Ο κροίσος της Coinbase απορρίπτει τη φιλανθρωπία: Οι περισσότερες οργανώσεις κάνουν κακό

Δεν σκοπεύει να δημιουργήσει δικό του ίδρυμα ο Μπράιαν Άρμστρονγκ, εφόσον δεν θα μπορεί να το ελέγξει με κίνδυνο τα χρήματα για τα οποία ίδρωσε να καταλήξουν στους «αριστερούς του Μπιλ Γκέιτς»...

Ο Μπράιαν Άρμστρονγκ, CEO της Coinbase © Youtube / Printscreen

Ο Έλον Μασκ δεν είναι ο μόνος δισεκατομμυριούχος που έχει αντισυμβατική άποψη για τη φιλανθρωπία. Ο CEO της Coinbase Μπράιαν Άρμστρονγκ παραδέχτηκε πρόσφατα ότι δεν πιστεύει πως οι φιλανθρωπικές οργανώσεις έχουν ιδιαίτερα θετικό αντίκτυπο στον κόσμο.

«Η κοινή αντίληψη είναι ότι η φιλανθρωπία έχει ευγενή σκοπό», δήλωσε. «Έχω κάπως αντίθετη άποψη, δηλαδή ότι πολλές φιλανθρωπικές οργανώσεις και δραστηριότητες είναι αρνητικές για τον κόσμο και κάπου χάνονται στον δρόμο».

Όπως υποστήριξε, είναι «εξαιρετικά δύσκολο να βρει κανείς» μια φιλανθρωπική οργάνωση που να μην έχει επηρεαστεί από κάποια ιδεολογία και η οποία να μην έχει προκαλέσει ακούσιες συνέπειες στον κόσμο.

Ο Άρμστρονγκ, διευθύνων σύμβουλος του μεγαλύτερου ανταλλακτηρίου κρυπτονομισμάτων στον κόσμο, με προσωπική περιουσία σχεδόν 10 δισ. δολάρια, έφερε ως παράδειγμα μια υποθετική μη κερδοσκοπική οργάνωση που θα είχε ως στόχο τη μεταρρύθμιση του συστήματος ποινικής δικαιοσύνης, αλλά τελικά «απλώς αύξησε την εγκληματικότητα».

Βασικός του φόβος σχετικά με τη δημιουργία ιδρύματος είναι «ότι θα καταληφθεί από κάποια ιδεολογία και θα χάσω τον έλεγχό του».

Έκανε έναν παραλληλισμό με τον Χένρι Φορντ, υποστηρίζοντας ότι «θα στριφογύριζε στον τάφο του» αν γνώριζε τι κάνει σήμερα το Ford Foundation.

Πρόκειται για ίδρυμα που έχει δώσει χιλιάδες επιχορηγήσεις, συνολικού ύψους 4 δισ. δολαρίων, για τη μείωση της φτώχειας, την καταπολέμηση της αδικίας και την προώθηση της ανθρώπινης ευημερίας.

Ο Άρμστρονγκ, ωστόσο, ενοχλείται διότι διαθέτει ένα Donor-Advised Fund (DAF), δηλαδή ένα ειδικό φιλανθρωπικό επενδυτικό/δωρητικό όχημα.

«Απλώς προσπαθώ να κατευθύνω χρήματα σε πράγματα που πιστεύω ότι βοηθούν τον πολιτισμό να προχωρήσει», είπε, χωρίς να διευκρινίσει σε ποιους συγκεκριμένους σκοπούς αναφέρεται.

Τα DAF λειτουργούν ουσιαστικά σαν προσωπικός λογαριασμός αποταμίευσης για φιλανθρωπικούς σκοπούς. Επιτρέπουν στους ανθρώπους να τοποθετούν χρήματα για μελλοντικές δωρεές, να λαμβάνουν άμεση φορολογική έκπτωση και να αποφασίζουν αργότερα πού θα κατευθυνθούν τα χρήματα.

Παρότι δεν δήλωσε ότι δεν θα δημιουργήσει ποτέ ένα ίδρυμα, είπε ότι θα ήταν «τρελό» να το κάνει τώρα.

Οι απόψεις άλλων δισεκατομμυριούχων για τις δωρεές

Ενώ ορισμένοι δισεκατομμυριούχοι, όπως η Μακένζι Σκοτ — η οποία έχει δωρίσει περισσότερα από 26 δισ. δολάρια — και η Μελίντα Γκέιτς, έχουν επιδοθεί σε ουκ ολίγες φιλανθρωπικές δωρεές, άλλοι βαθύπλουτοι δεν βλέπουν την ίδια αξία στο εν  λόγω… σπορ.

Ο Mασκ, ο πλουσιότερος άνθρωπος στον κόσμο, έχει εκφράσει επανειλημμένα τη δυσαρέσκειά του για το πόσο δύσκολο είναι να διαθέσει κανείς χρήματα με αποτελεσματικό τρόπο.

Έχει επίσης επιτεθεί ευθέως στη Σκοτ, υποστηρίζοντας ότι η φιλανθρωπική της δραστηριότητα κάνει τον κόσμο «χειρότερο».

Ο Πίτερ Τιλ, επενδυτής venture capital και συνιδρυτής του PayPal, έχει επίσης δηλώσει ότι το «Giving Pledge» — η εκστρατεία που καλεί τους υπερπλούσιους να δωρίσουν το μεγαλύτερο μέρος της περιουσίας τους — έχει «χάσει τη δυναμική του», προσθέτοντας ότι έχει παροτρύνει υπογράφοντες να κάνουν πίσω.

«Έχω αποθαρρύνει κόσμο από το να υπογράψει ή έχω ενθαρρύνει άλλους να αποσύρουν την υπογραφή τους», είπε.

Ο Tιλ έχει δηλώσει ότι προειδοποίησε τον Mασκ πως η περιουσία του θα κατέληγε σε «αριστερά μη κερδοσκοπικά ιδρύματα που θα επιλέξει ο Μπιλ Γκέιτς».

Εν τω μεταξύ, άλλοι επικριτές της λεγόμενης «αργής φιλανθρωπίας» (slow philanthropy) επισημαίνουν ότι πολλοί δισεκατομμυριούχοι διατηρούν χρήματα σε ιδρύματα και DAF, τα οποία προσφέρουν άμεσα φορολογικά οφέλη, αλλά δεν υποχρεώνουν τους κατόχους τους να μεταφέρουν γρήγορα τα χρήματα σε οργανώσεις που πραγματοποιούν ενεργό φιλανθρωπικό έργο.

Τα DAF δεν έχουν υποχρέωση ετήσιας εκταμίευσης, ενώ τα ιδιωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να διανέμουν μόλις 5% των περιουσιακών τους στοιχείων ετησίως.

Η συζήτηση δεν είναι απλώς θεωρητική.

Η Μελίντα Γκέιτς, συνιδρύτρια του «Giving Pledge», δήλωσε στα τέλη του 2025 ότι η πρωτοβουλία δεν είχε ανταποκριθεί στις υποσχέσεις της, ασκώντας έντονη κριτική στην τάξη των δισεκατομμυριούχων, την οποία κατηγόρησε ότι καθυστερεί υπερβολικά να αποχωριστεί μέρος του πλούτου της.

Η κριτική της δεν στρέφεται εναντίον της φιλανθρωπίας ως έννοιας, αλλά εστιάζει στο πόσο μικρό μέρος των χρημάτων καταλήγει τελικά στους ανθρώπους που υποτίθεται ότι πρέπει να βοηθηθούν και στο πόσο αργά μπορεί να γίνει αυτό.

Ωστόσο, αυτός ο φόβος δεν έχει σταματήσει καθολικά τις φιλανθρωπικές δωρεές.

Από τη δωρεά 75 εκατ. δολαρίων του Τζένσεν Χουάνγκ στο Vanderbilt έως την ανανεωμένη δυναμική του «Giving Pledge», αρκετοί από τους ομοίους του Άρμστρονγκ εξακολουθούν να θεωρούν ότι η οργανωμένη και δομημένη φιλανθρωπία αξίζει τον κόπο.