Η Ευρώπη υποσχέθηκε χρήματα για την άμυνα, αλλά δεν βάζει το χέρι στην τσέπη

Οι περισσότεροι Ευρωπαίοι θέλουν ισχυρότερες ένοπλες δυνάμεις, αλλά δεν είναι διατεθειμένοι να πληρώσουν

Ευρωπαϊκή Ένωση © Unsplash

Μια ουκρανική σημαία με την επιγραφή «πάντοτε ευγνώμονες» στα κυριλλικά κρέμεται σε ένα εργοστάσιο στη βόρεια Σουηδία, όπου κάθε χρόνο πλάκες χάλυβα μετατρέπονται σε εκατοντάδες θωρακισμένα οχήματα. Η σημαία δωρίστηκε από την 21η Ταξιαρχία της Ουκρανίας, η οποία χρησιμοποιεί τα οχήματα μάχης πεζικού CV90 που κατασκευάζονται στο εργοστάσιο. Οι στρατιώτες της τα αποκαλούν χαϊδευτικά «τα σκανδιναβικά θηρία». Η σημαία υπενθυμίζει καθημερινά στους εργαζόμενους το έργο που επιτελούν για την προστασία της Ευρώπης. «Είναι ωραίο να βλέπουμε ότι προσφέρουμε βοήθεια», λέει η Julia, η οποία εργάζεται εδώ στη γραμμή συναρμολόγησης.

Πριν από μια δεκαετία, το εργοστάσιο Hagglunds, ιδιοκτησία της BAE Systems, της μεγαλύτερης αμυντικής εταιρείας της Βρετανίας, προχωρούσε σε περικοπές δαπανών για να επιβιώσει. Σήμερα, επεκτείνει την παραγωγική του ικανότητα πέντε ή έξι φορές για να ανταποκριθεί στις ραγδαία αυξανόμενες παραγγελίες. Τα έσοδα έχουν εκτοξευθεί από 211 εκατ. δολάρια το 2018 σε 1,1 δισ. δολάρια το 2025 και οδεύουν προς «πάνω από τα 2 δισ. δολάρια» ετησίως, λέει ο Tommy Gustafsson-Rask, γενικός διευθυντής. Το εργατικό δυναμικό έχει υπερτριπλασιαστεί από το 2021, φτάνοντας περίπου τους 2.600 εργαζόμενους.

Η ευημερία στο Όρνσκολντσβικ αποτελεί μία πτυχή της έκρηξης στον τομέα του επανεξοπλισμού στην Ευρώπη, καθώς η ήπειρος σπεύδει να εκπληρώσει τη συμφωνία του ΝΑΤΟ που υπογράφηκε πριν από ένα χρόνο, για την αύξηση των αμυντικών δαπανών στο 3,5% του ΑΕΠ (συν ένα επιπλέον 1,5% για υποδομές ασφάλειας) έως το 2035. Μεγάλο μέρος αυτών των χρημάτων θα διατεθεί για νέο εξοπλισμό, από πυραύλους έως drones, άρματα μάχης και πολεμικά πλοία. Τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ πρέπει να ανασυγκροτήσουν τις ένοπλες δυνάμεις τους για να αντιμετωπίσουν μια πιθανή ρωσική επίθεση, ενδεχομένως χωρίς αμερικανική υποστήριξη. Για τις χώρες με σημαντική αμυντική βιομηχανία, αυτή η επένδυση θα οδηγήσει σε οικονομική ανάπτυξη.

Η άλλη πλευρά αυτής της άκρατης επιθυμίας για επανεξοπλισμό, ωστόσο, φάνηκε σε μια πρόσφατη διαδήλωση στις Βρυξέλλες, όπου χιλιάδες άνθρωποι ξεχύθηκαν στους δρόμους υπό το σύνθημα «κοινωνική πρόνοια, όχι πόλεμος». Πέρυσι στην Ιταλία, τα συνδικάτα κατέβασαν σε πορεία περίπου 500.000 ανθρώπους σε ένδειξη διαμαρτυρίας ενάντια στην αύξηση των αμυντικών δαπανών. Αν η Ευρώπη επιθυμεί ικανότερες ένοπλες δυνάμεις, θα πρέπει να κάνει συμβιβασμούς. Θα χρειαστεί περισσότερο δημόσιο δανεισμό, υψηλότερους φόρους, περικοπές στις κοινωνικές δαπάνες ή συνδυασμό και των τριών.

Ωστόσο, μια προσεκτική ματιά στα οικονομικά των μεγαλύτερων στρατιωτικών δυνάμεων της Ευρώπης δείχνει ότι πολλές από αυτές, συμπεριλαμβανομένης της Βρετανίας και της Γαλλίας, βρίσκονται σε μια πορεία που είναι απίθανο να φτάσει τον στόχο του 3,5%. Αυτή η εξέλιξη θα μπορούσε να προκαλέσει έντονες διαμάχες στη σύνοδο κορυφής του ΝΑΤΟ στις 7-8 Ιουλίου στην Άγκυρα. Ο Donald Trump και ο υπουργός Άμυνας του, Pete Hegseth, θεωρούν τα ευρωπαϊκά μέλη του ΝΑΤΟ ως «επιβάτες» που εκμεταλλεύονται τις εγγυήσεις ασφάλειας της Αμερικής, ενώ παράλληλα παρέχουν στους πολίτες τους γενναιόδωρες παροχές και εκτενείς διακοπές. Στις 3 Ιουλίου, ο κ. Trump δημοσίευσε στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ένα διάγραμμα που έδειχνε τις αμερικανικές αμυντικές δαπάνες να ξεπερνούν κατά πολύ αυτές πολλών μελών του ΝΑΤΟ, σχολιάζοντας: «Είναι γελοίο οι ΗΠΑ να συνεχίζουν σε αυτή τη μονόπλευρη πορεία».

Ο στόχος του 3,5% είχε ως σκοπό να διατηρήσει τον κ. Trump στο παιχνίδι. Για να κατανοήσουμε γιατί πολλές ευρωπαϊκές χώρες ενδέχεται να μην τηρήσουν την υπόσχεσή τους, είναι χρήσιμο να τις ταξινομήσουμε σε τρεις ομάδες: τις καλές, τις θλιβερές και τις αλαζονικά αδιάφορες.

Οι χώρες που έχουν επιτύχει τον στόχο ή βρίσκονται σε καλό δρόμο να τον επιτύχουν σύντομα είναι κυρίως εκείνες που αισθάνονται ότι απειλούνται περισσότερο από τη Ρωσία, όπως οι χώρες της Βαλτικής και η Πολωνία. Αυτό συχνά συνεπάγεται δύσκολες επιλογές. Η Λιθουανία αυξάνει ορισμένους υφιστάμενους φόρους και εισάγει έναν νέο φόρο «συνεισφοράς στην ασφάλεια». Η Φινλανδία μειώνει δραστικά τις δαπάνες για την υγειονομική περίθαλψη και τις κοινωνικές υπηρεσίες. Σύμφωνα με εκτιμήσεις του οίκου αξιολόγησης Fitch, συνολικά, 11 ευρωπαϊκές χώρες χρηματοδοτούν τουλάχιστον το μισό της αύξησης των αμυντικών δαπανών τους μέσω της αύξησης των φόρων ή της περικοπής των δαπανών.

Αυτό, σύμφωνα με δημοσκόπηση του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, ενός κέντρου μελετών, είναι γενικά ευκολότερο στις χώρες της πρώτης γραμμής, όπου οι περισσότεροι πολίτες υποστηρίζουν τη μείωση των κοινωνικών δαπανών για τη χρηματοδότηση της άμυνας. Αλλες χώρες στη «καλή» λίστα διαθέτουν άφθονο περιθώριο δανεισμού, όπως η Δανία, η Σουηδία και πάνω απ’ όλα η Γερμανία, η οποία, έως το 2030, στοχεύει να φτάσει το 3,7%. Το χαμηλό δημόσιο χρέος τους επιτρέπει στους πολιτικούς να αποφεύγουν, προς το παρόν,να επιλέξουν μεταξύ «όπλων και βουτύρου».

Οι χώρες της «θλιβερής» ομάδας στοχεύουν να πετύχουν τον στόχο, αλλά έχουν ελάχιστο περιθώριο δανεισμού και χαμηλή υποστήριξη για αύξηση των φόρων ή περικοπές στις κοινωνικές παροχές. Δυστυχώς, σε αυτές περιλαμβάνονται και οι δύο πυρηνικές δυνάμεις της Ευρώπης, η Βρετανία και η Γαλλία. Η Βρετανία βρίσκεται σε τόσο δύσκολη θέση  που τον περασμένο μήνα ο υπουργός Άμυνας, John Healey, παραιτήθηκε λόγω της πενιχρής προγραμματισμένης αύξησης του προϋπολογισμού του. Ένας αξιωματούχος του Υπουργείου Οικονομικών αντέδρασε προειδοποιώντας ότι ο κ. Healey, στην ουσία, απαιτούσε «περικοπές στα σχολεία και τα νοσοκομεία». Περαιτέρω διαμάχες οδήγησαν σε μια μικρή αύξηση κατά 0,1% του ΑΕΠ έως το 2030, για συνολικό ποσοστό 2,7%. Οι αναλυτές αμφιβάλλουν ότι, έως το 2035, η Βρετανία θα φτάσει το 3,5%.

Η Γαλλία βρίσκεται ακόμα πιο πίσω. Σχεδιάζει να αυξήσει τις αμυντικές δαπάνες σε μόλις 2,5% του ΑΕΠ έως το 2030. Ακόμα κι αυτό, σύμφωνα με το Ελεγκτικό Συνέδριο της Γαλλίας, θα απαιτήσει «σημαντικές αντισταθμίσεις» υπό μορφή υψηλότερων φόρων ή περικοπών στον προϋπολογισμό σε άλλους τομείς.

Υπάρχουν, επίσης, κι αυτοί που επιδεικνύουν αλαζονική αδιαφορία. Η Ισπανία κατάφερε να εξασφαλίσει εξαίρεση, δηλώνοντας ότι θα περιορίσει τις δαπάνες στο 2,1% του ΑΕΠ. Άλλες χώρες, όπως η Πορτογαλία (η οποία δαπανά μόλις 2% για την άμυνα), ορκίζονται επισήμως ότι θα επιτύχουν τον στόχο, αλλά δεν έχουν καταβάλει σχεδόν καμία προσπάθεια προς αυτή την κατεύθυνση. Η Ιταλία βρήκε τη δική της λύση, αναφέροντας αύξηση 39% για να φτάσει το 2% του ΑΕΠ πέρυσι. Ωστόσο, η πραγματική αύξηση των δαπανών ήταν μόλις 7%. Το υπόλοιπο ήταν δημιουργική λογιστική.

Οι χώρες που δεν θα επιτύχουν το 3% έως το 2030 θα έχουν να ανέβουν έναν ακόμη πιο απότομο λόφο έως το 2035. Πολλές ενδέχεται να χρονοτριβούν μέχρι τα τελευταία χρόνια, όπως συνέβη όταν το ΝΑΤΟ θέσπισε την κατευθυντήρια γραμμή του 2% σε μια σύνοδο κορυφής το 2014, προειδοποιεί η Fenella McGerty του Διεθνούς Ινστιτούτου Στρατηγικών Μελετών, ενός κέντρου μελετών. Η επακόλουθη απότομη αύξηση των δαπανών, που έμοιαζε με «ραβδί του χόκεϊ», ανάγκασε τους συμμάχους να ανταγωνίζονται μεταξύ τους για τον περιορισμένο εξοπλισμό, οδηγώντας σε αύξηση των τιμών και των χρόνων αναμονής.

Η πολιτική είναι δύσκολη. Πολλές χώρες έχουν τόσο αριστερούς λαϊκιστές που αντιτίθενται στις αμυντικές δαπάνες για κοινωνικούς λόγους, όσο και δεξιούς λαϊκιστές που δεν θεωρούν τη Ρωσία απειλή. Η δημοσιονομική πλευρά θα είναι επίσης δύσκολη: χώρες που δανείζονται για να χρηματοδοτήσουν τους αμυντικούς προϋπολογισμούς τους, όπως η Γερμανία, θα δυσκολευτούν να τους διατηρήσουν, καθώς οι πληρωμές τόκων αυξάνονται, όπως και το κόστος του γηράσκοντος πληθυσμού τους.

Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι οι χώρες ενδέχεται να μην επιτύχουν τους στόχους δαπανών. Είναι επίσης ότι ξοδεύουν τα χρήματα με λάθος τρόπο. Πολλές ξοδεύουν υπερβολικά σε εγχώριες βιομηχανίες, οδηγώντας σε κατακερματισμό. Η Ευρώπη διαθέτει 12 είδη αρμάτων μάχης και κατασκευάζει πέντε διαφορετικά ολμοβόλα, σε σύγκριση με ένα μόνο από κάθε είδος στην Αμερική. Στη συνέχεια, υπάρχουν και τα σπάταλα έργα. Τον περασμένο μήνα η Γερμανία ακύρωσε ένα πρόγραμμα ναυπηγικής αξίας 10 δισ. ευρώ (11,4 δισ. δολάρια) επειδή είχε καθυστερήσει και το κόστος είχε εκτοξευθεί στα 18 δισ. ευρώ. Οι φορολογούμενοι έχουν λόγο να είναι εξοργισμένοι, αφού ξόδεψαν 2,3 δισ. ευρώ για φρεγάτες που το ναυτικό δεν θα παραλάβει ποτέ.

Αντί να εξετάζουν απλώς τις δαπάνες, οι χώρες θα πρέπει να εξετάζουν τι αγοράζουν με αυτά τα χρήματα και αν αυτά παρέχουν τις δυνατότητες (όπως οι θωρακισμένες ταξιαρχίες) που έχουν δεσμευτεί να προσφέρουν στο ΝΑΤΟ. Πολλοί από αυτούς τους στόχους περιβάλλονται από μυστικότητα, για βάσιμους λόγους, αλλά αν το πέπλο σηκωθεί λίγο, θα ενισχυόταν η λογοδοσία. Οι πιο έντονες διαμάχες για τον προϋπολογισμό δεν έχουν ακόμη ξεκινήσει. Οι κυβερνήσεις θα είναι σε θέση να υπερασπιστούν την άμυνα καλύτερα, αν μπορούν να αποδείξουν ότι τα χρήματα αξιοποιούνται σωστά.

© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com