Οι εξελίξεις στον τομέα της ΤΕΧΝΗΤΗΣ ΝΟΗΜΟΣΥΝΗΣ τρομάζουν εδώ και καιρό τους ειδικούς της τεχνολογίας. Πρόσφατα, όμως, την ίδια αγωνία αρχίζουν να νιώθουν και οι ψηφοφόροι. Η τεχνητή νοημοσύνη είναι αντιδημοφιλής στη Δύση και ανεβαίνει συστηματικά στην πολιτική ατζέντα. Οι πιο σφοδρές μάχες μέχρι στιγμής έχουν δοθεί στην Αμερική, όπου οι διαμαρτυρίες κατά των κέντρων δεδομένων έχουν ματαιώσει έργα αξίας σχεδόν 100 δισ. δολαρίων, αντίπαλοι μεγαλοδωρητές στον τομέα της τεχνητής νοημοσύνης μόλις επένδυσαν δεκάδες εκατομμύρια σε μια εκλογική αναμέτρηση για το Κογκρέσο στο Μανχάταν και περίπου το 40% των ψηφοφόρων δηλώνουν στους δημοσκόπους ότι θέλουν να απαγορευτεί η τεχνητή νοημοσύνη στους περισσότερους κλάδους. Ωστόσο, διαμάχες ξέσπασαν και αλλού: αφού τα κέρδη των κατασκευαστών μικροτσίπ εκτοξεύτηκαν πρόσφατα, οι εργαζόμενοι της Samsung στη Νότια Κορέα απείλησαν με απεργία για να εξασφαλίσουν ειδικές αποζημιώσεις.
Η αντίδραση μόλις αρχίζει, επειδή και η τεχνολογία βρίσκεται ακόμα στα πρώτα της βήματα. Ο εν αναμονή πρωθυπουργός της Βρετανίας, Andy Burnham, δεν έχει πει σχεδόν τίποτα για την τεχνητή νοημοσύνη. Ακόμη και οι Αμερικανοί την κατατάσσουν στην 29η θέση μεταξύ 39 προεκλογικών θεμάτων.
Αυτό είναι βέβαιο ότι θα αλλάξει — και οι μάχες για τα κέντρα δεδομένων δίνουν μια ιδέα για τις συγκρούσεις που έρχονται. Τα κτίρια προκαλούν μια «βιτριολική» αντίδραση που ξεπερνά κατά πολύ τον συμβατικό «nimbyism» (το φαινόμενο «όχι στην αυλή μου»). Περισσότεροι Αμερικανοί δηλώνουν ότι θα προτιμούσαν να έχουν έναν πυρηνικό αντιδραστήρα δίπλα τους παρά ένα κέντρο δεδομένων. Ακόμη και τα σχέδια για την κατασκευή ενός τέτοιου κέντρου στην έρημο της Γιούτα έχουν συναντήσει έντονη αντίδραση.
Τα κέντρα δεδομένων μπορεί να είναι άσχημα, είναι αλήθεια. Όμως η αντίδραση αντανακλά τη φήμη της τεχνολογίας. Οι επικεφαλής της τεχνητής νοημοσύνης προειδοποιούν εδώ και χρόνια για μια επικείμενη «αποκάλυψη» στις θέσεις εργασίας και για τον κίνδυνο ένας υπερ-ιός που θα δημιουργηθεί από την τεχνητή νοημοσύνη να οδηγήσει τους ανθρώπους στην εξαφάνιση. Οι αντίπαλοι των κέντρων δεδομένων πιστεύουν, για διάφορους λόγους, ότι προστατεύουν το περιβάλλον, τις θέσεις εργασίας και το ανθρώπινο είδος — και δεν έχουν εντελώς άδικο.
Ωστόσο, αυτή η αντίδραση είναι από μόνη της επικίνδυνη. Η τεχνητή νοημοσύνη υπόσχεται να αλλάξει τον κόσμο προς το καλύτερο, όπως έκαναν κάποτε ο ηλεκτρισμός ή η ατμομηχανή. Πριν από λίγο καιρό, το πρόβλημα που χαρακτήριζε την εποχή για τον πλούσιο κόσμο ήταν η στασιμότητα της οικονομικής ανάπτυξης και ο λαϊκισμός που αυτή πυροδότησε. Τώρα διαθέτει μια τεχνολογία που θα μπορούσε να τροφοδοτήσει μια ραγδαία αύξηση της παραγωγικότητας και των εισοδημάτων, να βοηθήσει στην εύρεση θεραπειών για ανίατες ασθένειες και να βελτιώσει τα πάντα, από την εκπαίδευση έως την πράσινη τεχνολογία.
Όλα αυτά θα μπορούσαν να χαθούν αν οι χώρες στερήσουν από την τεχνολογία την υπολογιστική ισχύ ή την ρυθμίσουν σε τέτοιο βαθμό ώστε να καταστεί άχρηστη. Σκεφτείτε την έρευνα για τα εμβόλια mRNA, η οποία έχει καθυστερήσει μετά από μια αντίδραση κατά τη διάρκεια της πανδημίας της covid-19.
Ανησυχητικά είναι επίσης τα σενάρια στα οποία ορισμένες χώρες υποκύπτουν στη λαϊκή οργή, ενώ άλλες προχωρούν μπροστά. Αν η Αμερική υποκύψει, θα μπορούσε να παραχωρήσει το παγκόσμιο προνόμιο της τεχνητής νοημοσύνης, καθώς και τις συναφείς κυβερνο -στρατιωτικές δυνατότητες, στην αυταρχική Κίνα. Η Ευρώπη και ο Καναδάς προσεγγίζουν με περισσότερη επιφύλαξη τον κίνδυνο από ό,τι η Αμερική. Αν περιορίσουν την τεχνητή νοημοσύνη, ενώ ο υπόλοιπος κόσμος συνεχίζει να προχωράει μπροστά, οι απώλειές τους θα μπορούσαν να είναι ανεπανόρθωτες. Πάνω από δύο αιώνες μετά τη Βιομηχανική Επανάσταση, ελάχιστες χώρες κατάφεραν να καλύψουν τη διαφορά από τους πρωτοπόρους.
Τα διακυβεύματα είναι μεγάλα. Μπορούν οι κυβερνήσεις να κάνουν κάτι γι’ αυτό; Σήμερα, οι μεγαλοπρεπείς διακηρύξεις σχετικά με τη μορφή ενός «κοινωνικού συμβολαίου» για έναν κόσμο μετά την τεχνητή νοημοσύνη αποτελούν καλό υλικό για αναρτήσεις σε ιστολόγια, αλλά προσφέρουν ελάχιστη βοήθεια. Εξάλλου, οι άγνωστες παράμετροι εξακολουθούν να είναι αρκετά μεγάλες ώστε να καθιστούν την προσπάθεια σχεδόν μάταιη.
Η καλύτερη προσέγγιση είναι η σταδιακή. Ενώ η οικονομία της Κίνας τη δεκαετία του 1980 αυξανόταν κατά 10% ετησίως— ταχύτερα από όλες τις προβλέψεις, εκτός από τις πιο ακραίες, για την ανάπτυξη που θα βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη το σύνθημα του ηγέτη της, Deng Xiaoping, ήταν «να διασχίζεις το ποτάμι ψηλαφώντας τις πέτρες»: να προχωράς βήμα-βήμα, να σχεδιάζεις για τα προβλήματα, αλλά να παραμένεις ευέλικτος. Η επιδέξια διαχείριση της εποχής της τεχνητής νοημοσύνης θα απαιτήσει παρόμοιο πνεύμα.
Προς τον σκοπό αυτό, ακολουθούν τέσσερις οδηγίες για πολιτικούς και εταιρείες τεχνητής νοημοσύνης που αναζητούν πολιτικές. Πρώτον, να διαδώσουν τα οφέλη της τεχνητής νοημοσύνης όσο το δυνατόν ευρύτερα. Πρέπει να αποδειχθεί στους αρνητές ότι η περιοχή τους θα ωφεληθεί αν σταματήσουν να εμποδίζουν την πρόοδο. Σοφά, οι εταιρείες κέντρων δεδομένων αρχίζουν να προσφέρουν χρηματοδότηση σε γειτονικές πόλεις. Σταδιακά, αυτή η προσέγγιση πρέπει να επεκταθεί στο σύνολο της κοινωνίας, με μηχανισμούς που θα δείχνουν στους πολίτες ότι έχουν οικονομικό συμφέρον από την πρόοδο της τεχνητής νοημοσύνης και ότι θα λάβουν βοήθεια για να προσαρμοστούν στις αναταράξεις μέσω πολιτικών όπως η ασφάλιση μισθών. Μόνο μια κοινή αίσθηση ευημερίας μπορεί να μετριάσει την τοξική πολιτική του «ποιος κερδίζει/ποιος χάνει» που αναδύθηκε στην εποχή της παγκοσμιοποίησης.
Δεύτερον, όταν απαιτούνται παρεμβάσεις, να επιβάλλονται αυστηροί κανονισμοί. Η τρομακτική προοπτική των κυβερνοεπιθέσεων ή της βιοτρομοκρατίας που βασίζονται στην τεχνητή νοημοσύνη εξακολουθεί να μην αντιμετωπίζεται με τη σοβαρότητα που της αρμόζει. Η αντιμετώπιση αυτών και άλλων ζητημάτων είναι από μόνη της ουσιώδης, αλλά θα αποδυνάμωνε επίσης τα επιχειρήματα για την αδιάκριτη απαγόρευση ή τον περιορισμό της τεχνητής νοημοσύνης. Στην ιδανική περίπτωση, αυτές οι προσπάθειες θα περιλαμβάνουν διεθνή συνεργασία.
Τρίτον, να μετρούνται τα πάντα. Η ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι η τεχνητή νοημοσύνη οδηγεί ήδη σε απολύσεις και αυξάνει τους λογαριασμούς ηλεκτρικού ρεύματος είναι πιθανώς λανθασμένη. Ωστόσο, χωρίς καλύτερα στατιστικά στοιχεία είναι δύσκολο να είμαστε σίγουροι. Τα κέντρα δεδομένων πρέπει να αντιμετωπίσουν τις ανησυχίες που γίνονται viral σχετικά με την κατανάλωση νερού, ένα τεχνητό ζήτημα. (Τα σύγχρονα κέντρα δεν καταναλώνουν περισσότερο νερό από άλλες βιομηχανίες, και συνολικά πολύ λιγότερο από τα γήπεδα γκολφ της Αμερικής). Τα γεγονότα δεν θα θεραπεύσουν την παραπληροφόρηση, αλλά η απουσία τους την επιδεινώνει. Το βρετανικό Ινστιτούτο Ασφάλειας ΤΝ και το νέο Ινστιτούτο Οικονομικών ΤΝ ενδέχεται να προσφέρουν μοντέλα που μπορούν να ακολουθήσουν άλλες χώρες.
Τέταρτον, η τεχνητή νοημοσύνη πρέπει να χρησιμοποιηθεί για να βελτιώσουμε το κράτος. Δεν είναι μόνο ο ιδιωτικός τομέας που θα μπορούσε να αξιοποιήσει την τεχνητή νοημοσύνη για να αυξήσει την παραγωγικότητα. Η υποβολή φορολογικών δηλώσεων θα μπορεί να γίνεται πανεύκολα, τα κρατικά συστήματα υγειονομικής περίθαλψης θα μπορούν να διασυνδέουν τα δεδομένα απρόσκοπτα και τα σχολεία οφείλουν να πειραματιστούν με τη μάθηση που βασίζεται στην τεχνητή νοημοσύνη. Η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί επίσης να διευκολύνει τους πολίτες να παρακολουθούν τις κινήσεις των πολιτικών.
Οι άνθρωποι είναι λιγότερο πιθανό να αντιταχθούν σε μια τεχνολογία αν αυτή βρίσκεται πίσω από τη θεραπεία του καρκίνου της γιαγιάς τους ή βοηθά στην εκπαίδευση του παιδιού τους. Οι πολίτες είναι πιθανότερο να εμπιστευτούν το κράτος ότι μπορεί να την εποπτεύει αν πιστεύουν ότι η κυβέρνηση λειτουργεί.
Οι ψηφοφόροι έχουν δίκιο να ενδιαφέρονται για το πώς η τεχνητή νοημοσύνη θα μπορούσε να αλλάξει τη ζωή τους. Το μέλλον θα είναι χαοτικό, παράξενο και απρόβλεπτο. Το να τους πείσουμε ότι τα συμφέροντά τους εξυπηρετούνται από την ανατροπή του κατεστημένου είναι εξίσου σημαντικό με τη βελτίωση των μοντέλων τεχνητής νοημοσύνης. Η αποτυχία θα φέρει περισσότερους διαδηλωτές — και θα καταστρέψει τεράστιες ευκαιρίες για την ανθρωπότητα.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

