Οι δικαστικές υποθέσεις και οι εξαγορές που αλλάζουν το τοπίο στην εστίαση

Από την εξαγορά της Evergood έως το Χωριάτικο, τα Coffee Island και την αναζήτηση συνομιλητών από τον Κώστα Αντάρα της Pizza Fan

Ανατροπές και λεπτές ισορροπίες για τον κλάδο εστίασης ©eurokinissi

Διεθνείς επενδυτές, εξαγορές ελληνικών αλυσίδων, διερευνητικές επαφές για την είσοδο νέων μετόχων και υποθέσεις που βρίσκονται στο μικροσκόπιο των Αρχών διαμορφώνουν ένα νέο τοπίο στην εστίαση. Από την εξαγορά της Evergood από την καναδική Recipe Unlimited μέχρι τη μεταβίβαση των σημάτων Bread Factory στον επιχειρηματικό όμιλο του Taizoon Khorakiwala και την αναζήτηση συνομιλητών από τον Κώστα Αντάρα της Pizza Fan με αντικείμενο την πώλησή της, η αγορά βρίσκεται σε περίοδο ριζικών ανακατατάξεων.

Κοινός παρονομαστής είναι η ανάγκη για κεφάλαια, οργανωμένες υποδομές και βιώσιμα περιθώρια κέρδους. Ωστόσο, κάθε περίπτωση έχει διαφορετικά χαρακτηριστικά. Οι συμφωνίες ανάπτυξης συνυπάρχουν με επιχειρηματικές μεταβιβάσεις που επηρεάζονται από δικαστικές έρευνες, ενώ η αναγνωρισιμότητα ενός σήματος δεν αρκεί για να εξασφαλίσει επενδυτή.

Οι εξελίξεις εκτυλίσσονται σε αγορά που δέχεται πιέσεις. Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ, το δεύτερο τρίμηνο του 2026 ο κύκλος εργασιών των υπηρεσιών εστίασης υποχώρησε κατά 2,5%, στα 3,165 δισ. ευρώ, με απώλειες περίπου 80 εκατ. ευρώ έναντι του αντίστοιχου τριμήνου του 2025. Είχε προηγηθεί πτώση 3,4% το 2025, στα 10,735 δισ. ευρώ. Οι περισσότερες ταμπέλες, επομένως, καλούνται να διεκδικήσουν μερίδιο από μια αγορά που δεν μεγαλώνει μαζί τους.

Η Recipe και ο επόμενος κύκλος εξαγορών

Η υπογραφή οριστικής συμφωνίας για την απόκτηση του 100% της Evergood, του βραχίονα εστίασης της Vivartia, από τη Recipe Unlimited δημιουργεί προϋποθέσεις για νέες κινήσεις συγκέντρωσης. Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, ο σχεδιασμός μπορεί να επεκταθεί πέρα από τη διαχείριση των Goody’s Burger House, Everest, Flocafé, La Pasteria και Jackaroo, με προσθήκη ανερχόμενων ελληνικών σημάτων.

Η Recipe, η οποία ελέγχεται από τη Fairfax Financial Holdings του Πρεμ Γουάτσα, διαθέτει περισσότερα από 1.100 εστιατόρια και χαρτοφυλάκιο 18 εμπορικών σημάτων. Η παρουσία στρατηγικού επενδυτή με άμεση δραστηριότητα στην εστίαση διαφοροποιεί την επόμενη ημέρα από το μοντέλο διαχείρισης ενός επενδυτικού fund.

Πηγές της αγοράς επισημαίνουν τη δυνατότητα αξιοποίησης κοινών προμηθειών, υποδομών διανομής, τεχνολογίας και τεχνογνωσίας franchise. Θετικά αξιολογείται και η προοπτική διατήρησης της ελληνικής διοικητικής ομάδας, καθώς εξασφαλίζει γνώση της αγοράς και συνέχεια στις σχέσεις με τους συνεργάτες.

Πρότυπο για ενδεχόμενες επόμενες εξαγορές αποτελεί η Jackaroo. Τον Μάρτιο του 2025 η Evergood απέκτησε το 60% της Red Meat, έναντι τιμήματος κοντά στα 10 εκατ. ευρώ, προσθέτοντας ένα αναπτυσσόμενο σήμα street food. Αντίστοιχες συμμετοχές επιτρέπουν την είσοδο σε νέες κατηγορίες χωρίς το κόστος δημιουργίας ενός brand από την αρχή.

Οι πωλήσεις του δικτύου της Evergood προσέγγισαν τα 375 εκατ. ευρώ το 2025, ενώ ο ενοποιημένος κύκλος εργασιών κινήθηκε κοντά στα 300 εκατ. ευρώ και τα προσαρμοσμένα EBITDA στα 32,8 εκατ. ευρώ. Για το 2026 οι εκτιμήσεις προβλέπουν ανάπτυξη περίπου 5%. Η συναλλαγή εντάσσεται στις κινήσεις αποεπένδυσης της CVC Capital Partners από δραστηριότητες της Vivartia, μετά τις πωλήσεις της Μπάρμπα Στάθης και της γαλακτοβιομηχανίας Δωδώνη.

Η Βενέτης και το 15% της Coffee Lab

Στην καφεστίαση, η Βενέτης έχει αποκτήσει το 15% της Coffee Lab, με στόχο τον περιορισμό του κόστους και τη δημιουργία συνεργειών μεταξύ των δύο εταιρειών.

Η συνεργασία στηρίζεται στην αλληλοτροφοδοσία και στην αξιοποίηση συμπληρωματικών δραστηριοτήτων, επιδιώκοντας ένα βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης. Αποτυπώνει μια ευρύτερη τάση της αγοράς, όπου οι συμμετοχές και οι εμπορικές συνεργασίες χρησιμοποιούνται για να ενισχύσουν την ανταγωνιστικότητα, χωρίς να προϋποθέτουν πλήρη εξαγορά.

Η Coffee Island και η πίεση στα κέρδη

Στη δημόσια συζήτηση βρέθηκε και η Coffee Island, με βασικό μέτοχο τον Βαγγέλη Λιόλιο, μετά τις εξελίξεις γύρω από τον ίδιο και την παραίτησή του από την προεδρία της εταιρείας, στη σκιά της υπόθεσης στο ελληνικό μπάσκετ. Οι εξελίξεις αυτές δεν τεκμηριώνουν εμπλοκή της Coffee Island. Πηγές κοντά στην επιχείρηση, σε ανεπίσημη τοποθέτηση, απέκλειαν το ενδεχόμενο πώλησής της σε τρίτους παρά τα όσα κατά καιρούς έχουν ακουστεί με αφορμή τις εξελίξεις με τον βασικό της μέτοχο.

Η εταιρεία προχώρησε την τελευταία διετία σε αναδιάρθρωση του δικτύου, με κλείσιμο και μετακίνηση διψήφιου αριθμού καταστημάτων σε νέα σημεία. Παράλληλα, αναπτύσσει πωλήσεις εκτός franchise, μέσω οργανωμένου λιανεμπορίου και τρίτων επιχειρήσεων στον κλάδο φιλοξενείας και εστίασης.

Το 2025 ο κύκλος εργασιών της μητρικής Σαπλάι Γιουνίκ αυξήθηκε κατά 13,12%, στα 40,45 εκατ. ευρώ. Ωστόσο, τα κέρδη προ φόρων μειώθηκαν κατά 28,1% και το καθαρό αποτέλεσμα κατά 28,5%, καθώς, σύμφωνα με την εταιρεία, απορροφήθηκε μεγάλο μέρος των ανατιμήσεων στις πρώτες ύλες.

Η εικόνα αναδεικνύει την απόσταση μεταξύ αύξησης πωλήσεων και κερδοφορίας. Η Coffee Island επένδυσε 2,77 εκατ. ευρώ το 2025 σε παραγωγικές υποδομές, αυτοματισμούς και διασφάλιση ποιότητας, ενώ η διεθνής παρουσία της επεκτάθηκε από 14 αγορές το 2025 σε 16 το 2026.

Γιαννακόπουλος, Χωριάτικο και Bread Factory

Διαφορετική είναι η περίπτωση των εξελίξεων γύρω από τον Άγγελο Γιαννακόπουλο και τις επιχειρήσεις που συνδέονται με το Χωριάτικο, τα Αττικά Αρτοποιεία και την προηγούμενη δραστηριότητα των Bread Factory. Οι έρευνες και οι δεσμεύσεις περιουσιακών στοιχείων συμπλέκονται χρονικά με τη μεταβίβαση των εμπορικών σημάτων της Bread Factory σε εταιρεία συμφερόντων του ινδικής καταγωγής επιχειρηματία Taizoon Fakhruddin Khorakiwala, επικεφαλής του ομίλου Switz.

Η μεταβίβαση των έξι ελληνικών και δύο ευρωπαϊκών σημάτων έγινε προς την κυπριακή Yelisee Limited, με ιδιωτικό συμφωνητικό της 2ας Οκτωβρίου 2026.

Παράλληλα, επιμέρους εταιρείες του νέου σχήματος μίσθωσαν απευθείας από τους ιδιοκτήτες τους χώρους εννέα καταστημάτων. Εκτός συμφωνίας έμεινε το κατάστημα της πλατείας Καραϊσκάκη, με υποχρέωση, σύμφωνα με πληροφορίες, να αφαιρεθεί η επιγραφή Bread Factory. Κατά το πρόσφατο ρεπορτάζ του powergame.gr, η επιγραφή εξακολουθούσε να παραμένει στη θέση της.

Στις 25 Οκτωβρίου, σύμφωνα με την Κουλουράδες Γενική Προμηθευτική που ανήκει στον όμιλο Switz, δεσμεύθηκαν οι λογαριασμοί της ίδιας και οκτώ δικαιοδόχων εταιρειών. Η πλευρά του νέου επενδυτή ζήτησε στις 27 Οκτωβρίου την άρση της δέσμευσης από την Αρχή Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Εγκληματικές Δραστηριότητες, υποστηρίζοντας ότι οι εννέα εταιρείες δεν έχουν εταιρική, διοικητική ή οικονομική σχέση με τα ερευνώμενα πρόσωπα.

Αποδίδει, μάλιστα, την εξέλιξη σε πιθανή σύγχυση λόγω της κοινής εμπορικής ονομασίας. Πρόκειται για ισχυρισμό της αιτούσας πλευράς, χωρίς να έχει γνωστοποιηθεί οριστική κρίση της Αρχής για το θέμα. Η εταιρεία επικαλείται δυσκολίες στην πληρωμή εργαζομένων, προμηθευτών και υποχρεώσεων, σε δίκτυο που, κατά το υπόμνημά της, προσεγγίζει τους 1.000 εργαζόμενους.

Η δύσκολη εξίσωση της Pizza Fan

Στην Pizza Fan, το ζητούμενο είναι εάν μπορεί να βρεθεί επενδυτής που θα αναλάβει την επόμενη ημέρα, υπό τη σκιά της ερευνώμενης υπόθεσης φερόμενης φοροδιαφυγής.

Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, ο Κώστας Αντάρας φέρεται να προσέγγισε τον Βλάσση Γεωργάτο της Γρηγόρης, τον επικεφαλής της Vivartia Θανάση Παπανικολάου και τον Παναγιώτη Μονεμβασιώτη της Βενέτης. Οι επαφές αυτές αποδίδονται σε δική του πρωτοβουλία και όχι το αντίθετο.

Το βασικό ερώτημα αφορά τη βιωσιμότητα ενός μοντέλου χαμηλών τιμών, προσφορών και μεγάλου όγκου παραγγελιών που εφάρμοζε μέχρι πρότινος η Pizza Fan. Στελέχη της αγοράς συνδέουν τη φερόμενη φοροδιαφυγή με την δυνατότητα διατήρησης χαμηλών τιμών από πλευράς της αλυσίδας.

Το κρίσιμο μέγεθος είναι το κέρδος ανά κατάστημα

Οι ανακατατάξεις επαναφέρουν το ερώτημα ποιος κερδίζει από τη διεύρυνση των δικτύων. Η κεντρική εταιρεία μπορεί να αυξάνει έσοδα από προμήθειες, δικαιώματα και μεγαλύτερο αριθμό συνεργατών, ενώ ο franchisee καλύπτει το λειτουργικό κόστος του καταστήματος. Περισσότερα σημεία δεν συνεπάγονται αυτομάτως μεγαλύτερο κέρδος για καθένα από αυτά. Στην επόμενη φάση της εστίασης, οι όποιες κινήσεις ή εξαγορές θα κριθούν από τη δυνατότητα να δημιουργούν συνέργειες και ανθεκτικές επιχειρήσεις, ενώ οι ερευνώμενες υποθέσεις αυξάνουν τις απαιτήσεις ελέγχου από τους εκάστοτε ενδιαφερόενους πριν από οποιαδήποτε επενδυτική απόφαση. Δημιουργώντας παράλληλα ένα νέο περιβάλλον, που χαρακτηρίζεται από διαρκείς ανατροπές και εξελίξεις, ανοίγοντας όμως παράλληλα χώρο για εξυγίανση και πιθανή συγκέντρωση δυνάμεων σε έναν άκρως κατακερματισμένο κλάδο, αυτόν της εστίασης, ο οποίος αναπτύσσεται σε μία απολύτως «ρηχή» ως προς το μέγεθός της, ελληνική αγορά.