίνει δεν είναι κάποια ιδιαιτερότητα της Σαξονίας-Άνχαλτ, αλλά παρατηρείται κατά πλειοψηφία στη Γερμανία, στην Ευρώπη και σε ολόκληρο τον δυτικό κόσμο.
Ο Μερτς έχει δίκιο όταν λέει ότι «η εποχή της Αριστεράς έχει τελειώσει». Κατά συνέπεια, υποσχέθηκε τον Φεβρουάριο του 2025 ότι δεν θα υπάρχει πλέον «καμία αριστερή πολιτική στη Γερμανία». Ακριβώς πάνω σε αυτό τον έκριναν οι υποστηρικτές του. Μετά από λίγους μήνες καγκελαρίας, η Ένωση (CDU/CSU) καταποντίστηκε στις δημοσκοπήσεις και έκτοτε έχει ανταλλάξει θέσεις στον πίνακα με το AfD.
Εάν ο Μερτς επιθυμεί να ανακτήσει έστω ένα ίχνος εμπιστοσύνης κατά τον εναπομείναντα χρόνο της καγκελαρίας του, τότε πρέπει να παραδώσει έργο μακριά από την αριστερή πολιτική: Την αποφασιστική μεταναστευτική πολιτική του ομοσπονδιακού υπουργού Εσωτερικών Ντόμπριντ πρέπει να ακολουθήσει μια αποφασιστική οικονομική πολιτική.
Τι αναμένεται να κάνει το CDU
Το CDU θα έπρεπε μετά από αυτό το φιάσκο να αποχαιρετήσει τη λέξη «τείχος προστασίας» και να εμπλακεί σε έναν καθαρά ουσιαστικό διάλογο.
Το CDU δεν μπορεί πλέον να υποβαθμίζει τη συζήτηση για το «τείχος προστασίας». Το κόμμα βρίσκεται έτσι μπροστά σε ένα σταυροδρόμι: Είτε θα παραμείνει πιστό στη γραμμή Μέρκελ, κάτι που στην Ανατολική Γερμανία μπορεί να οδηγήσει σε περαιτέρω άσχημα αποτελέσματα. Είτε θα γκρεμίσει το τείχος προστασίας, και τότε θα χάσει προοδευτικούς ψηφοφόρους στα μεγάλα αστικά κέντρα και τη δυνατότητα ενός συνασπισμού για παράδειγμα με τους Πράσινους.

Ο Φρίντριχ Μερτς © EPA/RONALD WITTEK
Το CDU και το AfD τοποθετούνται αμφότερα στο δεξιό φάσμα των μέχρι σήμερα κομμάτων. Και όμως, τους χωρίζουν θεμελιώδη ζητήματα: ο ορισμός της Ευρώπης, της ελευθερίας και της δημοκρατίας. Και μετά από μία εβδομάδα γεμάτη ρωσικές απειλές, γίνεται για άλλη μια φορά σαφές γιατί ένα κόμμα, το οποίο κατά καιρούς δίνει την εντύπωση ότι βρίσκεται πιο κοντά στο Κρεμλίνο παρά στο ίδιο το σύνταγμα, δεν θα έπρεπε να εισέλθει στα κέντρα εξουσίας.
Σημαντικότερη από κάθε συζήτηση για το τείχος προστασίας θα ήταν μια προσφορά προς τους ψηφοφόρους για το πώς πρόκειται να επιλυθούν τα ουσιαστικά προβλήματα της χώρας. Διότι από αυτό ο μαυροκόκκινος συνασπισμός στο Βερολίνο —όπως το βλέπουν οι ψηφοφόροι στη Σαξονία-Άνχαλτ— απέχει πολύ.
Kίνδυνος λανθασμένων συμπερασμάτων
Υπάρχει μάλιστα ο φόβος ότι ο καγκελάριος θα εξάγει λανθασμένα συμπεράσματα από το αποτέλεσμα. Η πρώτη του απάντηση σε συνέντευξη σε ερώτηση σχετικά με τις συνέπειες μιας πιθανής κυβέρνησης του AfD ήταν: «Πρόκειται για κρατιδιακές εκλογές». Αυτό είναι σωστό. Πίσω από αυτή τη διαπίστωση κρύβεται όμως επίσης η προσπάθεια να μετριαστούν οι συνέπειες του εκλογικού αποτελέσματος.
Αυτό ισχύει επίσης για το SPD. Οι Σοσιαλδημοκράτες πανηγύριζαν το βράδυ των εκλογών για το μονοψήφιο αποτέλεσμα του κόμματός τους, σαν να είχαν κερδίσει τις εκλογές.
Ωστόσο, όποια κι αν είναι η έκβαση των επερχόμενων κρατιδιακών εκλογών στο Βερολίνο και στο Μεκλεμβούργο-Δυτική Πομερανία, θα ήταν μοιραίο αν ο συνασπισμός συνέχιζε απλώς με ημίμετρα.
Το μήνυμα προς την ομοσπονδιακή κυβέρνηση είναι ξεκάθαρο: Ακούστε επιτέλους τους ανθρώπους. Το να συνεχίζετε να αγνοείτε τις αντιλήψεις, τις επιθυμίες και τα προβλήματα των πολιτών δεν θα έχει καλή κατάληξη για πολύ ακόμα.
Ο κόσμος δεν «καταστράφηκε» το βράδυ της Κυριακής. Αλλά εάν το AfD πρόκειται να αποδυναμωθεί, το έργο του κυβερνητικού συνασπισμού πρέπει να γίνει καλύτερο.
