Σκοντάφτουν στις διεθνείς αγορές φέτα, γιαούρτι, ελιά και ελαιόλαδο

Ιδιαίτερα έντονο είναι το πρόβλημα στον κλάδο της φέτας, όπου η συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου περιορίζει τη διαθεσιμότητα πρόβειου γάλακτος

Το γιαούρτι με την ονομασία "Ellinas" στα ράφια της γερμανικής αλυσίδας REWE ©Powergame.gr

Τις μεγάλες προκλήσεις που αντιμετωπίζουν τέσσερα από τα πλέον αναγνωρίσιμα προϊόντα της ελληνικής αγροδιατροφής στις διεθνείς αγορές ανέδειξαν οι εκπρόσωποι της φέτας, του ελληνικού γιαουρτιού, του ελαιολάδου και της επιτραπέζιας ελιάς στο συνέδριο του Πανελλήνιου Συνδέσμου Εξαγωγέων.

Κοινός παρονομαστής στις παρεμβάσεις ήταν η ανάγκη διατήρησης της εξαγωγικής δυναμικής των ελληνικών προϊόντων σε μία περίοδο κατά την οποία οι επιχειρήσεις βρίσκονται αντιμέτωπες με περιορισμούς στην παραγωγή, υψηλότερο κόστος, εντεινόμενο διεθνή ανταγωνισμό και νέους εμπορικούς συσχετισμούς.

Ο Μ. Σαράντης και οι πιέσεις στην παραγωγή φέτας

Ιδιαίτερα έντονο είναι το πρόβλημα στον κλάδο της φέτας, όπου η συρρίκνωση του ζωικού κεφαλαίου περιορίζει τη διαθεσιμότητα πρόβειου γάλακτος και κατ’ επέκταση τις δυνατότητες παραγωγής.

Ο πρόεδρος της Εθνικής Διεπαγγελματικής Οργάνωσης Φέτας, Μιχάλης Σαράντης, περιέγραψε μία κατάσταση που έχει επιδεινωθεί σημαντικά τα τελευταία δύο χρόνια, λόγω των ζωονόσων που έπληξαν την ελληνική κτηνοτροφία. Όπως επισήμανε, τα προβλήματα έγιναν ακόμη εντονότερα στη διάρκεια του τελευταίου οκταμήνου, οδηγώντας σε σημαντικές απώλειες παραγωγικών ζώων.

Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση της Μυτιλήνης, όπου, σύμφωνα με όσα ανέφερε, περίπου 80.000 ζώα οδηγήθηκαν σε θανάτωση. Οι απώλειες αυτές έχουν άμεσο αντίκτυπο στην παραγωγή γάλακτος, δημιουργώντας μια δύσκολη εξίσωση για τις γαλακτοβιομηχανίες και τις τυροκομικές επιχειρήσεις, που καλούνται να εξασφαλίσουν τις αναγκαίες ποσότητες πρώτης ύλης.

Η πίεση δεν περιορίζεται στον πρωτογενή τομέα. Η μειωμένη παραγωγή γάλακτος μεταφέρεται σε ολόκληρη την αλυσίδα της φέτας, επηρεάζοντας τη μεταποίηση, τα διαθέσιμα αποθέματα και τελικά τη δυνατότητα των ελληνικών επιχειρήσεων να ανταποκριθούν στην ισχυρή ζήτηση που υπάρχει στις αγορές του εξωτερικού.

Το ζήτημα είναι ιδιαίτερα κρίσιμο, καθώς η φέτα αποτελεί ένα από τα ισχυρότερα εξαγωγικά χαρτιά της ελληνικής αγροδιατροφής. Οι εγχώριες επιχειρήσεις έχουν επενδύσει επί σειρά ετών για να αποκτήσουν παρουσία στα διεθνή δίκτυα διανομής και οποιοσδήποτε περιορισμός στις διαθέσιμες ποσότητες δημιουργεί τον κίνδυνο να δυσκολευτούν να εξυπηρετήσουν εμπορικές συμφωνίες και αγορές όπου το ελληνικό προϊόν έχει αποκτήσει σταθερή θέση.

Το μεγάλο στοίχημα για τον κλάδο μεταφέρεται έτσι στην αποκατάσταση του ζωικού κεφαλαίου και στην επαναφορά της παραγωγής γάλακτος σε επίπεδα που θα μπορούν να υποστηρίξουν τη ζήτηση. Πρόκειται για μία διαδικασία που δεν μπορεί να ολοκληρωθεί άμεσα, καθώς απαιτείται χρόνος για την ανασύσταση των κοπαδιών, με την ευρωπαϊκή νομοθεσία να προβλέπει ότι μπορεί να γίνει 6 μήνες μετά το τελευταίο κρούσμα πανελλαδικά.

Το «μαϊμού» γιαούρτι

Από την πλευρά του ο πρόεδρος του ΣΕΒΓΑΠ, Χρήστος Αποστολόπουλος, αναφέρθηκε στο «μαϊμού» ελληνικού τύπου γιαούρτι που πωλείται στο εξωτερικό, το οποίο όπως είπε δυσφημεί το ελληνικό γιαούρτι, μια και το επονομαζόμενο ως «ελληνικό» δεν έχει καμία σχέση ως προς τις ιδιότητες με το αυθεντικό ελληνικό γιαούρτι. Ο ίδιος τόνισε ότι έως και το 2030 η αύξηση των πωλήσεων αυθεντικού ελληνικού γιαουρτιού στο εξωτερικό θα κινείται κατά μέσο όρο στα επίπεδα του 40%, γεγονός που καταδεικνύει την ευκαιρία που υπάρχει για το προϊόν, ενώ η παγκόσμια κατανάλωση γιαουρτιού αυξάνεται επίσης με ισχυρούς ρυθμούς πάνω από 45% κάθε χρόνο.

«Ως Συνδεσμός έχουμε αναπτύξει δραστηριότητα σε δικαστικές αίθουσες για το θέμα και έως τώρα έχουμε κερδίσει όλες τις υποθέσεις. Ωστόσο, δεν μπορούμε να είμαστε σε όλες τις χώρες, γιατί απαιτείται επικοινωνία των ελληνικών αρχών με την Κομισιόν και τις αρμόδιες αρχές κάθε κράτους-μέλους, ώστε να εφαρμόσουν την κείμενη νομοθεσία, η οποία προβλέπει ότι η σήμανση δεν μπορεί να παραπλανά τον καταναλωτή».

Σε εξέλιξη διαδικασίες προστασίας του γιαουρτιού με τον καθηγητή Νομικής, Θεόδωρο Γεωργόπουλο

«Ήδη έχουμε ξεκινήσει διαδικασία σε συνεργασία με τον καθηγητή Νομικής του πανεπιστημίου της Reims στη Γαλλία, Θεόδωρο Γεωργόπουλο, με αντικείμενο τη νομική επεξεργασία της υπόθεσης, προκειμένου να δρομολογηθούν προσφυγές προς όλες τις κατευθύνσεις», σημείωσε μεταξύ άλλων ο πρόεδρος του ΣΕΒΓΑΠ. Σύμφωνα με τον κύριο Αποστολόπουλο, το ελληνικό γιαούρτι έχει εξελιχθεί τα τελευταία χρόνια σε μία διεθνώς αναγνωρίσιμη κατηγορία, δημιουργώντας σημαντικές ευκαιρίες για την εγχώρια γαλακτοβιομηχανία. Η επιτυχία του, ωστόσο, συνοδεύεται από μία διαρκή διαμάχη γύρω από τη χρήση των όρων «Greek yogurt» και «Greek style yogurt» από επιχειρήσεις και παραγωγούς εκτός Ελλάδας.

Για τον ελληνικό κλάδο το συγκεκριμένο ζήτημα έχει αποκτήσει ουσιαστική εμπορική διάσταση. Όσο η κατηγορία αναπτύσσεται διεθνώς τόσο μεγαλύτερη γίνεται η ανάγκη να διασφαλιστεί ότι η αναγνωρισιμότητα που έχει αποκτήσει το προϊόν θα δημιουργεί προστιθέμενη αξία για την ελληνική παραγωγή και δεν θα μετατραπεί απλώς σε έναν γενικό εμπορικό χαρακτηρισμό.

Η προστασία της προέλευσης συνδέεται ευθέως με τη δυνατότητα των ελληνικών εταιρειών να κεφαλαιοποιήσουν τη φήμη που έχει δημιουργήσει το ελληνικό γιαούρτι στις αγορές του εξωτερικού. Πρόκειται επομένως για μια μάχη που αφορά τόσο το branding όσο και την εμπορική αξία, που παραμένει στην ελληνική οικονομία.

Ελαιόλαδο: Μεγάλος ανταγωνιστής της Ελλάδας, η Τυνησία

Σημαντικό μέρος της συζήτησης αφορούσε και το ελαιόλαδο, έναν κλάδο στον οποίο η Ελλάδα διαθέτει μεγάλη παραγωγική βάση και προϊόν υψηλής ποιότητας, χωρίς όμως να έχει κατορθώσει σε όλες τις περιπτώσεις να αποσπάσει το σύνολο της υπεραξίας που δημιουργείται στη διεθνή αγορά. Ο αντιπρόεδρος του Συνδέσμου Ελληνικών Βιομηχανικών Τυποποίησης Ελαιολάδου, Νίκος Ζαβάκος, επισήμανε ότι η μεγαλύτερη πρόκληση τα τελευταία χρόνια ακούει στο όνομα Τυνησία. Πρόσθεσε ότι η Τυνησία «έχει επενδύσει σημαντικά τα τελευταία χρόνια στο ελαιόλαδο που παράγει και κατέχει πολύ μεγαλύτερο μερίδιο από το ελληνικό ελαιόλαδο στην Αμερική. Οπότε είναι μία μεγάλη πρόκληση το πώς θα μπορέσει να ανταποκριθεί σε αυτές τις συνθήκες το ελληνικό ελαιόλαδο. Κάτι που επίσης μας επηρεάζει δραστικά είναι η έλλειψη εργατών γης. Άκουσα χαρακτηριστικά από συναδέλφους στην Κρήτη ότι εάν το ελαιόλαδο πέσει κάτω από ένα συγκεκριμένο όριο τιμής, σκέφτονται να μη συλλέξουν τις ελιές από τα δέντρα».

Το ζητούμενο για τον κλάδο παραμένει η περαιτέρω ενίσχυση των τυποποιημένων εξαγωγών και η δημιουργία ισχυρότερων ελληνικών εμπορικών σημάτων. Η μετάβαση από την πώληση χύμα προϊόντος στην οργανωμένη διάθεση επώνυμου ελληνικού ελαιολάδου αποτελεί μία από τις βασικότερες προϋποθέσεις ώστε μεγαλύτερο μέρος της τελικής αξίας να παραμένει στις ελληνικές επιχειρήσεις και τους παραγωγούς.

Το περιβάλλον, ωστόσο, γίνεται ολοένα πιο απαιτητικό. Οι διακυμάνσεις στην παραγωγή και στις τιμές, οι επιδόσεις των ανταγωνιστικών χωρών της Μεσογείου και η ισχυρή παρουσία μεγάλων διεθνών ομίλων στα δίκτυα διανομής αυξάνουν την πίεση στις ελληνικές εταιρείες.

Η ποιότητα, επομένως, δεν αρκεί από μόνη της. Χρειάζονται επενδύσεις στη συσκευασία, στην εμπορική ταυτότητα, στο marketing και κυρίως στην εδραίωση σταθερών δικτύων πωλήσεων στις μεγάλες διεθνείς αγορές.

Ελιά: Κάμψη στις πωλήσεις, η πτώση στις ΗΠΑ

Σημαντικές προκλήσεις αντιμετωπίζει και ο ιδιαίτερα εξαγωγικός κλάδος της επιτραπέζιας ελιάς, όπως ανέφερε ο πρόεδρος της ΠΕΜΕΤΕ, Κώστας Ζούκας. Ο ίδιος επισήμανε ότι οι ΗΠΑ αντιπροσωπεύουν περίπου το 30% των ελληνικών εξαγωγών επιτραπέζιας ελιάς, γεγονός που καθιστά τις εξελίξεις στην αμερικανική αγορά ιδιαίτερα σημαντικές για τον κλάδο. «Η επιτραπέζια ελιά αποτελεί κατ’ εξοχήν εξαγωγικό προϊόν της Ελλάδας, το οποίο κατευθύνεται σε περισσότερες από 100 χώρες και τουλάχιστον το 90% της εγχώριας παραγωγής, με την ετήσια αύξηση πωλήσεων να ανέρχεται μεσοσταθμικά σε ποσοστό άνω του 8%».

«Φέτος, ωστόσο, τα δεδομένα είναι ανησυχητικά, καθώς στο πρώτο εξάμηνο εμφανίστηκαν τα πρώτα σημάδια κάμψης των εξαγωγών ελιάς. Κάτι που οφείλεται στην αυξημένη προσφορά της περσινής χρονιάς απ’ όλες τις χώρες της μεσογειακής λεκάνης. Αυτό δημιούργησε απόθεμα του προϊόντος, σε συνδυασμό με τη μείωση της ζήτησης στη διεθνή αγορά λόγω των διεθνών εξελίξεων, γεγονός που επηρέασε τον κλάδο της ελιάς. Επιπλέον, οι δασμοί στις Ηνωμένες Πολιτείες το τελευταίο ενάμισι έτος επέδρασαν αρνητικά, δεδομένου ότι εκεί κατευθύνεται το 30% των ελληνικών εξαγωγών. Οι απώλειες ήταν 6% το 2025 και γύρω στο 5% το πρώτο εξάμηνο του 2026. Ταυτόχρονα, η γερμανική αγορά παρουσιάζει μειωμένη καταναλωτική ζήτηση, ενώ και οι χώρες της Μέσης Ανατολής εμφανίζουν αντίστοιχα χαρακτηριστικά λόγω του πολέμου στην ευρύτερη περιοχή».

Σύμφωνα με τον κύριο Ζούκα, πιέσεις καταγράφονται και στην Αυστραλία, όπου οι ελληνικές εταιρείες βρίσκονται αντιμέτωπες με έντονο ανταγωνισμό από προϊόντα τρίτων χωρών με σαφώς χαμηλότερο κόστος.

Το αίτημα για μητρώο συσκευαστών

Στην παρέμβασή του ο Κώστας Ζούκας επανέφερε και το πάγιο αίτημα της ΠΕΜΕΤΕ για τη δημιουργία Μητρώου Συσκευαστών Επιτραπέζιας Ελιάς. Η λογική του μέτρου είναι να υπάρχει σαφής εικόνα για το ποιος παράγει και συσκευάζει επιτραπέζια ελιά, υπό ποιες συνθήκες λειτουργεί και ποια προϊόντα διαθέτει στην αγορά. Ένα τέτοιο μητρώο, σύμφωνα με τον κλάδο, θα μπορούσε να ενισχύσει σημαντικά την ιχνηλασιμότητα και να προσφέρει μεγαλύτερη ασφάλεια στον καταναλωτή ως προς την ταυτότητα του προϊόντος.