Παρά τη σημαντική βελτίωση των τελευταίων ετών στη φορολογική συμμόρφωση και την αύξηση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, η μάχη κατά της φοροδιαφυγής δεν έχει ολοκληρωθεί. Η Τράπεζα της Ελλάδος θεωρεί ότι η περαιτέρω μείωση του κενού ΦΠΑ και ο περιορισμός της απόστασης μεταξύ πραγματικής κατανάλωσης και δηλωμένων εισοδημάτων απαιτούν τη συνέχιση της ψηφιακής μετάβασης στις πληρωμές, σε συνδυασμό με πιο στοχευμένους και αποτελεσματικούς φορολογικούς ελέγχους.
Στο επίκεντρο των παρεμβάσεων βρίσκονται δραστηριότητες όπου η χρήση μετρητών παραμένει υψηλή, κυρίως σε κλάδους ελεύθερων επαγγελματιών και αυτοαπασχολουμένων, όπου παραδοσιακά καταγράφονται μεγαλύτερες αποκλίσεις μεταξύ της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας και των εισοδημάτων που δηλώνονται. Η ενίσχυση των ηλεκτρονικών συναλλαγών, σύμφωνα με την κεντρική τράπεζα, μπορεί να αποτελέσει κρίσιμο εργαλείο για τον περιορισμό της αδήλωτης οικονομίας, καθώς δημιουργεί περισσότερα ψηφιακά ίχνη και επιτρέπει την αποτελεσματικότερη διασταύρωση στοιχείων.
Η συνέχιση αυτής της προσπάθειας θεωρείται αναγκαία, καθώς, παρά την πρόοδο που έχει σημειωθεί, εξακολουθούν να υπάρχουν σημαντικά περιθώρια βελτίωσης. Η διεύρυνση των ηλεκτρονικών πληρωμών από επιχειρήσεις και επαγγελματίες, αλλά και η δημιουργία κινήτρων ώστε οι πολίτες να επιλέγουν συστηματικότερα τις ψηφιακές συναλλαγές, αποτελούν βασικές προϋποθέσεις για την περαιτέρω ενίσχυση της φορολογικής διαφάνειας.
Ήδη τα αποτελέσματα από την αντιμετώπιση της φοροδιαφυγής είναι σημαντικά, καθώς μόνο το 2025 τα πρόσθετα έσοδα από τον περιορισμό της ξεπέρασαν τα 2,5 δισ. ευρώ. Ωστόσο, το οικονομικό επιτελείο και η ΑΑΔΕ εκτιμούν ότι υπάρχουν ακόμη περιθώρια αύξησης των εσόδων, εφόσον περιοριστεί η χρήση μετρητών σε κλάδους όπου οι συναλλαγές παραμένουν σε μεγάλο βαθμό εκτός ψηφιακής καταγραφής.
Σύμφωνα με την Τράπεζα της Ελλάδος, η μεγαλύτερη χρήση ηλεκτρονικών πληρωμών ενισχύει τη διαφάνεια στις οικονομικές συναλλαγές, βελτιώνει την καταγραφή της πραγματικής οικονομικής δραστηριότητας και μπορεί να συμβάλει στη μείωση των αδήλωτων εισοδημάτων χωρίς την ανάγκη πρόσθετης φορολογικής επιβάρυνσης των συνεπών φορολογουμένων.
Τα στοιχεία των φορολογικών δηλώσεων αποτυπώνουν το μέγεθος της πρόκλησης. Το μέσο ετήσιο δηλωθέν εισόδημα των επαγγελματιών διαμορφώθηκε μόλις στα 3.665 ευρώ, δηλαδή περίπου 305 ευρώ τον μήνα, ενώ σε αρκετούς κλάδους με υψηλούς εμφανιζόμενους τζίρους τα καθαρά δηλωμένα κέρδη παραμένουν ιδιαίτερα χαμηλά.
Σύμφωνα με τα στοιχεία των περυσινών φορολογικών δηλώσεων, το μέσο ετήσιο δηλωθέν εισόδημα των επαγγελματιών φτάνει μόλις τα 3.665 ευρώ δηλαδή, 305 ευρώ τον μήνα.
Τι δείχνουν τα στοιχεία επιχειρήσεων που δουλεύουν με μετρητά
Ψυκτικοί: Μέσα ακαθάριστα κέρδη 48.692 ευρώ. Τα μέσα καθαρά κέρδη διαμορφώθηκαν στα 7.153 ευρώ ή 596 ευρώ τον μήνα.
Υδραυλικοί. Μέσα ακαθάριστα έσοδα 34.612 ευρώ. Μέσα καθαρά κέρδη 6.371 ευρώ
Ηλεκτρολόγοι. Μέσα ακαθάριστα έσοδα 45.054. Μέσα καθαρά κέρδη 7.390 ή 615 το μήνα.
Ελαιοχρωματιστές. Μέσα ακαθάριστα έσοδα 22.188 ευρώ. Μέσα καθαρά κέρδη 5.215 ευρω ή 434 ευρώ το μήνα.
Μαραγκοί: Μέσα ακαθάριστα έσοδα 50.129 ευρώ. Μέσα καθαρά κέρδη 6.196 ή 516 ευτώ το μήνα.
Ταξί:. 14.371 οδηγοί ταξί δήλωσαν ακαθάριστα έσοδα 21.851 ευρώ και καθαρά κέρδη μόλις 6.236 ευρώ ή 520 ευρώ το μήνα.
Εστίαση: περί τους 7.474 ιδιοκτήτες εστιατορίων δήλωσαν μέσα ακαθάριστα κέρδη 140.575 και μέσα καθαρά κέρδη 8.553 ευρώ ή διαφορετικά 713 ευρώ το μήνα.
Δραστηριότητες παροχή ποτών. Από το σύνολο των ιδιοκτητών μπαρ περί τους 4.993 δήλωσαν μέσα ακαθάριστα έσοδα 77.989 ευρώ και μέσα καθαρά κέρδη 5.947. Δηλαδή τα καθαρά τους κέρδη αποτελούν το 8% του τζίρου.
Δικηγόροι: Τα μέσα ακαθάριστα κέρδη που δήλωσαν ανέρχονται σε 13.918 ευρώ και τα μέσα καθαρά κέρδη μόλις 5.673 ευρώ ή 472 ευρώ το μήνα
Κτηνίατροι: Ο τζίρο τους ανήλθε στα 53.949 ευρώ και τα μέσα καθαρά κέρδη στα 6.980 ευρώ 581 το μήνα .
