Σε μπλε και κίτρινα τιμολόγια φαίνεται να μεταφέρεται το μεγαλύτερο μέρος της εμπορικής «μάχης» μεταξύ των παρόχων ηλεκτρικής ενέργειας. Όπως επισημαίνουν παράγοντες της αγοράς, το τελευταίο διάστημα οι εταιρείες εντείνουν τις προωθητικές τους κινήσεις στις δύο αυτές κατηγορίες, προσαρμόζοντας κάθε φορά τη στρατηγική τους στις συνθήκες που επικρατούν στη χονδρεμπορική αγορά. Στο πλαίσιο αυτό ιδιαίτερη κινητικότητα καταγράφεται στα κίτρινα τιμολόγια, τα οποία έχουν βρεθεί στο επίκεντρο των εμπορικών κινήσεων αρκετών παρόχων. Δεν πρόκειται, ωστόσο, απαραίτητα για μια μόνιμη αλλαγή στρατηγικής. Όπως εξηγούν στελέχη της αγοράς, οι επιλογές των εταιρειών ως προς το ποιο προϊόν θα προωθήσουν περισσότερο συνδέονται σε μεγάλο βαθμό με το κόστος που διαμορφώνεται κάθε περίοδο στην αγορά ηλεκτρικής ενέργειας.
Τι οδήγησε στην αλλαγή αυτή
Η αλλαγή αυτή έγινε πιο εμφανής σε σχέση με το προηγούμενο διάστημα, όταν αρκετοί πάροχοι είχαν επιλέξει να ρίξουν το βάρος τους στα μπλε τιμολόγια, προσφέροντας ιδιαίτερα ανταγωνιστικές τιμές με στόχο να προσελκύσουν νέους πελάτες και να τους διατηρήσουν για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Η λογική ήταν απλή: μια ελκυστική σταθερή τιμή λειτουργούσε ως ισχυρό κίνητρο για τον καταναλωτή να δεσμευτεί σε ένα συμβόλαιο. Όταν, όμως, λένε οι ίδιες πηγές, άλλαξαν τα δεδομένα στη χονδρεμπορική αγορά, η εξίσωση για τους παρόχους έγινε διαφορετική. Οι πολύ χαμηλές τιμές που είχαν προηγουμένως λανσαριστεί στα σταθερά προγράμματα δεν ήταν πλέον εξίσου ελκυστικές από πλευράς κόστους για τις ίδιες τις εταιρείες. Έτσι, σε αρκετές περιπτώσεις, τα συγκεκριμένα προϊόντα σταμάτησαν να διατίθενται ή αντικαταστάθηκαν από νέες προτάσεις με διαφορετική τιμολόγηση.
Σε αυτό το περιβάλλον, τα κίτρινα τιμολόγια απέκτησαν μεγαλύτερο εμπορικό χώρο. Πρόκειται για προϊόντα που επιτρέπουν στους παρόχους να μεταφέρουν σε μεγαλύτερο βαθμό τις μεταβολές της αγοράς στην τελική τιμή, γεγονός που μπορεί να τους δίνει μεγαλύτερη ευελιξία όταν οι συνθήκες μεταβάλλονται γρήγορα. Δεν είναι, επομένως, τυχαίο ότι όταν περιορίστηκαν οι ιδιαίτερα χαμηλές προσφορές στα μπλε, τα κίτρινα βρέθηκαν συχνότερα στην πρώτη γραμμή των εμπορικών προωθήσεων.
Η συγκεκριμένη τάση δεν σημαίνει ότι οι πάροχοι εγκαταλείπουν τα σταθερά τιμολόγια. Χαρακτηριστική περίπτωση η Enerwave που παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στα μπλε τιμολόγια, αξιολογώντας ότι η σταθερότητα και η προβλεψιμότητα του ενεργειακού κόστους αποτελούν σημαντική αξία για τα νοικοκυριά και τις επιχειρήσεις, ιδιαίτερα σε ένα περιβάλλον που εξακολουθεί να χαρακτηρίζεται από μεταβλητότητα στις ενεργειακές αγορές.
«Για την Enerwave, η επένδυση στα σταθερά τιμολόγια δεν αποτελεί συγκυριακή επιλογή, αλλά στρατηγική κατεύθυνση με στόχο να προσφέρουμε στους πελάτες μας διαφάνεια, σταθερότητα και προϊόντα που ανταποκρίνονται στις διαφορετικές ανάγκες κατανάλωσης ενέργειας» σημειώνουν πηγές της εταιρείας τονίζοντας πως σε αυτό το πλαίσιο, τον Ιούλιο η εταιρεία προχώρησε στη διάθεση μιας νέας σειράς μπλε προϊόντων, η οποία καλύπτει με ουσιαστικό τρόπο το σύνολο των καταναλωτικών προφίλ και αναγκών.
Συγκεκριμένα, για καταναλωτές με χαμηλές καταναλώσεις προσφέρει πρόγραμμα με μηδενικό πάγιο, για μεσαίες καταναλώσεις η χρέωση διαμορφώνεται στα 0,139 €/kWh, ενώ για υψηλότερες καταναλώσεις η τιμή είναι ακόμη πιο ανταγωνιστική, στα 0,119 €/kWh. Όπως επισημαίνουν πηγές της εταιρείας η ανταπόκριση που καταγράφεται επιβεβαιώνει ότι ένα σημαντικό μέρος των καταναλωτών εξακολουθεί να αναζητά λύσεις που προσφέρουν ασφάλεια και καλύτερο έλεγχο του οικογενειακού ή επιχειρηματικού προϋπολογισμού. Μάλιστα, όπως τονίζουν, πελάτες που στο παρελθόν επέλεξαν σταθερά μπλε τιμολόγια της Enerwave έχουν διαπιστώσει στην πράξη τα οφέλη της επιλογής τους, καθώς προστατεύθηκαν από τις διακυμάνσεις των τιμών και ωφελήθηκαν από την απόφασή τους.
Από την πλευρά της, η ΔΕΗ ακολουθεί διαφορετική εμπορική προσέγγιση, δίνοντας έμφαση στην επιλογή τιμολογίου με βάση το προφίλ και τις ανάγκες κάθε πελάτη, αντί να προωθεί ένα συγκεκριμένο προϊόν. Όπως επισημαίνουν πηγές της εταιρείας, στόχος είναι ο καταναλωτής να έχει στη διάθεσή του διαφορετικές επιλογές και να επιλέγει εκείνη που ταιριάζει καλύτερα στον τρόπο με τον οποίο καταναλώνει ενέργεια. Στο πλαίσιο αυτό, το πράσινο τιμολόγιο απευθύνεται κυρίως σε όσους αναζητούν μια πιο απλή λύση και μεγαλύτερη προβλεψιμότητα, χωρίς να θέλουν να ασχολούνται διαρκώς με τις μεταβολές της αγοράς.
Τα κίτρινα τιμολόγια, από την άλλη, δίνουν τη δυνατότητα στον καταναλωτή να επωφεληθεί από ενδεχόμενη υποχώρηση των τιμών, συνεπάγονται όμως μεγαλύτερη έκθεση στις διακυμάνσεις της χονδρεμπορικής αγοράς. Τα μπλε τιμολόγια προσφέρουν σταθερή τιμή για τη διάρκεια του συμβολαίου και, επομένως, μεγαλύτερη ασφάλεια ως προς το ύψος της χρέωσης, με το αντίστοιχο κόστος της σταθερότητας να αποτυπώνεται συνήθως σε υψηλότερη τιμή σε σχέση με τα κυμαινόμενα προϊόντα. Η λογική της εταιρείας, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, είναι ότι δεν υπάρχει ένα τιμολόγιο που να αποτελεί τη βέλτιστη επιλογή για όλους. Η επιλογή θα πρέπει να γίνεται με βάση το ύψος και τις συνήθειες κατανάλωσης, αλλά και το πόσο διατεθειμένος είναι κάθε καταναλωτής να αναλάβει το ρίσκο των διακυμάνσεων της αγοράς.
Πού βρίσκονται σήμερα οι καταναλωτές
Παρά τη μεγαλύτερη προβολή που έχουν αποκτήσει το τελευταίο διάστημα τα μπλε και τα κίτρινα τιμολόγια, ένα σημαντικό τμήμα των καταναλωτών εξακολουθεί να παραμένει στο πράσινο. Τα στοιχεία της ΡΑΑΕΥ δείχνουν ότι τα ειδικά τιμολόγια διατηρούν ακόμη το μεγαλύτερο κομμάτι της οικιακής αγοράς, γεγονός που αποτυπώνει και τη σχετική αδράνεια που χαρακτηρίζει ένα μέρος των καταναλωτών, οι οποίοι είτε δεν έχουν αναζητήσει ακόμη εναλλακτική είτε επιλέγουν να παραμείνουν στο πρόγραμμα που ήδη γνωρίζουν.
Η εικόνα, πάντως, αλλάζει σταδιακά υπέρ των σταθερών τιμολογίων. Η τελευταία Έκθεση Λιανικής Αγοράς της ΡΑΑΕΥ, με στοιχεία έως τον Απρίλιο του 2026, καταγράφει σαφή ενίσχυση των μπλε τιμολογίων στο πρώτο τετράμηνο του έτους, τόσο στα νοικοκυριά όσο και στις επιχειρήσεις. Πιο αναλυτικά, στην οικιακή αγορά, το μερίδιο των σταθερών προγραμμάτων αυξήθηκε από 28,57% τον Ιανουάριο σε 31,53% τον Απρίλιο. Πρόκειται για άνοδο 2,96 ποσοστιαίων μονάδων ή, σε σχετικούς όρους, περίπου 10,4% μέσα σε μόλις τέσσερις μήνες. Η μεταβολή γίνεται ακόμη πιο εμφανής σε απόλυτους αριθμούς: οι οικιακοί μετρητές που βρίσκονται σε σταθερό τιμολόγιο αυξήθηκαν κατά σχεδόν 176.000, από περίπου 1,695 εκατ. τον Ιανουάριο σε 1,87 εκατ. τον Απρίλιο. Πηγές της αγοράς σημειώνουν πως το ποσοστό αυτό ήδη ξεπερνάει το 30% με έναν στους 3 καταναλωτές να έχει στραφεί στα μπλε τιμολόγια.
Διαφορετική είναι η εικόνα στα κυμαινόμενα τιμολόγια. Τα κίτρινα διατηρούν ένα σχετικά σταθερό κοινό, χωρίς να καταγράφουν μέχρι στιγμής μεγάλες μεταβολές στο μερίδιό τους. Στα νοικοκυριά, το ποσοστό των κίτρινων τιμολογίων διαμορφώθηκε στο 14,15% τον Ιανουάριο και στο 14,04% τον Απρίλιο, παραμένοντας ουσιαστικά αμετάβλητο. Η σταθερότητα αυτή δείχνει ότι έχει δημιουργηθεί ένας διακριτός πυρήνας καταναλωτών που εξακολουθεί να προτιμά την έκθεση στις μεταβολές της αγοράς, είτε επειδή θεωρεί ότι μπορεί να επωφεληθεί από χαμηλότερες τιμές είτε επειδή δίνει μεγαλύτερη σημασία στην ευελιξία που προσφέρουν τα κυμαινόμενα προγράμματα.
Διαβάστε περισσότερα στο energygame.gr.
