Ρεύμα: “Ψαλίδι” 20% με ένα φωτοβολταϊκό μπαλκονιού, όφελος έως 56% με μεγαλύτερη επένδυση

Εξοικονόμηση από 40%-84% για επιχειρήσεις που θα αξιοποιήσουν φωτοβολταϊκά και μπαταρίες για να καλύψουν μέρος της κατανάλωσής τους

Φωτοβολταϊκά στο μπαλκόνι © Pixabay

Από ένα μικρό φωτοβολταϊκό μπαλκονιού, το οποίο μπορεί να περιορίσει έως και κατά 20% τον λογαριασμό, μέχρι ένα μεγαλύτερο σύστημα με μπαταρία που μπορεί να «ψαλιδίσει» το ενεργειακό κόστος κατά 56%, είναι οι επιλογές εξοικονόμησης που ανοίγει για τα νοικοκυριά η αυτοκατανάλωση, μετά την Απόφαση που τέθηκε από χθες σε ισχύ με τις υπογραφές του Υπουργού Περιβάλλοντος και Ενέργειας, Σταύρου Παπασταύρου, και του Υφυπουργού, Νίκου Τσάφου.

Εξίσου σημαντικά είναι τα οφέλη για τις επιχειρήσεις. Κι αυτό γιατί, ανάλογα με το προφίλ κατανάλωσης και την τεχνολογία που θα επιλεγεί, η μείωση του κόστους μπορεί να κινηθεί από 40% έως ακόμη και 84%.

Με την Υπουργική κατ’ αρχάς βελτιώνεται το υφιστάμενο μοντέλο του ταυτοχρονισμένου και εικονικού ταυτοχρονισμένου συμψηφισμού, δηλαδή του net billing και του virtual net billing. Το μοντέλο αυτό, αν και είχε θεσπιστεί εδώ και περίπου δύο χρόνια, στην πράξη δεν μπορούσε να αξιοποιηθεί από τις επιχειρήσεις, αλλά μόνο από τα νοικοκυριά.

Η τροποποιητική απόφαση επιλύει τα προβλήματα εφαρμογής, ώστε πλέον το πλαίσιο να μπορεί να αξιοποιηθεί από οποιαδήποτε κατηγορία καταναλωτών. Υπενθυμίζεται ότι στο net billing και το virtual net billing, το ποσοστό της παραγωγής του φωτοβολταϊκού που δεν καλύπτει εκείνη τη στιγμή ζήτηση του κατόχου του συστήματος (ταυτοχρονισμός) μπορεί είτε να αποθηκευτεί (εφόσον υπάρχει μπαταρία) για να χρησιμοποιηθεί άλλες ώρες, είτε να διοχετευθεί στο δίκτυο και να πωληθεί.

Περισσότερες επιλογές αυτοκατανάλωσης

Ειδικά για τους ΟΤΑ, το νέο πλαίσιο απλοποιεί σημαντικά την αξιοποίηση του net billing για φωτοβολταϊκούς σταθμούς που εξυπηρετούν εγκαταστάσεις τους. Η πώληση της περίσσειας ενέργειας μπορεί πλέον να γίνεται με τρόπο αντίστοιχο με αυτόν που ισχύει για τα νοικοκυριά, χωρίς να απαιτείται έκδοση τιμολογίων και με τα σχετικά ποσά να πιστώνονται απευθείας στους λογαριασμούς.

Παράλληλα, γίνεται πιο συμφέρουσα η αξιοποίηση φωτοβολταϊκών συστημάτων μηδενικής έγχυσης -των λεγόμενων zero feed in-, τα οποία δεν διοχετεύουν ενέργεια στο ηλεκτρικό σύστημα. Αν συνδυάζονται με μπαταρία, η μονάδα αποθήκευσης θα μπορεί πλέον να απορροφά ηλεκτρική ενέργεια και από το δίκτυο, διευρύνοντας τις δυνατότητες διαχείρισης του ενεργειακού κόστους από τον καταναλωτή.

Με την Υπουργική Απόφαση, κάνουν επίσης πρεμιέρα τα «φωτοβολταϊκά μπαλκονιού», δηλαδή μικρά συστήματα για οικιακούς καταναλωτές, μέγιστης ισχύος παραγωγής 800 Watt. Με βάση το πλαίσιο, θα μπορούν να αξιοποιηθούν το αργότερο μετά το τέλος του έτους, καθώς έως τότε ο ΔΕΔΔΗΕ θα πρέπει να έχει δημιουργήσει την ηλεκτρονική πλατφόρμα καταχώρισης των συστημάτων. Την ίδια στιγμή, επιτρέπεται πλέον σε όλες τις κατηγορίες καταναλωτών να εγκαθιστούν μπαταρίες για ιδιοκατανάλωση, χωρίς αυτές να συνοδεύονται υποχρεωτικά από φωτοβολταϊκό.

Ιδανικά για μικρές καταναλώσεις τα «φωτοβολταϊκά μπαλκονιού»

Στο ερώτημα ποια από αυτές τις επιλογές συμφέρει περισσότερο ένα νοικοκυριό, παράγοντες του κλάδου επισημαίνουν ότι καθοριστικοί παράγοντες είναι η κατανάλωση, ο διαθέσιμος χώρος, αλλά και το ποσό που προτίθεται να διαθέσει ο καταναλωτής. Έτσι, ένας οικιακός πελάτης με κατανάλωση της τάξης των 300 κιλοβατωρών τον μήνα (όσο δηλαδή ο εθνικός μέσος όρος) ο οποίος κατοικεί σε διαμέρισμα, μπορεί με σχετικά μικρή δαπάνη να προμηθευτεί ένα «φωτοβολταϊκό μπαλκονιού».

Τα συστήματα αυτά απαιτούν λίγο χώρο, καθώς μπορούν να εγκατασταθούν σε μπαλκόνια, πέργκολες ή άλλες αντίστοιχες επιφάνειες, ενώ το κόστος τους κινείται στα επίπεδα των 1.000 ευρώ. Συνδέονται στο ηλεκτρικό δίκτυο του σπιτιού μέσω απλής πρίζας, χωρίς να απαιτείται σύμβαση σύνδεσης με τον ΔΕΔΔΗΕ ή άλλη αντίστοιχη αδειοδοτική διαδικασία.

Σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, η εξοικονόμηση από ένα τέτοιο σύστημα μπορεί να φτάσει μέχρι το 20%. Προφανώς, όσο μεγαλύτερο μέρος της κατανάλωσης πραγματοποιείται τις ώρες ηλιοφάνειας, όταν δηλαδή παράγει το φωτοβολταϊκό, τόσο μεγαλύτερο είναι το οικονομικό όφελος. Ένα ακόμη στοιχείο που λειτουργεί υπέρ τους είναι ότι, όπως έγραψε το powergame.gr, σε σχέση με το αρχικό κείμενο της Υπουργικής που είχε τεθεί σε διαβούλευση, η διαδικασία χρήσης έχει απλοποιηθεί σημαντικά.

Οι απλοποιημένες προϋποθέσεις

Βασική πλέον προϋπόθεση είναι το σύστημα να πληροί τις τεχνικές προδιαγραφές που θα θέσει ο ΔΕΔΔΗΕ και οι οποίες προβλέπεται να δημοσιοποιηθούν έως τις 31 Οκτωβρίου, ενώ θα πρέπει να καταχωρίζεται στην ειδική ψηφιακή πύλη που θα δημιουργήσει ο Διαχειριστής. Το ακίνητο θα πρέπει επίσης να διαθέτει Υπεύθυνη Δήλωση Εγκαταστάτη σε ισχύ, ενώ θα χρειάζεται Υπεύθυνη Δήλωση μηχανικού ότι τόσο ο εξοπλισμός όσο και ο τρόπος τοποθέτησής του πληρούν τις προβλεπόμενες προδιαγραφές ασφαλείας.

Για νοικοκυριά πάντως με μεγαλύτερες καταναλώσεις, όπως για παράδειγμα ένα σπίτι με αντλία θερμότητας που ανεβάζει την ετήσια ζήτηση στις 7.500 κιλοβατώρες, πιο κατάλληλη μπορεί να είναι η λύση ενός συμβατικού φωτοβολταϊκού, με ή χωρίς μπαταρία. Η ύπαρξη ιδιόκτητου χώρου δεν αποτελεί απόλυτη προϋπόθεση, αφού υπάρχει και η δυνατότητα του virtual net billing, αν και η επιλογή αυτή είναι λιγότερο συμφέρουσα οικονομικά.

Λαμβάνοντας υπόψη έναν βαθμό ταυτοχρονισμού 20%-40%, οι άνθρωποι του κλάδου υπολογίζουν ότι ένα φωτοβολταϊκό με μπαταρία μπορεί να εξασφαλίσει όφελος περίπου 1.000 ευρώ ετησίως στο νοικοκυριό, το οποίο «μεταφράζεται» σε μείωση κατά 56% του λογαριασμού. Η απόσβεση της επένδυσης τοποθετείται περίπου στα οκτώ χρόνια, καθώς η μπαταρία αυξάνει το αρχικό κόστος, με τον καταναλωτή να απολαμβάνει στη συνέχεια καθαρό όφελος από την επένδυσή του.

Φωτοβολταϊκό με ή χωρίς μπαταρία

Μικρότερη εξοικονόμηση εξασφαλίζει ένα φωτοβολταϊκό χωρίς μονάδα αποθήκευσης. Στο ίδιο παράδειγμα, το ετήσιο όφελος υπολογίζεται κοντά στα 690 ευρώ ή στο 39% του λογαριασμού. Ωστόσο, καθώς η αρχική επένδυση είναι σαφώς μικρότερη, η απόσβεση εκτιμάται ότι μπορεί να γίνει σε περίπου επτά χρόνια.

Για έναν καταναλωτή που δεν θέλει να χρησιμοποιήσει μπαταρία, μία ακόμη επιλογή είναι ένα φωτοβολταϊκό μηδενικής έγχυσης (zero feed in), το οποίο περιορίζει και τη γραφειοκρατία. Στην πράξη, το παραγόμενο ρεύμα καταναλώνεται αποκλειστικά στην εγκατάσταση και το σύστημα ρυθμίζεται ώστε να μην υπάρχει διοχέτευση ηλεκτρικής ενέργειας στο δίκτυο.

Οι επιλογές γίνονται ακόμη περισσότερες για τις επιχειρήσεις, οι οποίες εμφανίζουν ένα σημαντικό πλεονέκτημα: μεγάλο μέρος της κατανάλωσής τους πραγματοποιείται τις ώρες ηλιοφάνειας, όταν δηλαδή παράγουν τα φωτοβολταϊκά. Ωστόσο, τα στελέχη του κλάδου τονίζουν ότι κάθε επιχείρηση αποτελεί διαφορετική περίπτωση, καθώς η κατάλληλη λύση εξαρτάται από το ιδιαίτερο προφίλ κατανάλωσης και από τον τρόπο λειτουργίας της.

Έως 84% η εξοικονόμηση για εταιρείες

Ενδεικτικά, για ένα μεγάλο εμπορικό κατάστημα με ετήσια κατανάλωση 50.000 κιλοβατώρες, μία ικανοποιητική λύση είναι ένα φωτοβολταϊκό net billing (δηλαδή με δυνατότητα έγχυσης στο δίκτυο), σε συνδυασμό με μπαταρία. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η εξοικονόμηση εκτιμάται ότι μπορεί να φτάσει το 78%, ενώ η απόσβεση της επένδυσης μπορεί να επιτευχθεί σε λιγότερο από τρία χρόνια.

Άνθρωποι του κλάδου σημειώνουν ότι στην περίπτωση του net billing η προσθήκη μπαταρίας πρέπει να θεωρείται δεδομένη, καθώς βελτιώνει σημαντικά τα οικονομικά της επένδυσης. Αντίθετα, σε ένα φωτοβολταϊκό zero feed in για την ίδια επιχείρηση, η μονάδα αποθήκευσης δεν είναι απαραίτητη. Σε ένα τέτοιο σενάριο, εκτιμάται ότι η εξοικονόμηση μπορεί να αγγίξει ακόμη και το 84%, με τον χρόνο απόσβεσης να περιορίζεται περίπου στο ένα έτος.

Τέλος, ο ίδιος μη οικιακός καταναλωτής μπορεί να επιλέξει και την εγκατάσταση μίας μεμονωμένης μπαταρίας, χωρίς φωτοβολταϊκό. Με βάση τις ίδιες εκτιμήσεις της αγοράς, η εξοικονόμηση θα διαμορφωθεί περί το 40%, με την απόσβεση σε περίπου τέσσερα χρόνια.

Τα παραδείγματα δείχνουν ότι δεν υπάρχει μία λύση που να ταιριάζει σε όλους. Όσο όμως διευρύνονται οι τεχνολογικές και θεσμικές επιλογές, τόσο περισσότερο η αυτοκατανάλωση μετατρέπεται σε εργαλείο με το οποίο νοικοκυριά και επιχειρήσεις μπορούν να πάρουν στα χέρια τους ένα ολοένα μεγαλύτερο μέρος του ενεργειακού τους κόστους.