Η δημόσια αντιπαράθεση ανάμεσα στην κυβέρνηση, τον πρώην πρωθυπουργό Αλέξη Τσίπρα και τον προέδρο του ΠΑΣΟΚ, Ν. Ανδρουλάκη, για την πορεία της ελληνικής οικονομίας δεν είναι μία σύγκρουση ανάμεσα στο ψέμα και την αλήθεια, όπως πολλές φορές παρουσιάζεται εκατέρωθεν με φραστικές υπερβολές, απλοικά συνθήματα και εύκολες απαντήσεις σε δύσκολες ερωτήσεις. Είναι περισσότερο μια σύγκρουση διαφορετικών αναγνώσεων της ίδιας πραγματικότητας υπο το πρίσμα της θέσης στην οποία βρίσκεται η κάθε πλευρά. Η κυβέρνηση προβάλλει τους μακροοικονομικούς δείκτες, ενώ ο Αλέξης Τσίπρας καθώς και ο Ν. Ανδρουλάκης εστιάζουν στην καθημερινότητα των πολιτών και στην αγοραστική τους δύναμη.
Η πραγματικότητα βρίσκεται κάπου στη μέση. Οι επίσημοι δείκτες δείχνουν ότι η ελληνική οικονομία έχει σημειώσει σημαντική πρόοδο τα τελευταία χρόνια. Την ίδια στιγμή, όμως, η ακρίβεια και το υψηλό κόστος ζωής εξακολουθούν να περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα πολλών νοικοκυριών, με αποτέλεσμα ένα μεγάλο μέρος της κοινωνίας να μην αισθάνεται ότι συμμετέχει στην ανάπτυξη.
Πού δικαιώνεται η κυβέρνηση
Στο επίπεδο των βασικών οικονομικών μεγεθών, η εικόνα είναι σαφώς καλύτερη σε σχέση με το 2019. Η Ελλάδα καταγράφει υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης μετά την πανδημία, ενώ η ανεργία έχει μειωθεί σε μονοψήφιο ποσοστό, όταν το 2019 βρισκόταν κοντά στο 17%. Παράλληλα, έχουν δημιουργηθεί εκατοντάδες χιλιάδες νέες θέσεις εργασίας, οι επενδύσεις αυξάνονται σταθερά (κυρίως μέσω των κατασκευών) και οι άμεσες ξένες επενδύσεις κινούνται σε επίπεδα αισθητά υψηλότερα από εκείνα της προηγούμενης δεκαετίας.
Εξίσου σημαντική θεωρείται η ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, η οποία επέτρεψε στη χώρα να δανείζεται με καλύτερους όρους, ενώ η σχέση δημόσιου χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε με έναν από τους ταχύτερους ρυθμούς στην Ευρώπη. Αν και μέρος αυτής της εξέλιξης οφείλεται στην αύξηση του ονομαστικού ΑΕΠ λόγω πληθωρισμού, σημαντικό ρόλο διαδραμάτισαν επίσης η ισχυρή ανάπτυξη και τα πρωτογενή πλεονάσματα.
Φορολογικά έσοδα
Η κυβέρνηση διαθέτει επίσης ισχυρά επιχειρήματα στο ζήτημα των φορολογικών εσόδων. Η αύξησή τους δεν σημαίνει αύξηση φόρων. Τα τελευταία χρόνια μειώθηκαν αρκετοί φορολογικοί συντελεστές, περιορίστηκαν οι ασφαλιστικές εισφορές και μειώθηκε ο ΕΝΦΙΑ, ενώ τα συνολικά έσοδα ενισχύθηκαν κυρίως λόγω της ανάπτυξης, της αύξησης της απασχόλησης, της έκρηξης του τουρισμού και της σημαντικής υποχώρησης της φοροδιαφυγής μέσω της ψηφιοποίησης των συναλλαγών. Ωστόσο, σημαντικό τμήμα των εσόδων προέρχεται από τους έμμεσους φόρους κυρίως από τον ΦΠΑ. Είναι ενδεικτικό ότι ο προϋπολογισμός του 2026 αποτυπώνει τη συνέχιση αυτής της πολιτικής δηλαδή. Τα έσοδα από έμμεσους φόρους υπολογίζονται στα 44,9 δισ. ευρώ, έναντι 28,1 δισ. ευρώ από άμεσους φόρους. Η αναλογία περίπου 1,6 προς 1 επιβεβαιώνει ότι η Ελλάδα εξακολουθεί να στηρίζεται περισσότερο στη φορολόγηση της κατανάλωσης από ό,τι η πλειονότητα των ευρωπαϊκών χωρών, μια επιλογή που προσφέρει δημοσιονομική σταθερότητα, αλλά διατηρεί υψηλό το βάρος που επωμίζονται καθημερινά τα ελληνικά νοικοκυριά.
Μισθοί
Ανάλογη είναι η εικόνα και στο μέτωπο των μισθών. Ο κατώτατος μισθός έχει αυξηθεί σημαντικά από το 2019 (41,5%), ενώ αυξήσεις καταγράφονται και στις μέσες αποδοχές των εργαζομένων. Συνολικά, οι ονομαστικές αυξήσεις υπερβαίνουν τον σωρευτικό πληθωρισμό της ίδιας περιόδου. Εάν η κυβέρνηση δεν επένδυε στα παραπάνω τα πράγματα για την ελληνική οικονομία θα ήταν πολύ χειρότερα.
Πού δικαιώνεται η αντιπολίτευση
Παρά τη βελτίωση των μακροοικονομικών δεικτών, η εικόνα αλλάζει όταν εξετάζεται η καθημερινότητα των πολιτών.
Η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται στις τελευταίες θέσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ως προς την αγοραστική δύναμη των πολιτών. Το διαθέσιμο εισόδημα εξακολουθεί να υπολείπεται σημαντικά του ευρωπαϊκού μέσου όρου, ενώ το υψηλό κόστος στέγασης, ενέργειας και βασικών αγαθών απορροφά μεγάλο μέρος των αυξήσεων στους μισθούς.
Η κριτική ότι η ανάπτυξη δεν έχει διαχυθεί ισότιμα στην κοινωνία βρίσκει επίσης έρεισμα στα στοιχεία. Παρότι οι αποδοχές αυξάνονται, πολλοί εργαζόμενοι εξακολουθούν να δυσκολεύονται να καλύψουν βασικές ανάγκες, καθώς η ακρίβεια των τελευταίων ετών περιόρισε σημαντικά το πραγματικό διαθέσιμο εισόδημα.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η συζήτηση για τη φτώχεια. Αν και η απόλυτη φτώχεια έχει μειωθεί, οι δείκτες σχετικής φτώχειας παραμένουν υψηλοί, γεγονός που δείχνει ότι οι ανισότητες εξακολουθούν να αποτελούν πρόκληση για την ελληνική οικονομία.
Οι γκρίζες ζώνες της αντιπαράθεσης
Υπάρχουν, ωστόσο, αρκετά ζητήματα στα οποία καμία από τις δύο πλευρές δεν παρουσιάζει ολόκληρη την εικόνα.
Το εμπορικό έλλειμμα πράγματι παραμένει υψηλό, όμως δεν οφείλεται αποκλειστικά στην απώλεια ανταγωνιστικότητας. Ένα σημαντικό μέρος του συνδέεται με την αύξηση των εισαγωγών επενδυτικών αγαθών και πρώτων υλών, γεγονός που συνοδεύει την ενίσχυση των επενδύσεων.
Αντίστοιχα, το παραγωγικό μοντέλο της χώρας παρουσιάζει μεταβολές, καθώς αυξάνονται οι επενδύσεις (με τη μεγαλύτερη συμβολή να προέρχεται, πάντως, απο τις κατασκευές), οι εξαγωγές και η μεταποίηση. Ωστόσο, η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τον τουρισμό και τις υπηρεσίες, γεγονός που επιβεβαιώνει ότι η παραγωγική ανασυγκρότηση παραμένει σε εξέλιξη.
Στο πεδίο του ιδιωτικού χρέους, η κυβέρνηση ορθά επισημαίνει ότι ο εξωδικαστικός μηχανισμός έχει οδηγήσει σε σημαντικό αριθμό ρυθμίσεων και ότι τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια έχουν μειωθεί σε σχέση με τα χρόνια της κρίσης. Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση επίσης επισημαίνει ένα πραγματικό πρόβλημα, καθώς οι συνολικές οφειλές προς το Δημόσιο και τα ασφαλιστικά ταμεία εξακολουθούν να αυξάνονται, ενώ πολλοί πολίτες δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους.
Η αντιπαράθεση αποτυπώνει δύο διαφορετικές πραγματικότητες της ελληνικής οικονομίας. Η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται μια σειρά από αδιαμφισβήτητα επιτεύγματα όπως υψηλότερη ανάπτυξη από την Ευρωζώνη, μείωση της ανεργίας, αύξηση επενδύσεων, ανάκτηση της επενδυτικής βαθμίδας, καλύτερη δημοσιονομική εικόνα και αύξηση των μισθών.
Από την άλλη πλευρά, η αντιπολίτευση αναδεικνύει μια εξίσου υπαρκτή πραγματικότητα. Η ακρίβεια παραμένει το μεγαλύτερο πρόβλημα των νοικοκυριών, η αγοραστική δύναμη των Ελλήνων εξακολουθεί να βρίσκεται στις χαμηλότερες της Ευρωπαϊκής Ένωσης και μεγάλο μέρος των πολιτών δεν αισθάνεται ότι οι θετικοί οικονομικοί δείκτες έχουν μεταφραστεί σε ουσιαστική βελτίωση της καθημερινότητάς του.
Με άλλα λόγια, η κυβέρνηση φαίνεται να κερδίζει τη μάχη των μακροοικονομικών δεικτών, ενώ η αντιπολίτευση βρίσκει πρόσφορο έδαφος όταν η συζήτηση μεταφέρεται στο κόστος ζωής και στην πραγματική αγοραστική δύναμη των πολιτών. Και οι δύο πλευρές χρησιμοποιούν πραγματικά στοιχεία καμία όμως δεν περιγράφει από μόνη της ολόκληρη την εικόνα της ελληνικής οικονομίας.
