Eurelectric: Η ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής βιομηχανίας περνά από τον μαζικό εξηλεκτρισμό

Αποκαλυπτήρια μελέτης Eurelectric στο συνέδριο του Ελσίνκι για ένα μοντέλο ενεργειακών στρατηγικών συμπράξεων που θα δώσει διεθνώς ηγετικό ρόλο στις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις

Πυλώνες της ΔΕΗ @ Eurokinissi / LATO KLODIAN

Νέα μελέτη της Eurelectric αναδεικνύει τον εξηλεκτρισμό ως συγκριτικό πλεονέκτημα της βιομηχανίας της ΕΕ στον ανταγωνισμό της στις διεθνείς αγορές, βάζοντας στο επίκεντρο τον τρόπο με τον οποίο μπορεί να αποτελέσει «όχημα» ώστε η ευρωπαϊκή παραγωγή να αποκτήσει πρωταγωνιστικό ρόλο παγκοσμίως. Σε αυτό το πλαίσιο, δεν εξαντλείται απλώς σε μία γενική διακήρυξη ενεργειακής μετάβασης, αλλά παραθέτει έναν πρακτικό οδικό χάρτη για την περαιτέρω διείσδυση της ηλεκτρικής ενέργειας σε βιομηχανικές διεργασίες, ο οποίος βασίζεται σε συνεργασίες, επενδύσεις και νέα επιχειρηματικά μοντέλα.

Υπενθυμίζεται πως η Ένωση Ευρωπαϊκών Εταιρειών Ενέργειας διαθέτει πάνω από 34 τακτικά μέλη, που εκπροσωπούν εθνικούς φορείς εταιρειών ηλεκτρισμού και κορυφαίες επιχειρήσεις ενέργειας σε 32 ευρωπαϊκές χώρες. Αντιπρόεδρος της Ένωσης είναι ο Πρόεδρος και CEO της ΔΕΗ, Γεώργιος Στάσσης.

Η μελέτη θα παρουσιαστεί σήμερα κατά τη συνέντευξη Τύπου στο ετήσιο συνέδριο της Eurelectric, το οποίο φέτος πραγματοποιείται στο Ελσίνκι. Εκπονήθηκε σε μία συγκυρία όπου η ευρωπαϊκή βιομηχανία αναζητά επειγόντως τρόπους να μειώσει το ενεργειακό της κόστος και να διατηρήσει τη θέση της στις διεθνείς αγορές.

Επομένως, έρχεται να απαντήσει στο κρίσιμο ερώτημα για το πώς μπορεί η ΕΕ να μετατρέψει τον εξηλεκτρισμό από τεχνολογική επιλογή σε συγκριτικό ατού για τη βιομηχανία της.

Το νέο μοντέλο «Power Couples»

Στην καρδιά της ανάλυσης βρίσκεται το μοντέλο των λεγόμενων «Power Couples», δηλαδή των στρατηγικών συμπράξεων ανάμεσα σε παραγωγούς ενέργειας, βιομηχανικούς καταναλωτές και υποδομές, σε ένα ενιαίο και λειτουργικό σύνολο. Το μοντέλο αυτό δεν αφορά απλώς διμερείς συμφωνίες προμήθειας ενέργειας, αλλά ολοκληρωμένες συνεργασίες που βελτιστοποιούν ταυτόχρονα τη ζήτηση, την ευελιξία κατανάλωσης, τις επενδύσεις και τη χρήση των δικτύων.

Η λογική είναι ότι κάθε βιομηχανική εγκατάσταση μπορεί να συνδυάζεται με «καθαρή» ηλεκτρική παραγωγή καθώς και με ευέλικτη διαχείριση φορτίου, δημιουργώντας σταθερά έσοδα και προβλεψιμότητα κόστους. Έτσι, η ενέργεια παύει να είναι απλώς λειτουργικό κόστος για τις επιχειρήσεις, αλλά μετατρέπεται σε στοιχείο στρατηγικού σχεδιασμού και ανταγωνιστικότητας.

Παράλληλα, με το ίδιο μοντέλο προωθείται η ιδέα ότι η αξία δεν παράγεται μεμονωμένα, αλλά μέσα από συνεργατικά οικοσυστήματα που μοιράζονται ρίσκο, υποδομές και επενδυτικό βάρος.

Οι τρεις βιομηχανικοί τομείς στο επίκεντρο

Η μελέτη εστιάζει σε τρεις βασικούς βιομηχανικούς τομείς, που μπορούν να ωφεληθούν άμεσα από το μοντέλο των στρατηγικών συμπράξεων. Πρώτον, σε εγκαταστάσεις με βιομηχανικές διεργασίες θέρμανσης χαμηλής και μεσαίας θερμοκρασίας, όπου η υποκατάσταση των ορυκτών καυσίμων είναι τεχνικά ώριμη και οικονομικά εφικτή.

Δεύτερον, στις ενεργοβόρες βιομηχανίες, όπως η χαλυβουργία και η χημική βιομηχανία, όπου η ενεργειακή μετάβαση απαιτεί μεγάλης κλίμακας επενδύσεις και σταθερές τιμές ενέργειας, για να διατηρήσουν διεθνή ανταγωνιστικότητα.

Τρίτον, στα data center, έναν ταχέως αναπτυσσόμενο τομέα που συνδυάζει υψηλή κατανάλωση ηλεκτρικής ενέργειας με αυξανόμενη ανάγκη για «πράσινη» τροφοδοσία και ευελιξία στη διαχείριση φορτίου.

Τα εμπόδια

Παρά τη δυναμική, η μελέτη εντοπίζει τέσσερα βασικά εμπόδια, που επιβραδύνουν την ανάπτυξη τέτοιων στρατηγικών συμπράξεων. Το πρώτο είναι η την έλλειψη συντονισμού μεταξύ των διαφορετικών παραμέτρων που εμπλέκονται στον ενεργειακό κλάδο: της αγοράς, των δικτύων, των επενδύσεων και των πολιτικών στρατηγικών.

Δεύτερο πρόσκομμα είναι οι ανεπαρκείς υποδομές δικτύου, οι οποίες συχνά δεν μπορούν να στηρίξουν την ταχεία αύξηση νέων καταναλώσεων. Τρίτον, «αγκάθι» αποτελεί επίσης η αβεβαιότητα στο επενδυτικό πλαίσιο, που δυσκολεύει τη λήψη μακροπρόθεσμων αποφάσεων από τη βιομηχανία.

Τέλος, εμπόδιο είναι και η έλλειψη συνεκτικών πολιτικών κινήτρων, που να συνδέουν την ενεργειακή μετάβαση με την ανταγωνιστικότητα και όχι μόνο με περιβαλλοντικούς στόχους.

Για να ξεπεραστούν αυτά τα εμπόδια, με βάση το μοντέλο των στρατηγικών συμπράξεων, διαφορετικοί «παίκτες» της αγοράς (stakeholders) αναλαμβάνουν συμπληρωματικούς ρόλους: ένας παρέχει σταθερή, μακροπρόθεσμη ζήτηση που στηρίζει τις επενδύσεις σε καθαρή ενέργεια, ένας άλλος προσαρμόζει την κατανάλωσή του όταν οι τιμές ηλεκτρικής ενέργειας είναι υψηλές, και ένας τρίτος βοηθά στην εξισορρόπηση του δικτύου ανταποκρινόμενος γρήγορα στις διακυμάνσεις. Μαζί βελτιστοποιούν τόσο την προσφορά όσο και τη ζήτηση, ενώ μοιράζονται τα οφέλη από τη σύμπραξη.

5 «συνταγές» επιτυχίας

Σε εμπορικό επίπεδο, οι συμπράξεις αυτές λειτουργούν μέσα από εμπορικές συμφωνίες όπως μακροπρόθεσμες συμφωνίες αγοράς ηλεκτρικής ενέργειας (PPAs), υπηρεσίες «θέρμανση σαν υπηρεσία» (heat-as-a-service), συμφωνίες απορρόφησης απορριπτόμενης θερμότητας (waste-heat offtake agreements) και συνδυασμένη δημόσια-ιδιωτική χρηματοδότηση. Με αυτό τον τρόπο μετατρέπουν ευμετάβλητα λειτουργικά κόστη, σε προβλέψιμα, χρηματοδοτήσιμα αποτελέσματα για όλους τους εταίρους.

Μία τέτοια «συνταγή» επιτυχίας είναι το πρότζεκτ Silvertown ECTOgrid, το οποίο δείχνει πώς ο εξηλεκτρισμός της βιομηχανίας μπορεί να λειτουργήσει σε αστική κλίμακα. Με την ενσωμάτωση μεγάλων αντλιών θερμότητας, συστημάτων αποθήκευσης ενέργειας και έξυπνων ελέγχων δικτύου, η E.ON παρέχει θέρμανση και ψύξη χαμηλών εκπομπών άνθρακα σε χιλιάδες κατοικίες και επιχειρήσεις.

Η πρωτοβουλία της Microsoft στο Δουβλίνο δείχνει τις προοπτικές ενεργούς συμμετοχής ενός Data Center στο ενεργειακό σύστημα, το οποίο αντί να καταναλώνει απλώς παθητικά ηλεκτρική ενέργεια, χρησιμοποιεί την υπάρχουσα εφεδρικής υποδομής για να παράγει επικουρικές υπηρεσίες και επομένως να προσθέτει έξτρα έσοδα. Επίσης, το Stockholm Data Parks δείχνει πώς η απορριπτόμενη θερμότητα από ένα Data Center μπορεί να μετατραπεί σε ένα εμπορεύσιμο προϊόν, τροφοδοτώντας απευθείας το δίκτυο τηλεθέρμανσης μιας πόλης.

Επίσης, από το πρότζεκτ Heineken Vialonga αποτελεί απόδειξη για το ότι μια βιομηχανική διεργασία θέρμανσης μπορεί να απανθρακοποιηθεί πλήρως χωρίς αλλαγές στη διαδικασία και χωρίς αρχικό επενδυτικό κεφάλαιο. Τέλος, η κεραμοποιία Wienerberger αντικατέστησε του κλίβανους φυσικού αερίου με ηλεκτρικό εξοπλισμό και με αντλίες θερμότητας που συνδυάζονται με ΑΠΕ, ώστε να πετύχει μείωση 90% στις εκπομπές CO2 και ενεργειακή εξοικονόμηση 30%.

Ένα μοντέλο που μπορεί να αντιγραφεί

Το κρίσιμο στοιχείο, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι ότι όλες οι παραπάνω πιλοτικές εφαρμογές δεν αποτελούν εξατομικευμένες λύσεις, αλλά αντιγράψιμες πρακτικές. Μπορούν να προσαρμοστούν σε διαφορετικές χώρες, κλάδους και μεγέθη επιχειρήσεων, δημιουργώντας ένα ευρωπαϊκό πλαίσιο που θα προωθήσει την ενεργειακή μετάβαση της βιομηχανικής παραγωγής.

Η λογική των ενεργειακών στρατηγικών συμπράξεων δεν αφορά συνεργασίες με μοναδικά χαρακτηριστικά, αλλά συνέργειες οι οποίες μπορούν να αντιγραφούν, να προσαρμοστούν και να επεκταθούν. Αυτό ακριβώς αποτελεί και τον πυρήνα της στρατηγικής τους αξίας.

Σύμφωνα με τη στελέχη της Eurelectric, ο εξηλεκτρισμός της βιομηχανίας είναι άμεση προϋπόθεση για την ευρωπαϊκή ανταγωνιστικότητα. Σε αυτό το πλαίσιο, το μοντέλο των «Power Couples» επιχειρεί να γεφυρώσει το χάσμα ανάμεσα στη στρατηγική και την υλοποίηση – μέσω συγκεκριμένων συνεργασιών, που μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη.

Το στοίχημα για την Ευρώπη είναι αν θα καταφέρει να μετατρέψει αυτές τις συμπράξεις από πιλοτικά παραδείγματα, σε κυρίαρχο μοντέλο ανάπτυξης της βιομηχανίας της.