Σε χρονιά μεγαλύτερης προσοχής και ρεαλιστικότερων προσδοκιών μπαίνει η αγορά μπύρας, σύμφωνα με όσα ανέφερε ο διευθυντής επικοινωνίας της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, Γιάννης Γεωργακέλλος, στο περιθώριο εκδήλωσης της εταιρείας. Όπως σημείωσε, το 2026 δεν ξεκίνησε με τη δυναμική που θα επιθυμούσε η αγορά, καθώς δύο βασικοί παράγοντες επηρεάζουν την κατανάλωση, ήτοι η πίεση που δέχεται η αγορά HoReCa (εκτός σπιτιού κατανάλωση) και η περιορισμένη αγοραστική δύναμη των νοικοκυριών.
Θυμίζουμε ότι και πέρυσι η κατανάλωση μπύρας παρουσίασε σημάδια κόπωσης, με πτώση κατά περίπου 5% σε σύγκριση με το 2024, ενώ και τους πρώτους μήνες του έτους που διανύουμε καταγράφεται μονοψήφιο ποσοστό πτώσης της αγοράς. Πηγές της αγοράς με τις οποίες μίλησε το powergame.gr, πάντως, όσον αφοορά το τοπίο στην μπύρα, αναφέρουν ότι οι πωλήσεις επηρεάζονται και από το γεγονός ότι τα σημεία εστίασης έχουν αυξήσει τις τιμές που πουλάνε λόγω της συνολικής επιβάρυνσης που δέχονται από σειρά παραγόντων, γεγονός που έχει επηρεάσει και ένα φαινομενικά οικονομικό προϊόν, όπως το συγκεκριμένο.
«Η χρονιά δεν ξεκίνησε με μεγάλη φόρα. Η HoReCa είναι πιεσμένη, όπως και τα νοικοκυριά, ενώ και ο καιρός δεν βοήθησε», ανέφερε χαρακτηριστικά ο κύριος Γεωργακέλλος, επισημαίνοντας ότι ο Μάιος δεν ήταν ένας εύκολος μήνας για την αγορά μπύρας. Αντίθετα, επισήμανε ότι το τριήμερο του Αγίου Πνεύματος που προηγήθηκε κινήθηκε καλύτερα, δίνοντας μια πρώτη ανάσα, χωρίς ωστόσο να αλλάζει συνολικά την εικόνα.
Μονοψήφια πτώση στο πρώτο τετράμηνο του 2026
Σύμφωνα με τον ίδιο, στο πρώτο τετράμηνο η αγορά κινήθηκε με ελαφρά πτώση, σε μικρό μονοψήφιο ποσοστό, ενώ για τον Μάιο δεν υπάρχουν ακόμη πλήρη στοιχεία. Η εικόνα δεν είναι ιδιαίτερα ενθαρρυντική ούτε στα σούπερ μάρκετ, καθώς, όπως είπε, «το Πάσχα δεν ήταν καλό». Παρ’ όλα αυτά, περιέγραψε μία αγορά που βρίσκεται σε κατάσταση σταθερότητας, αλλά με πιο συγκρατημένες προσδοκίες σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά.
Φέτος, κρίσιμος παράγοντας θα είναι το καλοκαίρι ο καιρός, αλλά κυρίως η ποιότητα του τουρισμού. «Αν πάει καλά η αγορά HoReCa, θα πάμε καλά», σημείωσε, προσθέτοντας ότι οι αφίξεις δεν μεταφράζονται πάντα σε ανάλογη κατανάλωση. Ιδιαίτερα για την ελληνική αγορά, επισήμανε ότι η χώρα παραμένει σε σχετικά χαμηλή έκθεση στο μοντέλο του all inclusive, στοιχείο που μπορεί να λειτουργήσει θετικά για την κατανάλωση εκτός ξενοδοχειακών μονάδων.
Ο Γιάννης Γεωργακέλλος στάθηκε και στη γενικότερη αβεβαιότητα που χαρακτηρίζει την αγορά τα τελευταία χρόνια. «Παίρνουμε την αβεβαιότητα ως βεβαιότητα», είπε, εξηγώντας ότι ακόμη και στην κρίση του 2010 υπήρχε μεγαλύτερη δυνατότητα πρόβλεψης. Αντίθετα, μετά την πανδημία οι διακυμάνσεις μπορεί να κινηθούν προς κάθε κατεύθυνση, τόσο θετικά όσο και αρνητικά.
Σε ό,τι αφορά την εμπορική παρουσία της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, ανέφερε ότι η εταιρεία διαθέτει ένα ευρύ δίκτυο, με παρουσία περίπου σε 100.000 σημεία λιανικής, 27.000 σημεία καφεστίασης και περίπου 20.000 σημεία draft. Στην κατηγορία των mixers, σημείωσε ότι το Tsikí έχει ανέβει στην τέταρτη θέση, ενώ θετική είναι και η πορεία του μηλίτη.
«Δεν προβλέπονται ανατιμήσεις»
Για τα νέα προϊόντα, ο κ. Γεωργακέλλος ξεκαθάρισε ότι δεν υπάρχει κάποιο μεγάλο λανσάρισμα στο άμεσο πλάνο. Αντίστοιχα, στο μέτωπο των τιμών τόνισε ότι δεν προβλέπονται ανατιμήσεις. Ειδικά για την Amstel, η οποία έχει κινηθεί με χαμηλότερη τιμή, ανέφερε ότι η απόδοση αυτής της επιλογής θα φανεί μετά τη θερινή σεζόν. «Θέλαμε να πάμε σε μόνιμη βάση. Φαίνεται να αποδίδει, αλλά πρέπει να δούμε το πραγματικό καλοκαίρι», είπε.
Σε επίπεδο μεριδίων που καταλαμβάνουν τα εμπορικά σήματα της εταιρείας, η εικόνα χαρακτηρίζεται σταθερή. Η Άλφα παραμένει πρώτη, με μερίδιο λίγο κάτω από το μισό της αγοράς στην κατηγορία της, ενώ ακολουθούν, από πλευράς εταιρικού χαρτοφυλακίου, η Amstel και η Heineken. Για την αγορά της μπύρας χωρίς αλκοόλ, εκτίμησε ότι καταγράφεται ανάπτυξη περίπου 4% με 5%.
Ο ίδιος αναφέρθηκε και στη σημασία των συνεργασιών για την Αθηναϊκή Ζυθοποιία, φέρνοντας ως παράδειγμα τη συνεργασία με την Bacardi, η οποία διαρκεί έξι χρόνια. «Πάντα κάνουμε συνεργασίες», σημείωσε, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι η εταιρεία δεν κινείται στη λογική των εξαγορών.
Εν αναμονή για την απόφαση της δικαστικής διαμάχης με τη Βεργίνα
Για την ΕΖΑ, περιορίστηκε να σχολιάσει ότι «καθένας κάνει αυτό που πιστεύει», προσθέτοντας ότι πρόκειται για ένα καλό εργοστάσιο, χωρίς να γνωρίζει εάν έχει κλείσει. Όσον αφορά τη δικαστική αντιπαράθεση με τη Ζυθοποιία Μακεδονίας Θράκης, η οποία βρίσκεται υπό την κρίση της ολλανδικής Δικαιοσύνης με αντικείμενο την επιδίκαση αποζημίωσης από τη Heineken προς την εν λόγω εταιρεία, ο κύριος Γεωργακέλλος ανέφερε ότι αναμένεται να τελεσιδικήσει μέσα στο καλοκαίρι, παρ’ ότι αρχικά υπήρχε προσδοκία για εξέλιξη ήδη από τον Μάρτιο.
Εργοστάσιο Πάτρας: Δυναμικότητα 3 εκατομμυρίων εκατόλιτρων ετησίως
Σε ό,τι αφορά το εργοστάσιο της Πάτρας, τα στελέχη της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας σημείωσαν ότι αποτελεί από τις πλέον προηγμένες μονάδες του δικτύου της Heineken στην Ευρώπη. Η μονάδα, που βρίσκεται σε έκταση 252 στρεμμάτων, διαθέτει παραγωγική δυναμικότητα 3 εκατομμυρίων εκατόλιτρων ετησίως, μέγεθος που αντιστοιχεί σε περίπου 600 εκατομμύρια φιάλες των 500 ml ή σχεδόν 1 δισεκατομμύριο κουτάκια μπύρας τον χρόνο, όπως ανέφερε σχετικά στη διάρκεια παρουσίασης προς δημοσιογράφους ο διευθυντής εργοστασίου της εταιρείας, Θανάσης Γιούλης.
Πρόκειται για το μεγαλύτερο ζυθοποιείο της χώρας, με ισχυρό αποτύπωμα στην τοπική οικονομία της Αχαΐας, αλλά και με ευρύτερη σημασία για την παραγωγική αλυσίδα της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας. Από τη συγκεκριμένη μονάδα παράγονται μπύρες που διατίθενται σε όλη την ελληνική αγορά, αλλά και σε εξαγωγικούς προορισμούς. Παράλληλα, το εργοστάσιο διαθέτει βυνοποιείο, στοιχείο που το καθιστά ένα από τα λίγα εργοστάσια της Heineken στην Ευρώπη με τέτοια υποδομή.
Συνεργασία με περισσότερους από 2.000 Έλληνες παραγωγούς κριθαριού
Η παρουσία του βυνοποιείου συνδέεται άμεσα με το πρόγραμμα Συμβολαιακής Καλλιέργειας κριθαριού, το οποίο υλοποιεί η Αθηναϊκή Ζυθοποιία εδώ και 16 χρόνια, σε συνεργασία με περισσότερους από 2.000 Έλληνες παραγωγούς. Μέσω του προγράμματος αυτού, το ελληνικό κριθάρι μετατρέπεται σε βύνη, η οποία χρησιμοποιείται ως βασική πρώτη ύλη στην παραγωγή μπίρας, ενώ μέρος της εξάγεται. Πρόκειται για ένα μοντέλο που συνδέει τη βιομηχανία με τον πρωτογενή τομέα και ενισχύει την εγχώρια προστιθέμενη αξία.
Πάνω από 60 εκατ. ευρώ επενδύσεις στο εργοστάσιο της Πάτρας σε διάρκεια δεκαετίας
Τα τελευταία δέκα χρόνια η Αθηναϊκή Ζυθοποιία έχει επενδύσει περισσότερα από 60 εκατ. ευρώ στο εργοστάσιο της Πάτρας. Οι επενδύσεις αυτές αφορούν την ανάπτυξη νέων προϊόντων, τη δημιουργία σύγχρονης γραμμής παραγωγής μηλίτη, την παραγωγή βαρελιών μιας χρήσης, την επέκταση των αποθηκευτικών χώρων, τον εκσυγχρονισμό της παραγωγής μέσω συστήματος συλλογής και επεξεργασίας διοξειδίου του άνθρακα, αλλά και την υιοθέτηση νέων ενεργειακών τεχνολογιών.
Σήμερα στη μονάδα παράγονται 12 διαφορετικά brands και 141 κωδικοί προϊόντων σε όλους τους τύπους συσκευασίας. Το εργοστάσιο διαθέτει πέντε αυτοματοποιημένες γραμμές συσκευασίας, δύο γραμμές φιάλης, μία γραμμή κουτιού και δύο γραμμές βαρελιών. Διαθέτει επίσης δύο γραμμές ζυθοβρασίας, δύο γραμμές φιλτραρίσματος και 90 δεξαμενές ζύμωσης, συγκροτώντας μία πλήρως καθετοποιημένη παραγωγική αλυσίδα.
Κεντρικό ρόλο στη στρατηγική της εταιρείας έχει πλέον η βιωσιμότητα. Στο εργοστάσιο της Πάτρας λειτουργεί φωτοβολταϊκό πάρκο ισχύος 1 MW, το οποίο καλύπτει περίπου το 10% των αναγκών της μονάδας σε ηλεκτρική ενέργεια. Παράλληλα, ολοκληρώνεται το πρώτο ηλιοθερμικό πάρκο βιομηχανικής κλίμακας στην Ελλάδα, ισχύος 5,75 MW, το οποίο αναμένεται να καλύπτει έως και το 25% των αναγκών του εργοστασίου σε θερμική ενέργεια. Η επένδυση αυτή εντάσσεται στο project «Sun Brew» και αποτελεί ένα από τα σημαντικότερα βήματα της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας για τη μείωση του ανθρακικού της αποτυπώματος. Από το 2015 έως το 2025, οι εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα στη μονάδα της Πάτρας μειώθηκαν από 28.000 σε 8.000 τόνους ετησίως, δηλαδή κατά 71%. Με την έναρξη λειτουργίας του ηλιοθερμικού πάρκου, η μείωση αυτή εκτιμάται ότι θα φτάσει στο 79%.
Σημαντική είναι και η πρόοδος στη διαχείριση του νερού, που αποτελεί βασική πρώτη ύλη για τη ζυθοποιία. Από το 2015 έως το 2025, η κατανάλωση νερού μειώθηκε κατά 2,7 λίτρα ανά λίτρο παραγόμενης μπίρας, οδηγώντας σε ετήσια εξοικονόμηση 405 εκατομμυρίων λίτρων νερού. Σύμφωνα με την εταιρεία, η ποσότητα αυτή αντιστοιχεί στις ανάγκες πόσιμου νερού και μαγειρέματος ολόκληρου του πληθυσμού της Πάτρας για έναν χρόνο.
Σημειώνεται ότι το 2025 το εργοστάσιο της Πάτρας πιστοποιήθηκε στη βαθμίδα Silver μεταξύ των εργοστασίων του ομίλου Heineken, διάκριση που διαθέτουν λίγες μονάδες διεθνώς. Την ίδια χρονιά κατέκτησε τη δεύτερη θέση μεταξύ 52 εργοστασίων της Ευρώπης ως προς την παραγωγικότητα και την επίτευξη στόχων. Παράλληλα, συμπλήρωσε 600 συνεχόμενες ημέρες χωρίς εργατικό ατύχημα, στοιχείο που η εταιρεία συνδέει με τη συστηματική επένδυση στην ασφάλεια, στην πρόληψη και στην ποιότητα.
Μόνο την τελευταία δεκαετία, η Αθηναϊκή Ζυθοποιία έχει διαθέσει 5 εκατ. ευρώ σε επενδύσεις που σχετίζονται με την ασφάλεια των εργαζομένων και τη διασφάλιση της ποιότητας των προϊόντων. Για τη διοίκηση, η παραγωγική εξέλιξη δεν μετριέται μόνο σε όγκους και επενδύσεις, αλλά και στο κατά πόσο η βιομηχανία μπορεί να προστατεύει τους ανθρώπους της, να μειώνει το περιβαλλοντικό της αποτύπωμα και να δημιουργεί αξία για την κοινωνία.
Η παραγωγή της μπύρας Μάμος
Η Αθηναϊκή Ζυθοποιία συνδέει την παρουσία της στην Πάτρα και με τοπικά brands, όπως η μπύρα Μάμος. Η αναβίωση της Μάμος, πριν από δέκα χρόνια, έγινε μέσα από συνεργασία με την οικογένεια Μάμου, δίνοντας νέα εμπορική δυναμική σε ένα σήμα με ισχυρή τοπική κληρονομιά. Σήμερα η Μάμος παράγεται στο εργοστάσιο της Πάτρας και διανέμεται σε όλη την Ελλάδα, αλλά και εκτός συνόρων, αποτελώντας μία από τις χαρακτηριστικές περιπτώσεις όπου η τοπική παράδοση συνδυάζεται με τη βιομηχανική παραγωγή και την εμπορική κλίμακα ενός μεγάλου ομίλου.
