Οι αξιωματούχοι της ΕΚΤ στέλνουν το μήνυμα ότι μια ειρηνευτική συμφωνία μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν δεν αρκεί από μόνη της για να τους αποτρέψει από νέες αυξήσεις επιτοκίων, ακόμη κι αν περιορίσει τον κίνδυνο εντονότερης υπέρβασης του πληθωρισμού.
Όπως σημειώνει το Bloomberg, παρότι στελέχη της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, μεταξύ των οποίων και η πρόεδρος Κριστίν Λαγκάρντ, χαιρετίζουν την προοπτική επανέναρξης των πετρελαϊκών μεταφορών μέσω των Στενών του Ορμούζ, τονίζουν ότι η οικονομική ζημιά έχει ήδη προκληθεί. Παράλληλα, υπερασπίζονται την απόφαση της περασμένης εβδομάδας για αύξηση των επιτοκίων.
«Το υψηλότερο ενεργειακό κόστος είναι πιθανό να παραμείνει μαζί μας για περισσότερο απ’ όσο πολλοί ήλπιζαν», δήλωσε το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Πέτερ Καζίμιρ. «Ακόμη και με το μόλις ανακοινωθέν πλαίσιο ειρήνης ΗΠΑ-Ιράν, η ζημιά στη Μέση Ανατολή δεν μπορεί να αναιρεθεί από τη μια μέρα στην άλλη».
Η βασική ανησυχία στη Φρανκφούρτη είναι ότι θα χρειαστεί χρόνος για να αποκατασταθεί η παραγωγική δυναμικότητα, να επισκευαστούν οι υποδομές και να επιστρέψει πλήρως η ναυσιπλοΐα στους κανονικούς της ρυθμούς. Την ίδια ώρα, η προσπάθεια αναπλήρωσης των αποθεμάτων αναμένεται να διατηρήσει τις τιμές του αργού σε υψηλά επίπεδα.
Οι αγορές προεξοφλούν μία ακόμη αύξηση επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσεις
Για την Ευρωζώνη, ο κίνδυνος είναι οι επιχειρήσεις και οι εργαζόμενοι να αντιδράσουν με αυξήσεις τιμών και μισθολογικές διεκδικήσεις, κρατώντας τον πληθωρισμό πολύ πάνω από τον στόχο του 2%. Οι περισσότεροι αναλυτές εξακολουθούν να προβλέπουν περαιτέρω δράση από την ΕΚΤ, ενώ οι αγορές προεξοφλούν τουλάχιστον μία ακόμη αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης στο καταθετικό επιτόκιο φέτος, στο 2,5%.
Η πιθανότητα ειρηνευτικής συμφωνίας «μειώνει μέρος της πίεσης προς την ΕΚΤ», εκτιμά ο Γκρεγκ Φουζέσι, οικονομολόγος της JP Morgan. «Αυτό, ωστόσο, δεν σημαίνει ότι η πίεση για αύξηση επιτοκίων έχει μειωθεί σημαντικά».
Ο ίδιος εξακολουθεί να αναμένει μία ακόμη κίνηση τον Σεπτέμβριο, μετά την αύξηση της περασμένης εβδομάδας, σημειώνοντας σε ενημερωτικό σημείωμα προς πελάτες ότι οι κίνδυνοι γέρνουν «μετρίως» προς το ενδεχόμενο και τρίτης αύξησης πριν από το τέλος του έτους.
Οι δηλώσεις αρκετών αξιωματούχων της ΕΚΤ φαίνεται να ενισχύουν αυτή την εκτίμηση. Ο διοικητής της Τράπεζας της Πορτογαλίας, Άλβαρο Σάντος Περέιρα, υπογράμμισε ότι η ομαλοποίηση της ενεργειακής κατάστασης θα απαιτήσει χρόνο. Ο Λετονός ομόλογός του, Μάρτινς Καζάκς, προειδοποίησε ότι τα τελευταία χρόνια παρατηρείται η τάση διαδοχικών σοκ που συσσωρεύονται το ένα πάνω στο άλλο, προσθέτοντας πως «και αυτό το σοκ δεν έχει ακόμη ολοκληρωθεί».
Ο πρόεδρος της Bundesbank, Γιόαχιμ Νάγκελ, σημείωσε από την πλευρά του ότι η λήξη δημοσιονομικών μέτρων που είχαν στόχο τη συγκράτηση των τιμών ενέργειας μπορεί να ενισχύσει εκ νέου τον πληθωρισμό τους επόμενους μήνες.
Το τέλος της σύγκρουσης δεν σημαίνει απαραίτητα και άμεσο τέλος του σοκ
«Το τέλος της σύγκρουσης δεν σημαίνει απαραίτητα και άμεσο τέλος του σοκ», δήλωσε την Τρίτη στο Δουβλίνο το μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της ΕΚΤ, Γκάμπριελ Μακλούφ. «Μένει να φανεί πόσο γρήγορα θα ομαλοποιηθούν οι εφοδιαστικές αλυσίδες και θα προσαρμοστούν οι τιμές της ενέργειας».
Σύμφωνα με το Bloomberg Economics, η συμφωνία δεν αλλάζει την εκτίμηση για την πορεία των επιτοκίων της ΕΚΤ, με τους αναλυτές να εξακολουθούν να προβλέπουν αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης τον Σεπτέμβριο. Ωστόσο, εάν συνεχιστεί η αποκλιμάκωση των τιμών ενέργειας, οι κίνδυνοι για αυτή την πρόβλεψη θα μετακινηθούν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Η αβεβαιότητα παραμένει υψηλή, καθώς οι λεπτομέρειες οποιασδήποτε συμφωνίας για το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα δεν έχουν ακόμη ξεκαθαρίσει.
Οι τιμές του πετρελαίου έχουν υποχωρήσει κάτω από τα 80 δολάρια το βαρέλι, από περίπου 110 δολάρια στην κορύφωση του πολέμου. Το Bloomberg Economics εκτιμά ότι θα μπορούσαν να μειωθούν περαιτέρω, στην περιοχή των 70-75 δολαρίων, εφόσον η συμφωνία οριστικοποιηθεί και εφαρμοστεί.
Το αργό πετρέλαιο την Τετάρτη κινείται στα 75,98 δολάρια το βαρέλι και το Brent στα 78,95 δολάρια, καταγράφοντας οριακές απώλειες 0,09% και 0,01% αντίστοιχα.
Ακόμη κι έτσι, οι τιμές παραμένουν υψηλότερες από τα προπολεμικά επίπεδα. Ο επικεφαλής οικονομολόγος της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν, εξέφρασε την ανησυχία ότι ακόμη και μια αντιστροφή της τάσης τώρα δεν θα αποτρέψει την ενίσχυση των πληθωριστικών πιέσεων.
Έρχονται αυξήσεις σε τρόφιμα, αγαθά και υπηρεσίες
«Τέσσερις μήνες αυξημένων τιμών ενέργειας σημαίνουν ότι μπορούμε ήδη να δούμε στην αλυσίδα του πληθωρισμού πως οι αυξήσεις τιμών θα παραμείνουν πάνω από το 3%», δήλωσε την Τρίτη ο Λέιν. «Θα υπάρξουν έμμεσες επιπτώσεις στα τρόφιμα, στα αγαθά και στις υπηρεσίες φέτος και την επόμενη χρονιά».
Αν και το βασικό σενάριο της ΕΚΤ προβλέπει επιστροφή του πληθωρισμού στον στόχο του 2% το 2028, ο δείκτης που προτιμά ο Λέιν για να αξιολογεί το βάθος των πιέσεων στα νοικοκυριά -ο πληθωρισμός χωρίς την ενέργεια, αλλά με τα τρόφιμα- αναμένεται να παραμείνει πάνω από αυτό το επίπεδο τουλάχιστον έως τότε.
Αυτό ενδέχεται να προκαλεί προβληματισμό στον Ιρλανδό οικονομολόγο, ο οποίος εισηγείται τη νομισματική πολιτική στους συναδέλφους του όταν συνεδριάζει το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ.
Ο επικεφαλής οικονομολόγος της Goldman Sachs για την Ευρώπη, Γιάρι Στεν, επισημαίνει ότι η ανάγκη αντίδρασης είναι πιθανώς μεγαλύτερη για την ΕΚΤ απ’ ό,τι για τη Federal Reserve ή την Τράπεζα της Αγγλίας, οι οποίες συνεδριάζουν επίσης αυτή την εβδομάδα. Ο λόγος είναι ότι η ΕΚΤ είχε ήδη μειώσει τα επιτόκια σε ουδέτερο επίπεδο πριν από το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν και πλέον θα πρέπει να τα αυξήσει εάν θέλει να ασκήσει περιοριστική επίδραση στην οικονομία.
«Ιστορικά, η ΕΚΤ έχει επίσης αντιδράσει πολύ πιο σταθερά στα ενεργειακά σοκ», πρόσθεσε ο Στεν. «Όταν ο συνολικός πληθωρισμός έχει αυξηθεί σημαντικά πάνω από τον στόχο του 2%, η ΕΚΤ συνήθως ανταποκρίνεται. Αυτό οφείλεται εν μέρει στο γεγονός ότι, σε αντίθεση με τη Fed, έχει μία και μόνο εντολή: τη σταθερότητα των τιμών».
Ωστόσο, ο νέος κεντρικός τραπεζίτης της Γαλλίας, Εμανουέλ Μουλέν, κάλεσε τους συναδέλφους του να σεβαστούν τη συμφωνία να μην υπάρξει εκ των προτέρων δέσμευση για την επόμενη κίνηση.
«Παρότι υπήρξε ομοφωνία υπέρ της αύξησης των επιτοκίων, υπήρξε επίσης συναίνεση ότι δεν σηματοδοτούσαμε την έναρξη ενός νέου κύκλου σύσφιξης», δήλωσε σε συνέντευξή του στη Les Echos.
Ποιοι αμφισβητούν την ανάγκη νέας αύξησης επιτοκίων
Ακόμη και μεταξύ των οικονομολόγων, πάντως, υπάρχουν φωνές που αμφισβητούν την ανάγκη πρόσθετων αυξήσεων ή τουλάχιστον υποστηρίζουν ότι ο Σεπτέμβριος θα ήταν καταλληλότερος χρόνος για αξιολόγηση από τον Ιούλιο.
«Η συμφωνία θα πρέπει να αφαιρέσει μέρος της δυναμικής από την εκστρατεία αυξήσεων, ενισχύοντας την αξία της αναμονής», δήλωσε ο Σπύρος Ανδρεόπουλος της Thin Ice Macroeconomics. «Η πτώση της τιμής του πετρελαίου θα μειώσει κάπως την ένταση του συνολικού πληθωρισμού και θα βοηθήσει στη διατήρηση της αγκύρωσης των πληθωριστικών προσδοκιών. Αυτό θα πρέπει να αγοράσει χρόνο, ώστε να υπάρξουν περισσότερες πληροφορίες».
Η ίδια η Λαγκάρντ, πάντως, άφησε να εννοηθεί ότι δεν πρόκειται να αποπροσανατολιστεί από τις συζητήσεις περί συμφωνίας.
«Εάν αυτή η είδηση επιβεβαιωθεί από τις εξελίξεις των επόμενων ημερών και από την υπογραφή μνημονίου κατανόησης, είναι καλή είδηση», δήλωσε τη Δευτέρα σε γαλλικό ραδιόφωνο. «Αλλά πρέπει να σκοτώσω τον πληθωρισμό εάν ξυπνήσει, γιατί αν ο πληθωρισμός βγει από το μπουκάλι, θα είναι πολύ πιο δύσκολο και δαπανηρό να τον ξαναβάλουμε μέσα. Μια κατάσταση μακροχρόνιου πληθωρισμού είναι απαράδεκτη».
