Ενοίκια: 225.000 νέα μισθωμένα ακίνητα στην Εφορία, αλλά δηλώνονται χαμηλά ποσά

Η αύξηση των δηλωμένων κατοικιών και των εισοδημάτων από μισθώσεις δείχνει πρόοδο, δεν εξαλείφει όμως τις ενδείξεις εκτεταμένης υποδήλωσης

Ακίνητα στην Αθήνα © ΣΤΕΛΙΟΣ ΜΙΣΙΝΑΣ

Σημαντική διεύρυνση της καταγεγραμμένης αγοράς ενοικίων αποτυπώνουν τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων για το 2025, καθώς χιλιάδες περισσότερα ακίνητα εμφανίζονται πλέον επισήμως ως μισθωμένα και τα δηλωμένα ποσά ενοικίων καταγράφουν μικρή αύξηση, ωστόσο απέχουν από την πραγματικότητα . Η εικόνα αυτή θεωρείται από τις φορολογικές αρχές ένδειξη ότι ένα μέρος της αγοράς που μέχρι πρόσφατα λειτουργούσε εκτός του επίσημου συστήματος αρχίζει σταδιακά να αποκαλύπτεται. Ωστόσο, πίσω από τους βελτιωμένους αριθμούς εξακολουθεί να κρύβεται μια πραγματικότητα που προβληματίζει έντονα, καθώς τα ενοίκια που δηλώνονται στην Εφορία απέχουν σημαντικά από εκείνα που καταβάλλουν στην πράξη οι περισσότεροι ενοικιαστές.

Τα στοιχεία που προκύπτουν από τις δηλώσεις εισοδήματος για τα εισοδήματα του 2024 δείχνουν ότι η μέση μηνιαία δαπάνη ενοικίου για κύρια κατοικία διαμορφώθηκε στα 241 ευρώ ανά φορολογούμενο, ενώ για τη φοιτητική κατοικία στα 244 ευρώ. Αν και τα ποσά αυτά εμφανίζονται αυξημένα σε σχέση με τα προηγούμενα χρόνια, παραμένουν πολύ χαμηλότερα από τα επίπεδα που επικρατούν σήμερα στην αγορά κατοικίας, ιδιαίτερα στα μεγάλα αστικά κέντρα, όπου οι τιμές των μισθωμάτων έχουν αυξηθεί θεαματικά τα τελευταία χρόνια.

Η διαφορά γίνεται ιδιαίτερα εμφανής στην Αττική, όπου η αναζήτηση κατοικίας με προσιτό ενοίκιο έχει εξελιχθεί σε μια δύσκολη διαδικασία για χιλιάδες νοικοκυριά. Σε πολλές περιοχές της Αθήνας, ακόμη και παλαιά διαμερίσματα μεσαίου μεγέθους ενοικιάζονται σε τιμές που ξεπερνούν τα 600 ευρώ, ενώ τα ανακαινισμένα ή νεότερα ακίνητα κινούνται συχνά σε επίπεδα 800 έως 1.000 ευρώ μηνιαίως. Αντίστοιχη είναι η εικόνα και σε άλλες μεγάλες πόλεις της χώρας, όπου η αυξημένη ζήτηση, η περιορισμένη προσφορά και η ανάπτυξη των βραχυχρόνιων μισθώσεων έχουν ασκήσει έντονες πιέσεις στις τιμές.

Η απόσταση ανάμεσα στις πραγματικές τιμές της αγοράς και στα ποσά που εμφανίζονται στις φορολογικές δηλώσεις αποτελεί ένα από τα βασικά στοιχεία που οδηγούν τις φορολογικές αρχές στο συμπέρασμα ότι η υποδήλωση εισοδημάτων από ακίνητα εξακολουθεί να αποτελεί εκτεταμένο φαινόμενο. Παρά τις παρεμβάσεις των τελευταίων ετών, σημαντικό μέρος των μισθωμάτων εκτιμάται ότι εξακολουθεί να μην καταγράφεται πλήρως, στερώντας φορολογικά έσοδα από το Δημόσιο και δημιουργώντας συνθήκες αθέμιτου ανταγωνισμού στην αγορά.

Την ίδια στιγμή, τα στοιχεία καταγράφουν μια σταδιακή βελτίωση στη συμμόρφωση των ιδιοκτητών. Η μέση δηλωθείσα δαπάνη για κύρια κατοικία ακολουθεί σταθερά ανοδική πορεία τα τελευταία χρόνια. Από τα 188,8 ευρώ το 2020 αυξήθηκε στα 194 ευρώ το 2021, στα 202 ευρώ το 2022, στα 211 ευρώ το 2023 και έφτασε στα 244 ευρώ το 2024. Η αύξηση αυτή αποδίδεται τόσο στη γενικότερη άνοδο των ενοικίων όσο και στην ενίσχυση των μηχανισμών ελέγχου που εφαρμόζει η φορολογική διοίκηση.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η μεταβολή που καταγράφεται στις φοιτητικές κατοικίες. Η μέση δηλωθείσα δαπάνη αυξήθηκε από 150,6 ευρώ το 2022 σε 172,6 ευρώ το 2023 και στη συνέχεια εκτινάχθηκε στα 244 ευρώ το 2024. Μέσα σε μόλις έναν χρόνο καταγράφηκε αύξηση άνω του 41%, γεγονός που αντανακλά τόσο την εκτίναξη των τιμών στη φοιτητική στέγη όσο και τη μεγαλύτερη καταγραφή των πραγματικών μισθώσεων. Παρ’ όλα αυτά, τα επίπεδα αυτά εξακολουθούν να υπολείπονται σημαντικά των ποσών που πληρώνουν πολλές οικογένειες σε πανεπιστημιουπόλεις με έντονη στεγαστική πίεση.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζουν τα στοιχεία για τον αριθμό των ακινήτων που δηλώνονται ως μισθωμένα. Στην κατηγορία της κύριας κατοικίας καταγράφηκε εντυπωσιακή αύξηση, καθώς οι δηλώσεις μισθωμένων ακινήτων ανήλθαν σε 1.195.757 το 2024 από 970.506 το προηγούμενο έτος. Πρόκειται για περισσότερα από 225.000 επιπλέον ακίνητα μέσα σε έναν χρόνο, γεγονός που αποτυπώνει μια σημαντική διεύρυνση της επίσημα καταγεγραμμένης αγοράς.

Ενοίκια: Στα 3,88 δισ. ευρώ η συνολική δηλωθείσα δαπάνη για κύρια κατοικία

Παράλληλα, η συνολική δηλωθείσα δαπάνη ενοικίων για κύρια κατοικία αυξήθηκε από 2,46 δισ. ευρώ σε περίπου 3,88 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή θεωρείται ιδιαίτερα σημαντική, καθώς υποδηλώνει ότι ολοένα και μεγαλύτερο μέρος των συναλλαγών πραγματοποιείται πλέον με τρόπο που επιτρέπει τον φορολογικό έλεγχο και την καταγραφή των πραγματικών οικονομικών δεδομένων.

Αντίστοιχη εικόνα καταγράφεται και στη φοιτητική κατοικία. Ο αριθμός των δηλωμένων ακινήτων αυξήθηκε από 83.801 σε 95.697, ενώ η συνολική δηλωθείσα δαπάνη εκτοξεύθηκε από 173,65 εκατ. ευρώ σε σχεδόν 271 εκατ. ευρώ. Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η συγκεκριμένη αγορά αναπτύσσεται δυναμικά, παρά τις σημαντικές πιέσεις που δέχονται οι οικογενειακοί προϋπολογισμοί.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις παραγόντων της αγοράς, η αύξηση των δηλωμένων μισθώσεων οφείλεται σε μια σειρά παραγόντων που λειτούργησαν συνδυαστικά.

  • Πρώτον, αρκετά ακίνητα που μέχρι πρόσφατα ενοικιάζονταν χωρίς να δηλώνονται πέρασαν πλέον στο επίσημο φορολογικό σύστημα.
  • Δεύτερον, τα φορολογικά κίνητρα που θεσπίστηκαν για την αξιοποίηση κλειστών κατοικιών, όπως οι φορολογικές απαλλαγές και οι διευκολύνσεις για ανακαινίσεις, ώθησαν πολλούς ιδιοκτήτες να επαναφέρουν ακίνητα στην αγορά.
  • Τρίτον, ένα μέρος των κατοικιών που χρησιμοποιούνταν για βραχυχρόνια μίσθωση φαίνεται να μετακινήθηκε προς τη μακροχρόνια ενοικίαση, αυξάνοντας τη διαθέσιμη προσφορά.