Τρία ανοιχτά μέτωπα, με διαφορετικό ειδικό βάρος το καθένα, βρίσκονται αυτή την περίοδο ανοιχτά στο τραπέζι της Quest Συμμετοχών: η αντίστροφη μέτρηση μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου για την απόφαση της GLS σχετικά με την αγορά ή μη του υπόλοιπου 80% της ACS, η επενδυτική θέση στη Fourlis, η οποία έχει ήδη αυξηθεί λίγο κάτω από το 13%, και η προβληματική επίδοση της Info Quest Technologies Romania στη Ρουμανία, που ανοίγει τον δρόμο ακόμη και για αποχώρηση απο την αγορά. Την ίδια στιγμή, δύο από τους βασικούς πυλώνες του ομίλου, η Πληροφορική και οι ταχυμεταφορές, συνεχίζουν να λειτουργούν ως τα «πετράδια του στέμματος», καταγράφοντας ισχυρούς ρυθμούς ανάπτυξης και βελτιωμένη κερδοφορία. Αυτό είναι το τοπίο που περιέγραψε χθες η διοίκηση της Quest, δια στόματος του CEO του ομίλου, Απόστολου Γεωργαντζή, και του οικονομικού διευθυντή, Μάρκου Μπιτσάκου, κατά την τηλεδιάσκεψη με τους αναλυτές για τα αποτελέσματα του πρώτου εξαμήνου, αφήνοντας, παράλληλα, ανοιχτές σημαντικές επενδυτικές επιλογές για την επόμενη ημέρα.
Το πιο άμεσο ορόσημο για τον όμιλο αφορά την ACS. Η γερμανική GLS, που έχει ήδη αποκτήσει το 20% της εταιρείας έναντι περίπου 77 εκατ. ευρώ, έχει μπροστά της το δεύτερο και κρίσιμο παράθυρο για την άσκηση του call option επί του υπόλοιπου 80% με καταληκτική ημερομηνία την 30η Οκτωβρίου. Η διοίκηση της Quest απέφυγε να προεξοφλήσει την έκβαση, ξεκαθαρίζοντας ότι η απόφαση βρίσκεται αποκλειστικά στην άλλη πλευρά του τραπεζιού. «Όσον αφορά την πιθανότητα εξαγοράς του υπόλοιπου 80% της ACS από την GLS, η απόφαση βρίσκεται στα χέρια της GLS και θα τη γνωρίζουμε μέχρι το τέλος Οκτωβρίου», ανέφερε χθες ο διευθύνων σύμβουλος της Quest, Α. Γεωργαντζής.
Η πώληση της ACS θρυαλλίδα για επόμενες κινήσεις
Το οικονομικό διακύβευμα από την πώληση του υπόλοιπου 80% της εταιρείας ταχυμεταφορών είναι μεγάλο. Το τίμημα κινείται στην περιοχή των 300 εκατ. ευρώ και πιθανή μεταβίβαση θα ενισχύσει σημαντικά τη ρευστότητα της Quest, δίνοντας στον όμιλο του Θεόδωρου Φέσσα αυξημένη επενδυτική δύναμη για την επόμενη ημέρα. Ο κ. Γεωργαντζής έδωσε, μάλιστα, το στίγμα για την αξιοποίηση αυτών των κεφαλαίων: «Εάν προχωρήσει η συναλλαγή και πραγματοποιηθεί η πλήρης πώληση της ACS, τα σχέδιά μας, όπως έχουμε αναφέρει και στο παρελθόν και όπως έχουμε πράξει αρκετές φορές, περιλαμβάνουν τόσο την ανταμοιβή των μετόχων της Quest, όσο και τη χρησιμοποίηση μέρους των εσόδων για νέες επενδύσεις».
Υπάρχει, ωστόσο, και το αντίστροφο σενάριο προς το οποίο η Quest εμφανίστηκε όχι απλώς έτοιμη, αλλά και αποφασισμένη να κινηθεί. Εάν η GLS δεν ασκήσει την option για την αγορά του υπόλοιπου 80%, «δεν είμαστε υποχρεωμένοι, αλλά έχουμε το δικαίωμα να το επαναγοράσουμε και μάλιστα με discount. Δεν θα είχαμε πρόβλημα εάν συνέβαινε κάτι τέτοιο, καθώς η εταιρεία λειτουργεί πολύ καλά και παράγει πολύ ισχυρές ταμειακές ροές» ήταν η απάντηση του management. Η διοίκηση, μάλιστα, χαρακτήρισε θετικές και τις δύο πιθανές εκβάσεις: «Όποιο από τα δύο σενάρια και αν επικρατήσει, πιστεύω ότι θα είναι μια καλή εξέλιξη για τους μετόχους μας».
Η Quest και η αύξηση θέσης στη Fourlis
Το δεύτερο κομμάτι του παζλ αφορά τη Fourlis. Η Quest διέθεσε περίπου 28 εκατ. ευρώ στο πρώτο εξάμηνο για την επένδυσή της στον όμιλο, ενώ η θέση της αυξήθηκε ελαφρώς κατά το δεύτερο τρίμηνο και βρίσκεται πλέον λίγο κάτω από το 13%. Χθες η διοίκηση επέλεξε να αφήσει ανοιχτά όλα τα ενδεχόμενα για την επόμενη κίνηση όσον αφορά τη Fourlis. «Εξετάζουμε όλες τις επιλογές, αλλά αυτή τη στιγμή δεν έχουμε λάβει κάποια απόφαση για περαιτέρω αύξηση της συμμετοχής μας. Θα μπορούσε, ωστόσο, να συμβεί στο μέλλον», ήταν η απάντηση στο σχετικό ερώτημα των αναλυτών.
Ευθέως δε το management συνέδεσε την επενδυτική ευχέρεια της Quest με την έκβαση της ACS: «Αυτό συνδέεται επίσης με το εάν θα προχωρήσει η υπόθεση της ACS, καθώς μια τέτοια εξέλιξη θα μας εξασφάλιζε σημαντική πρόσθετη ρευστότητα για νέες επενδύσεις». Η διατύπωση δεν σημαίνει ότι τα κεφάλαια από μια ενδεχόμενη πώληση της ACS προορίζονται αποκλειστικά για τη Fourlis, δείχνει όμως ότι η έκβαση του deal θα επηρεάσει ουσιαστικά τη δυνατότητα της Quest να κινηθεί πιο δυναμικά σε επενδυτικό επίπεδο.
Στο τραπέζι μπήκε χθες και ένα ακόμη πιο προωθημένο σενάριο: κατά πόσο η συμμετοχή στη Fourlis και οι διασυνδέσεις στον χώρο του real estate, μέσω και της Trade Estates, θα μπορούσαν μελλοντικά να οδηγήσουν σε μια ευρύτερη εταιρική κίνηση, ακόμη και μέσω συγχώνευσης. Η διοίκηση κράτησε σαφείς αποστάσεις από ένα τέτοιο ενδεχόμενο στην παρούσα φάση. «Θα έλεγα ότι είναι πολύ πρόωρο να εξετάζει κανείς κάτι τέτοιο, δεδομένου ότι έχουμε μόνο μειοψηφική συμμετοχή στη Fourlis», ήταν η απάντηση του CEO του ομίλου. Για να προσθέσει, ωστόσο: «Εάν κάτι τέτοιο αποτελέσει επιλογή ή ευκαιρία στο μέλλον, θα μπορούσε να εξεταστεί τότε».
Το αγκάθι της Ρουμανίας
Το τρίτο ανοιχτό μέτωπο για την Quest δείχνει να είναι αυτός της Ρουμανίας. Η Info Quest Technologies Romania, η οποία υποστηρίζει τη δραστηριότητα της Xiaomi, εμφάνισε σημαντική πτώση εσόδων και ζημίες στο πρώτο εξάμηνο, αποτελώντας μία από τις λίγες αρνητικές εξαιρέσεις στη συνολικά ισχυρή εικόνα του Ομίλου. Μάλιστα, σύμφωνα με την οικονομική έκθεση, η εταιρεία επεξεργάζεται πλάνο αποχώρησης από την αγορά αυτή, σε συνεννόηση με τη Xiaomi, ενώ έμφαση δίνεται στη συγκράτηση των ζημιών που είναι αποτέλεσματων
μειωμένων πωλήσεων, καθώς “οι δυσκολίες στην Ρουμανία παραμένουν, τόσο λόγω της πολιτικής κατάστασης, όσο και της υποτίμησης του τοπικού νομίσματος LEI με σημαντικό αντίκτυπο στο χρηματοοικονομικό κόστος καθώς και της σημαντικής μείωσης στην αγορά των προϊόντων που δραστηριοποιείται η εταιρεία”.
Η διοίκηση θέλησε, ωστόσο, χθες να τραβήξει σαφή διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην Info Quest Technologies Romania και στη συνολική παρουσία της Quest στη ρουμανική αγορά, που αφορά τη Uni Systems, που επίσης δραστηριοποιείται επίσης στη Ρουμανία. Η Ρουμανία αποτελεί μέρος των διεθνών δραστηριοτήτων της Uni Systems. «Βρισκόμαστε στην αγορά εδώ και αρκετά χρόνια και διαθέτουμε θυγατρική εταιρεία με έδρα το Βουκουρέστι. Είμαστε αρκετά ικανοποιημένοι από την πορεία της δραστηριότητάς μας εκεί» ανέφερε σχετικά ο οικονομικός διευθυντής του ομίλου.
Το «πετράδι», ο γκρεμός και ο πήχης του capex
Από τα αποτελέσματα του εξαμήνου επιβεβαιώθηκε, για άλλη μια φορά, ότι Πληροφορική και ταχυμεταφορές παραμένουν δύο από τους ισχυρότερους πυλώνες του χαρτοφυλακίου. Ειδικά για τα περιθώρια κερδοφορίας, ο κ.. Μπιτσάκος σημείωσε ότι «οι δύο κλάδοι που παρουσίασαν τη μεγαλύτερη βελτίωση ήταν οι Υπηρεσίες Πληροφορικής και οι ταχυμεταφορές», προσθέτοντας ότι η Quest εκτιμά πως μπορεί να διατηρήσει τα βελτιωμένα περιθώρια EBITDA «και στο δεύτερο εξάμηνο του έτους, και όχι μόνο».
Στην Πληροφορική, το συμβασιοποιημένο backlog της Uni Systems κινείται περίπου στα 650 εκατ. ευρώ, με τη διοίκηση να τοποθετεί τον βασικό ορίζοντα εκτέλεσής του στα τρία έως τέσσερα χρόνια και, σε ορισμένες περιπτώσεις, έως και τα πέντε. «Το backlog είναι διαρκώς μεταβαλλόμενο. Δεν είναι κάτι στατικό. Έρχονται νέα έργα και παράλληλα άλλα ολοκληρώνονται και βγαίνουν από το backlog», ανέφερε η διοίκηση, επισημαίνοντας ότι η παραμονή του σε τόσο υψηλά επίπεδα αποτελεί ένδειξη συνέχειας της ανάπτυξης.
Μάλιστα τα στελέχη του ομίλου εξήγησαν ότι δεν βλέπουν απότομο «γκρεμό» μετά το τέλος του RRF. Ο κ. Γεωργαντζής αναγνώρισε ότι η ιδιαίτερα ισχυρή επίδοση του πρώτου εξαμήνου συνδέθηκε εν μέρει με τον χρονισμό εκτέλεσης συγκεκριμένων έργων, υπογράμμισε, ωστόσο, ότι «οι υποκείμενοι παράγοντες ανάπτυξης είναι διαρθρωτικοί». Η Quest -όπως είπε- αναμένει διψήφια αύξηση των εσόδων της Πληροφορικής στο σύνολο της χρήσης και εκτιμά ότι η τάση του πρώτου εξαμήνου θα συνεχιστεί, σε γενικές γραμμές, και στο δεύτερο.
Πάντως, χθες το management της Quest χαμήλωσε τον πήχη των φετινών δαπανών, εκτιμώντας πλέον ότι το CapEx θα κινηθεί μεταξύ 40 και 50 εκατ. ευρώ, έναντι αρχικού προϋπολογισμού 60 εκατ. ευρώ. Η απόκλιση αποδίδεται αφενός στον ελαφρώς βραδύτερο ρυθμό υλοποίησης του επενδυτικού προγράμματος της ACS και αφετέρου στο γεγονός ότι μικρότερες κινήσεις εξαγορών, που είχαν ενσωματωθεί στον αρχικό σχεδιασμό δεν έχουν ακόμη οριστικοποιηθεί.
