Κουπόνια σίτισης: Οι αλλαγές που έρχονται στις διατακτικές για εργαζόμενους και εργοδότες

Το σημερινό όριο των 6 ευρώ δεν έχει αλλάξει από το 2004, παρά τις σημαντικές οικονομικές μεταβολές που έχουν μεσολαβήσει

Κουπόνια σίτισης, σούπερ μάρκετ © PIXABAY

Την αύξηση του ημερήσιου αφορολόγητου ορίου για τις διατακτικές σίτισης από τα 6 στα 10 ευρώ εξετάζει η κυβέρνηση, έπειτα από κοινή πρόταση των κοινωνικών εταίρων.

Εφόσον προχωρήσει η αλλαγή, το ανώτατο ποσό της παροχής θα ενισχυθεί κατά 66,7%, προσφέροντας στις επιχειρήσεις μεγαλύτερο περιθώριο για τη στήριξη των εργαζομένων. Η πρόταση αποκτά ιδιαίτερη σημασία σε μια περίοδο κατά την οποία οι ανατιμήσεις στα τρόφιμα και στα βασικά αγαθά περιορίζουν το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών.

Οι πρόσθετες παροχές εκτός μισθού αποκτούν ολοένα μεγαλύτερο βάρος στην αγορά εργασίας, καθώς οι επιχειρήσεις αναζητούν τρόπους ενίσχυσης του προσωπικού τους χωρίς αντίστοιχη αύξηση του φορολογικού κόστους. Κάρτες σίτισης, κουπόνια και δωροεπιταγές βρίσκονται στο επίκεντρο αυτής της πρακτικής, αν και η φορολογική τους μεταχείριση διαφέρει ανάλογα με το είδος και την αξία τους.

Από τα 132 στα 220 ευρώ τον μήνα

Οι διατακτικές σίτισης χορηγούνται από τους εργοδότες με τη μορφή κουπονιών ή ηλεκτρονικών καρτών. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν για την αγορά τροφίμων και γευμάτων σε συνεργαζόμενα σουπερμάρκετ, εστιατόρια, καφετέριες και άλλα καταστήματα εστίασης.

Με το σημερινό όριο των 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα, η μηνιαία αξία της παροχής ανέρχεται σε 132 ευρώ, εφόσον υπολογιστούν 22 εργάσιμες ημέρες. Αν το όριο αυξηθεί στα 10 ευρώ, η αντίστοιχη παροχή θα μπορεί να φθάνει τα 220 ευρώ τον μήνα.

Η διαφορά αντιστοιχεί σε 88 ευρώ τον μήνα ή σε αύξηση 66,7%. Σε ετήσια βάση, η αφορολόγητη παροχή θα μπορεί να ξεπερνά τα 2.500 ευρώ, ανάλογα με τον αριθμό των εργάσιμων ημερών για τις οποίες χορηγείται.

Ένας στους τέσσερις με κουπόνια

Σήμερα περίπου ένας στους τέσσερις εργαζόμενους στη χώρα λαμβάνει παροχή σίτισης από τον εργοδότη του, είτε σε τακτική είτε σε περιστασιακή βάση, ενώ για τους περισσότερους αποτελεί μια σταθερή παροχή που διαρκεί τουλάχιστον τρία χρόνια. Παρά τη σταδιακή διεύρυνσή της, η Ελλάδα εξακολουθεί να βρίσκεται χαμηλά σε σχέση με άλλες χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπου οι παροχές σίτισης αποτελούν πλέον αναπόσπαστο μέρος του συστήματος αμοιβών.

Όπως επισημαίνουν οι κοινωνικοί εταίροι, το ισχύον όριο παραμένει αμετάβλητο από το 2004, όταν θεσπίστηκε με τον νόμο 3296/2004, παρά τις ριζικές μεταβολές που έχουν μεσολαβήσει στην οικονομία. Η πολυετής οικονομική κρίση, η ενεργειακή κρίση και οι ανατιμήσεις των τελευταίων ετών έχουν μειώσει σημαντικά την αγοραστική δύναμη των μισθωτών, με αποτέλεσμα το σημερινό όριο να μην ανταποκρίνεται πλέον ούτε στο πραγματικό κόστος ενός γεύματος κατά τη διάρκεια της εργασίας.

Οι κοινωνικοί εταίροι υποστηρίζουν ότι η αύξηση της παροχής δεν αφορά μόνο την ενίσχυση των εργαζομένων, αλλά και την ανταγωνιστικότητα των επιχειρήσεων, οι οποίες καλούνται να προσφέρουν πιο ελκυστικά πακέτα αποδοχών προκειμένου να προσελκύσουν και να διατηρήσουν εξειδικευμένο ανθρώπινο δυναμικό.

Πώς φορολογούνται οι διατακτικές σίτισης

Οι συγκεκριμένες παροχές υπάγονται σε ειδικό φορολογικό καθεστώς. Όταν χορηγούνται από τον εργοδότη και η αξία τους δεν ξεπερνά τα 6 ευρώ ανά εργάσιμη ημέρα, απαλλάσσονται από τον φόρο εισοδήματος και δεν αντιμετωπίζονται ως κανονικό εισόδημα από μισθωτή εργασία.

Εάν η ημερήσια αξία τους υπερβαίνει το ισχύον όριο, το επιπλέον ποσό θεωρείται παροχή σε είδος και υπάγεται στους σχετικούς φορολογικούς κανόνες.

Η αύξηση του ορίου στα 10 ευρώ θα διεύρυνε επομένως σημαντικά το ποσό που μπορεί να χορηγείται χωρίς φορολογική επιβάρυνση. Παράλληλα, θα επέτρεπε στις επιχειρήσεις να προσφέρουν μεγαλύτερη ενίσχυση στους εργαζομένους μέσω μιας παροχής που κατευθύνεται άμεσα στην κάλυψη βασικών καθημερινών αναγκών.