Η συζήτηση για την ελληνική περιφέρεια γίνεται συνήθως όταν μια κρίση την επαναφέρει στην επικαιρότητα. Όμως η πραγματική πρόκληση δεν είναι να αποζημιώνουμε κάθε φορά την παραγωγή για το επόμενο ενεργειακό σοκ. Είναι να δημιουργήσουμε ένα παραγωγικό μοντέλο που θα είναι λιγότερο ευάλωτο σε αυτό. Και σήμερα, περισσότερο από ποτέ, η ενεργειακή ανθεκτικότητα της αγροδιατροφής αποτελεί οικονομική και εθνική προτεραιότητα.
Ο πρωτογενής τομέας είναι ιδιαίτερα εκτεθειμένος στις διακυμάνσεις της ενέργειας. Η ηλεκτρική ενέργεια για άρδευση και ψύξη, το πετρέλαιο για τις καλλιεργητικές εργασίες και τις μεταφορές, αλλά και η ενέργεια που ενσωματώνεται στην παραγωγή λιπασμάτων, ζωοτροφών και άλλων εισροών, μεταφέρουν κάθε διεθνή αναταραχή σχεδόν απευθείας στο κόστος του παραγωγού. Το αποτέλεσμα δεν είναι μόνο μικρότερο εισόδημα. Είναι περιορισμός επενδύσεων, απώλεια ανταγωνιστικότητας και μεγαλύτερη αβεβαιότητα για την επόμενη παραγωγική περίοδο.
Η Ανατολική Μακεδονία και Θράκη αποτυπώνει με ιδιαίτερη καθαρότητα αυτή την πρόκληση. Πρόκειται για μια περιφέρεια με ισχυρή φυτική και ζωική παραγωγή, σημαντικές αρδευτικές ανάγκες, εξαγωγικές δυνατότητες και γεωγραφική θέση που της επιτρέπει να λειτουργήσει ως παραγωγικός κόμβος της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Αντί λοιπόν να αντιμετωπίζεται αποκλειστικά ως περιοχή που χρειάζεται στήριξη, μπορεί να αποτελέσει εργαστήριο μιας διαφορετικής αναπτυξιακής πολιτικής.
Το πρώτο βήμα είναι να αντιμετωπίσουμε την ενέργεια ως παραγωγική υποδομή και όχι απλώς ως λογαριασμό. Η επέκταση και ο εκσυγχρονισμός των ηλεκτρικών δικτύων στις αγροτικές περιοχές, η αντικατάσταση ενεργοβόρων συστημάτων άντλησης, η αποδοτικότερη διαχείριση του νερού και η δυνατότητα παραγωγής ενέργειας για ιδιοκατανάλωση μπορούν να μειώσουν μόνιμα το κόστος. Το ζητούμενο δεν είναι κάθε εκμετάλλευση να μετατραπεί σε ενεργειακή επιχείρηση. Είναι ο παραγωγός να αποκτήσει μεγαλύτερο έλεγχο πάνω σε έναν από τους σημαντικότερους συντελεστές του κόστους του.
Αυτό απαιτεί, όμως, διαφορετική αρχιτεκτονική πολιτικής. Οι ενεργειακές κοινότητες και τα συλλογικά σχήματα μπορούν να αποκτήσουν ουσιαστικό ρόλο όταν συνδέονται με πραγματικές παραγωγικές ανάγκες. Παράλληλα, οι δημόσιες επενδύσεις σε δίκτυα και αρδευτικά έργα πρέπει να σχεδιάζονται ως μέρος της ίδιας παραγωγικής στρατηγικής. Δεν έχει νόημα να χρηματοδοτείται ένα νέο αρδευτικό σύστημα χωρίς να εξετάζεται ταυτόχρονα από πού θα προέρχεται το νερό, πόση ηλεκτρική ενέργεια απαιτεί η άντλησή του και ποιο θα είναι τελικά το κόστος άρδευσης ανά στρέμμα ή ανά μονάδα παραγόμενου προϊόντος.
Εδώ εισέρχεται και η τεχνολογία. Αισθητήρες, αυτοματισμοί, γεωργία ακριβείας και ανάλυση δεδομένων μπορούν να μετατρέψουν την ενεργειακή εξοικονόμηση από γενική επιδίωξη σε μετρήσιμο επιχειρηματικό αποτέλεσμα. Η πράσινη μετάβαση αποκτά πραγματική αξία όταν αυξάνει ταυτόχρονα την περιβαλλοντική και την οικονομική αποδοτικότητα της εκμετάλλευσης.
Η μετάβαση, όμως, απαιτεί και διαφορετική φιλοσοφία χρηματοδότησης. Η ανανέωση του αγροτικού πληθυσμού αποτελεί αναμφίβολα προτεραιότητα και οι νέοι αγρότες χρειάζονται ισχυρά κίνητρα εισόδου. Αυτό δεν σημαίνει ότι η επενδυτική πολιτική πρέπει να περιορίζει τις ευκαιρίες εκσυγχρονισμού των ήδη υφιστάμενων και βιώσιμων αγροτικών επιχειρήσεων. Μια επιχείρηση που θέλει να επενδύσει σε ενέργεια, αυτοματισμούς, ψηφιοποίηση, εξοικονόμηση νερού ή σύγχρονο εξοπλισμό πρέπει να μπορεί να διεκδικεί χρηματοδότηση με αντικειμενικά παραγωγικά και επιχειρηματικά κριτήρια. Η πολιτεία οφείλει να στηρίζει ταυτόχρονα την είσοδο νέων ανθρώπων και τον εκσυγχρονισμό της υπάρχουσας παραγωγικής βάσης.
Εξίσου κρίσιμη είναι η σύνδεση της παραγωγής με τη γνώση. Τα πανεπιστήμια, οι ερευνητικοί φορείς, οι τοπικές αρχές και οι παραγωγικές επιχειρήσεις μπορούν να δημιουργήσουν μόνιμες περιφερειακές συνεργασίες εφαρμοσμένης έρευνας. Οι νέες τεχνολογίες πρέπει να δοκιμάζονται σε πραγματικές εκμεταλλεύσεις, ενώ τα προβλήματα του χωραφιού και της κτηνοτροφικής μονάδας πρέπει να επιστρέφουν στα εργαστήρια ως συγκεκριμένα ερευνητικά ερωτήματα. Έτσι, η γνώση παύει να αποτελεί παράλληλη δραστηριότητα και μετατρέπεται σε παραγωγική υποδομή.
Η μεγαλύτερη αλλαγή, ωστόσο, πρέπει να είναι πολιτική. Για δεκαετίες η αγροτική πολιτική συνδέθηκε κυρίως με το ύψος των ενισχύσεων. Στη νέα διεθνή πραγματικότητα, ο στόχος πρέπει να είναι η μείωση της ανάγκης για έκτακτες ενισχύσεις μέσω ισχυρότερης παραγωγικής βάσης. Ένας παραγωγός με χαμηλότερο και προβλέψιμο ενεργειακό κόστος, πρόσβαση σε επενδυτικά κεφάλαια και σύγχρονη τεχνογνωσία μπορεί να σχεδιάσει, να επενδύσει, να προσλάβει και να παραμείνει στην περιφέρεια.
Αυτό αφορά τελικά πολύ περισσότερα από τη γεωργία. Αφορά το δημογραφικό, την περιφερειακή ανάπτυξη, τη μεταποίηση, τις εξαγωγές και την επισιτιστική ασφάλεια. Μια χώρα που θέλει ισχυρή περιφέρεια πρέπει πρώτα να εξασφαλίσει ότι η παραγωγή σε αυτήν παραμένει οικονομικά βιώσιμη.
Πέντε προτάσεις πολιτικής
- Περιφερειακό πρόγραμμα ενεργειακής αυτονομίας της αγροδιατροφής. Προτεραιότητα στην ηλεκτροδότηση αγροτικών υποδομών, στα αποδοτικά αντλητικά συστήματα, στην αυτοπαραγωγή και στην αποθήκευση ενέργειας όπου αυτές είναι τεχνικά και οικονομικά βιώσιμες.
- Ενιαίος σχεδιασμός νερού και ενέργειας για την αγροτική παραγωγή. Κάθε νέα επένδυση σε αρδευτικά έργα και δίκτυα να αξιολογείται και με βάση τη μείωση του πραγματικού κόστους παραγωγής και όχι μόνο με βάση την κατασκευή της υποδομής.
- Πρόσβαση στις επενδυτικές ενισχύσεις για κάθε βιώσιμη αγροτική επιχείρηση. Οι νέοι αγρότες χρειάζονται ισχυρά κίνητρα εισόδου, αλλά μια υφιστάμενη αγροτική επιχείρηση που επενδύει σε ενέργεια, αυτοματισμούς, ψηφιοποίηση, εξοικονόμηση νερού ή σύγχρονο εξοπλισμό πρέπει επίσης να μπορεί να χρηματοδοτείται με αντικειμενικά επιχειρηματικά και παραγωγικά κριτήρια. Η αγροτική πολιτική πρέπει να υπηρετεί ταυτόχρονα την ανανέωση των γενεών και τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής βάσης.
- Μόνιμες συμπράξεις πανεπιστημίων, ερευνητικών φορέων, τοπικών αρχών και παραγωγών. Χρειάζονται εφαρμοσμένα προγράμματα μέσα στις εκμεταλλεύσεις, πιλοτικές εφαρμογές νέων τεχνολογιών και σταθεροί μηχανισμοί μεταφοράς τεχνογνωσίας, ώστε η επιστημονική γνώση να φτάνει γρηγορότερα στην παραγωγή και οι πραγματικές ανάγκες της παραγωγής να κατευθύνουν την εφαρμοσμένη έρευνα.
- Χρηματοδότηση της τεχνολογίας με βάση το αποτέλεσμα. Οι επενδύσεις σε γεωργία ακριβείας, αυτοματισμούς και ψηφιακές τεχνολογίες να αξιολογούνται περισσότερο με βάση τη μετρήσιμη εξοικονόμηση ενέργειας, νερού και εισροών και λιγότερο με βάση το αν απλώς πραγματοποιήθηκε μια επιλέξιμη δαπάνη.
Η ενεργειακή αυτονομία δεν είναι το τέλος της συζήτησης. Είναι η αρχή. Γιατί ακόμη και ο παραγωγός που παράγει αποδοτικότερα παραμένει ευάλωτος όταν δεν μπορεί να διαπραγματευτεί την αξία του προϊόντος του. Και εκεί ακριβώς βρίσκεται το επόμενο μεγάλο ζήτημα για τη νέα ελληνική περιφέρεια: γιατί η ελληνική αγροδιατροφή δεν πληρώνεται όσο αξίζει.
