Ενα κρυφό χρέος μελλοντικών δαπανών, που υπερβαίνει τα 3 τρισεκατομμύρια ευρώ, απειλεί να τινάξει στον αέρα τις μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες αν οι προβλέψεις τους για τα έσοδα από την τεχνητή νοημοσύνη δεν επιβεβαιωθούν τα επόμενα χρόνια. Δεν είναι μόνο η φούσκα μεταξύ των τιμών των μετοχών τους στα χρηματιστήρια και των πραγματικών αποτιμήσεών τους που ισοδυναμεί με νάρκη για κολοσσούς όπως η Google, Alphabet, η Meta Platforms και η Oracle, αλλά και οι κρυφές μελλοντικές δαπάνες που δεν καταγράφονται εμφανώς στους ισολογισμούς τους και αφορούν επενδύσεις στην ΑΙ.
Τις δαπάνες αυτές υπολόγισε η Wall Street Journal με βάση τα ψιλά γράμματα των ισολογισμών που δημοσιεύουν και αποκάλυψε ότι για 9 μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες ξεπερνούν τα 3 τρισ. δολάρια και σχετίζονται κυρίως με κόστη εξοπλισμών τεχνητής νοημοσύνης.
Όπως εξηγεί η αμερικανική εφημερίδα, κάθε τρίμηνο οι μεγάλες τεχνολογικές εταιρείες αποκαλύπτουν τις τεράστιες κεφαλαιουχικές δαπάνες τους για υποδομές τεχνητής νοημοσύνης, από data centers έως μικροτσίπ. Ωστόσο, τα ποσά αυτά απέχουν πολύ από το να αποτυπώνουν το πλήρες μέγεθος των μελλοντικών δαπανών στις οποίες έχουν δεσμευτεί η Alphabet, μητρική της Google, η Meta Platforms, η Oracle και πολλές άλλες εταιρείες. Κι αυτό επειδή ένα τεράστιο μέρος των μελλοντικών οικονομικών τους υποχρεώσεων δεν εμφανίζεται στους ισολογισμούς τους.
Οι υποχρεώσεις αυτές αυξάνονται ταχύτερα από τις παραδοσιακές κεφαλαιουχικές δαπάνες —το λεγόμενο capex—, οι οποίες ανήλθαν συνολικά σε περίπου 600 δισ. δολάρια κατά το τελευταίο δωδεκάμηνο που ανακοίνωσαν οι εταιρείες. Παράλληλα, οι δεσμεύσεις εκτός ισολογισμού ήταν περίπου τριπλάσιες από τα ποσά που οφείλουν οι εταιρείες μέσω υφιστάμενων μισθώσεων και μακροπρόθεσμου δανεισμού.
Οι μεγαλύτερες τεχνολογικές εταιρείες των ΗΠΑ τοποθετούν τεράστια στοιχήματα με βάση υποθέσεις για το ποια θα είναι, σε βάθος αρκετών ετών, η ζήτηση για υπολογιστική ισχύ AI και η διαθεσιμότητα του αναγκαίου hardware. Προσδοκούν ότι θα μπορέσουν εύκολα να ανταποκριθούν σε όλες αυτές τις υποχρεώσεις χάρη στα μελλοντικά έσοδα που θα προκύψουν, καθώς καταναλωτές και επιχειρήσεις θα ενσωματώνουν την τεχνητή νοημοσύνη σε κάθε πτυχή της οικονομικής και καθημερινής ζωής.
Εάν, όμως, αυτές οι υποθέσεις για την τεχνολογία και τη ζήτηση αποδειχθούν λανθασμένες, οι συμφωνίες που έχουν συναφθεί για την εξασφάλιση μελλοντικής υπολογιστικής δυναμικότητας θα μπορούσαν να εξελιχθούν σε τεράστιο βάρος για τις τεχνολογικές εταιρείες και τους επενδυτές τους.
Το χαρακτηριστικό παράδειγμα της Meta
Το γιγαντιαίο data center «Hyperion» της Meta στη Λουιζιάνα, έκτασης αντίστοιχης με περίπου 1.700 γήπεδα ποδοσφαίρου, δείχνει πώς τόσο μεγάλες υποχρεώσεις καταλήγουν να βρίσκονται εκτός ισολογισμών των τεχνολογικών εταιρειών.
Παρότι η Meta κατασκευάζει το έργο, ούτε το Hyperion ούτε τα 27 δισ. δολάρια χρέους που χρηματοδοτούν την κατασκευή του εμφανίζονται στον ισολογισμό της.
Κεφάλαια που διαχειρίζεται η Blue Owl Capital κατέχουν την πλειοψηφία κοινοπραξίας που είναι ιδιοκτήτρια του συγκροτήματος. Η Beignet Investor, εταιρεία συμμετοχών που κατέχει το μερίδιο της Blue Owl, άντλησε μέσω έκδοσης ομολόγων τα κεφάλαια για την κατασκευή.
Η Meta, από την πλευρά της, είναι μειοψηφικός εταίρος στο Hyperion και ταυτόχρονα μισθώτριά του. Οι πληρωμές των μισθωμάτων της θα δημιουργούν τις ταμειακές ροές που θα συμβάλουν στην αποπληρωμή των ομολογιούχων.
Αρχικά, η Meta συμφώνησε να μισθώσει το Hyperion για τέσσερα χρόνια, από το 2029, με δυνατότητα ανανέωσης έως και για 20 χρόνια. Παράλληλα, εγγυήθηκε ότι οι ομολογιούχοι θα αποζημιωθούν πλήρως εάν η εταιρεία δεν παραμείνει στο έργο για ολόκληρη την εικοσαετία.
Η Meta θεωρεί ότι δεν θα χρειαστεί να πραγματοποιήσει πληρωμές βάσει αυτής της εγγύησης και, γι’ αυτό, δεν έχει καταγράψει σχετική υποχρέωση στον ισολογισμό της.
Σύμφωνα με τους λογιστικούς κανόνες, οι υποχρεώσεις της Meta από τη μίσθωση του Hyperion θα παραμείνουν εκτός ισολογισμού μέχρι ν’ αρχίσει να καταβάλει μισθώματα. Η εταιρεία ανέφερε ότι η αρχική συνολική δέσμευσή της για τη μίσθωση ανέρχεται σε περίπου 12,3 δισ. δολάρια.
Συνολικά, έως τον Ιούνιο η Meta είχε γνωστοποιήσει 347 δισ. δολάρια υποχρεώσεων από μισθώσεις που δεν έχουν ακόμη αρχίσει, συμπεριλαμβανομένου του Hyperion.
Μελλοντικές μισθώσεις 1,2 τρισ. δολαρίων και λοιπές δεσμεύσεις 1,9 τρισ. δολ.
Στις εταιρείες που εξέτασε η Wall Street Journal, οι δεσμεύσεις πληρωμών από τέτοιες μισθώσεις που δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει ανέρχονταν συνολικά σε 1,2 τρισ. δολάρια εκτός ισολογισμού — περίπου τέσσερις φορές περισσότερα απ’ όσα είχαν γνωστοποιηθεί έναν χρόνο νωρίτερα.
Εκτός από τη Meta, η αμερικανική εφημερίδα εξέτασε τις δεσμεύσεις των Alphabet, Amazon, Microsoft, Oracle, Nvidia, Broadcom, SpaceX και Advanced Micro Devices (AMD).
Τα data centers γεμίζουν με τεράστιες ποσότητες εξοπλισμού, όπως τα τσιπ της Nvidia που χρησιμοποιούνται για την εκπαίδευση και τη λειτουργία μοντέλων AI, καθώς και τσιπ μνήμης για την αποθήκευση πληροφοριών.
Για να εξασφαλίσουν όλο αυτό τον εξοπλισμό, οι εταιρείες υπογράφουν μακροπρόθεσμα συμβόλαια πολύ νωρίτερα, δεσμεύοντας παραγωγική δυναμικότητα από τους προμηθευτές τους.
Αυτές και άλλες δεσμεύσεις αγορών που εξέτασε η WSJ έχουν φτάσει στο εντυπωσιακό ποσό των 1,9 τρισ. δολαρίων.
Σύμφωνα με τους λογιστικούς κανόνες, οι δεσμεύσεις αγορών συνήθως παραμένουν εκτός ισολογισμού μέχρι να παραδοθεί το προϊόν ή η υπηρεσία.
Εκτοξεύτηκαν στα 811 δισ. δολάρια οι δεσμεύσεις της Alphabet
Οι δεσμεύσεις αγορών και οι συμβατικές υποχρεώσεις της Alphabet έχουν εκτιναχθεί. Στις 30 Ιουνίου ανέρχονταν σε 811 δισ. δολάρια.
Όπως και στην περίπτωση άλλων εταιρειών, από τις γνωστοποιήσεις της Alphabet είναι δύσκολο να προσδιοριστεί με ακρίβεια τι σκοπεύει να αγοράσει. Η εταιρεία ανέφερε ότι οι δεσμεύσεις αφορούν κυρίως «τεχνικές υποδομές και αποθέματα», καθώς και «συμφωνίες για την εξασφάλιση ενέργειας για τη λειτουργία data centers».
Επίσης, δεν εξήγησε γιατί οι υποχρεώσεις αυτές αυξήθηκαν τόσο πολύ από τα 332 δισ. δολάρια που είχε ανακοινώσει τρεις μήνες νωρίτερα.
Οι δεσμεύσεις εκτείνονται σε βάθος πολλών ετών, ενώ ορισμένες υποχρεώσεις στο πλαίσιο ενεργειακών συμφωνιών φτάνουν χρονικά έως το 2054.
Επίσης, οι εκτός ισολογισμού εκθέσεις ορισμένων εταιρειών περιλαμβάνουν συμφωνίες για μελλοντικές αγορές μετοχών άλλων εταιρειών ή εγγυήσεις για μισθώσεις τρίτων. Η Nvidia, για παράδειγμα, δεσμεύτηκε να πραγματοποιήσει επενδύσεις 27 δισ. δολαρίων σε μετοχές από τις 26 Απριλίου έως το τέλος της οικονομικής της χρήσης, τον Ιανουάριο του 2027.
Γιατί οι αισιόδοξοι δεν ανησυχούν
Υπάρχουν λόγοι να πιστεύει κανείς ότι οι τεχνολογικές εταιρείες θα ανταποκριθούν σε όλες αυτές τις υποχρεώσεις.
Οι αισιόδοξοι θεωρούν ότι η εκρηκτική ζήτηση για εργαλεία AI —που έχει ενισχύσει το χρηματιστήριο και έχει προκαλέσει ελλείψεις σε κρίσιμα είδη hardware— αποτελεί ένδειξη πως η ζήτηση θα παραμείνει ισχυρή για πολλά χρόνια. Κατά συνέπεια, θεωρούν ότι θα δημιουργηθούν τα έσοδα που απαιτούνται για την κάλυψη όλων αυτών των λογαριασμών.
Για τους πιο ανήσυχους επενδυτές της Wall Street, όμως, συνιστά καμπανάκι το ότι ορισμένες τεχνολογικές εταιρείες, που κάποτε διέθεταν «ισολογισμούς-φρούρια», χρειάζεται πλέον όλο και συχνότερα να προσφεύγουν στις κεφαλαιαγορές.
Η Alphabet και η Amazon ανακοίνωσαν αποτελέσματα που έδειξαν αρνητικές ελεύθερες ταμειακές ροές. Αυτό σημαίνει ότι οι κεφαλαιουχικές τους δαπάνες ξεπέρασαν τα μετρητά που παρήγαγαν από τις λειτουργικές τους δραστηριότητες.
Και όλα αυτά πριν καν συνυπολογιστούν οι επιπτώσεις των τρισεκατομμυρίων δολαρίων σε δεσμεύσεις εκτός ισολογισμού.
Είτε εμφανιστούν είτε όχι τα προσδοκώμενα έσοδα, οι δεσμεύσεις για αγορές και οι ήδη υπογεγραμμένες μισθώσεις δεν μπορούν να ακυρωθούν.
Εάν τα πράγματα δεν εξελιχθούν όπως προβλέπουν οι εταιρείες, οι τεχνολογικοί κολοσσοί μπορεί να βρεθούν να πληρώνουν έναν εξαιρετικά υψηλό λογαριασμό για υποδομές που δεν θα μπορούν να αξιοποιήσουν με κερδοφόρο τρόπο. Οι υποχρεώσεις αυτές ενδέχεται, επίσης, να αναγκάσουν εταιρείες με ολοένα μεγαλύτερο χρέος να δανειστούν ακόμη περισσότερο.
Όπως έγραψαν τον Απρίλιο αναλυτές λογιστικών θεμάτων της Morgan Stanley: «Όσο γίνονται συχνότερες, μεγαλύτερες και πιο σύνθετες οι δεσμεύσεις εκτός ισολογισμού, τόσο καθίσταται δυσκολότερο για τους επενδυτές να αξιολογήσουν τη συνολική δυνητική μόχλευση των εταιρειών».
