Είχαν αδειάσει τα ημερολόγιά τους για τρεις ημέρες, αλλά τελικά χρειάστηκαν μόλις οκτώ ώρες. Αργά το βράδυ της 1ης Ιουλίου, οι ηγέτες των κυβερνώντων κομμάτων της Γερμανίας οριστικοποίησαν ένα «πρόγραμμα για την ανάπτυξη και την απασχόληση» 34 σημείων, σχεδιασμένο να αναπτερώσει το πεσμένο ηθικό της χώρας, το οποίο καλύπτει τα πάντα, από τις μεταρρυθμίσεις στο προβληματικό σύστημα δημόσιων συντάξεων έως την απελευθέρωση των νόμων για εμπορικές δραστηριότητες τις Κυριακές. Το πακέτο αυτό από μόνο του είναι απίθανο να αναζωογονήσει μια οικονομία που αποβιομηχανίζεται ραγδαία και η οποία σημειώνει ελάχιστη ανάπτυξη από το 2019. Από ορισμένες απόψεις, απογοητεύει. Ωστόσο, από τότε που ο καγκελάριος Friedrich Merz σχημάτισε τον κεντρώο συνασπισμό του πριν από λίγο περισσότερο από ένα χρόνο, υποσχέθηκε πολλά, εκπλήρωσε λίγα, ενώ έχει εμπλακεί σε ατέλειωτες διαμάχες. Κάποιοι πίστευαν ότι ίσως δεν επιβιώσει. Τώρα, όμως, αποδεικνύει ότι είναι ικανός να αναλάβει πλήρη δράση. Η ανακούφιση ήταν εμφανής σε όλο το Βερολίνο.
«Θέλουμε να επαναφέρουμε τη Γερμανία σε τροχιά ανάπτυξης, και είναι πλέον σαφές ότι αυτό είναι εφικτό», δήλωσε ο κ. Merz στις 2 Ιουλίου. Τα κόμματα υποστήριξαν μια σειρά μέτρων για τη μείωση της γραφειοκρατίας που ταλαιπωρεί τις γερμανικές επιχειρήσεις, συμπεριλαμβανομένου αυτού που ο κ. Merz χαρακτήρισε ως το «γραφειοκρατικό τέρας» των κανόνων προστασίας δεδομένων. Υποσχέθηκαν να υποστηρίξουν τις προτάσεις της ΕΕ για την αντιμετώπιση των επιδοτούμενων κινεζικών εξαγωγών. Επίσης, δεσμεύτηκαν να ψηφίσουν νόμο για να προλάβουν ένα σχέδιο του ακροαριστερού Die Linke για την απαλλοτρίωση εταιρικών ιδιόκτητων ακινήτων, σε περίπτωση που αναλάβει την εξουσία στο Βερολίνο στις εκλογές του Σεπτεμβρίου.
Ωστόσο, η δυσκολότερη συζήτηση αφορούσε τον τρόπο εκπλήρωσης της υπόσχεσης για φορολογική ελάφρυνση των Γερμανών με χαμηλά και μεσαία εισοδήματα. Βρέθηκαν περίπου 10 δισ. ευρώ (11 δισ. δολάρια), εν μέρει χάρη στη διστακτική συναίνεση των συντηρητικών Χριστιανοδημοκρατών (CDU) του κ. Merz να αυξήσουν τους φόρους για όσους έχουν εισόδημα άνω των 250.000 ευρώ — πιθανώς μόνο περίπου 150.000 άτομα. Ο Lars Klingbeil, υπουργός Οικονομικών και ηγέτης των Σοσιαλδημοκρατών (SPD), του μικρότερου εταίρου της κυβέρνησης συνασπισμού, ήλπιζε για περισσότερα. Ωστόσο, το CDU και το αδελφό κόμμα της στη Βαυαρία, η Χριστιανοκοινωνική Ένωση, αρνήθηκαν να αυξήσουν τους φόρους σε ευρύτερη κλίμακα ή να περιορίσουν δραστικά το φάσμα των φορολογικών ελαφρύνσεων και επιδοτήσεων της Γερμανίας.
Παράλληλα, τα κόμματα συμφώνησαν να επιτρέψουν στις επιχειρήσεις να προσλαμβάνουν εργαζόμενους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα και να αυστηροποιήσουν τα κριτήρια για τις αναρρωτικές άδειες (η Γερμανία έχει ένα από τα υψηλότερα ποσοστά απουσιών λόγω ασθένειας μεταξύ των ομολόγων της). Αυτά τα μέτρα, λέει η Annika von Mutius, διευθύνουσα σύμβουλος της Empion, μιας νεοφυούς επιχείρησης τεχνητής νοημοσύνης, είναι «ευπρόσδεκτα και καθυστερημένα», αν και εκφράζει τη λύπη της για την έλλειψη μεταρρυθμίσεων στους αυστηρούς κανόνες πρόσληψης και απόλυσης της Γερμανίας.
Μετά από μήνες αποτυχημένων προσπαθειών, υπάρχει μια αίσθηση δυναμικής στο Βερολίνο. Την επόμενη εβδομάδα το κοινοβούλιο θα ασχοληθεί με τις μεταρρυθμίσεις στο εξαιρετικά αναποτελεσματικό σύστημα υγειονομικής περίθαλψης, οι οποίες αναμένεται, το επόμενο έτος, να εξοικονομήσουν 19 δισ. ευρώ. Το υπουργικό συμβούλιο αναμένεται σύντομα να συμφωνήσει σε αλλαγές στο σύστημα ασφάλισης μακροχρόνιας φροντίδας της Γερμανίας. Το πιο σημαντικό είναι ότι ο συνασπισμός συμφώνησε να εφαρμόσει πλήρως τις συστάσεις μιας επιτροπής για τις συντάξεις, η οποία υπέβαλε την έκθεσή της την περασμένη εβδομάδα. Στην ταχέως γηράσκουσα κοινωνία της Γερμανίας, αυτά τα έξοδα κοινωνικής ασφάλισης απειλούσαν να ξεφύγουν από τον έλεγχο. Η αντιμετώπισή τους αποτελούσε επείγουσα προτεραιότητα για τους εργοδότες.
Τι εξηγεί αυτή την αλλαγή; Ένα πρόσωπο κοντά στον κ. Merz αποδίδει την μεταστροφή σε δύο παράγοντες: στο σοκ που προκάλεσε η ραγδαία άνοδος της υποστήριξης προς το δεξιό λαϊκιστικό κόμμα «Εναλλακτική για τη Γερμανία» (AfD), το οποίο πλέον προηγείται στις δημοσκοπήσεις, και τη σοφή απόφαση να ανατεθούν οι συζητήσεις για τα πιο ευαίσθητα θέματα σε εμπειρογνώμονες, των οποίων τις εκθέσεις οι πολιτικοί δεν θα μπορούσαν να απορρίψουν με αξιοπιστία. Αξίζει να σημειωθεί ότι τα κόμματα της κυβέρνησης συνασπισμού υποστήριξαν αμέσως τις προτάσεις της επιτροπής για τις συντάξεις, οι οποίες περιλαμβάνουν τη σταδιακή αύξηση του ορίου συνταξιοδότησης στα 70 έτη και την επένδυση των κρατικών συνταξιοδοτικών ταμείων σε ιδιωτικές αγορές. Σύμφωνα με πηγές από το εσωτερικό, τα ίδια τα κόμματα δεν θα ήταν ικανά να διαπραγματευτούν μια τόσο φιλόδοξη συμφωνία.
Ωστόσο, πολλοί εμπλεκόμενοι με δικαίωμα βέτο στη Γερμανία θα έχουν λόγο. Ορισμένοι ηγέτες των ομόσπονδων κρατιδίων είναι δυσαρεστημένοι με στοιχεία των προτάσεων για τις συντάξεις και τη φροντίδα. Οι απογοητευτικές φορολογικές ρυθμίσεις σίγουρα θα ενοχλήσουν ορισμένους στο SPD. Επιπλέον, κάθε νόμος που συμφωνείται στο υπουργικό συμβούλιο πρέπει να περάσει από το κοινοβούλιο: η πλειοψηφία της κυβέρνησης συνασπισμού στη Bundestag, που ανέρχεται σε μόλις 12 έδρες, σημαίνει ότι η επιτυχία δεν είναι καθόλου εξασφαλισμένη.
Το πιο ανησυχητικό είναι ότι οι περιφερειακές εκλογές του Σεπτεμβρίου στην Ανατολική Γερμανία ενδέχεται να οδηγήσουν, για πρώτη φορά, το AfD στην εξουσία σε ομόσπονδο κρατίδιο, προκαλώντας ισχυρό πολιτικό σοκ στο γερμανικό κατεστημένο. Εδώ και καιρό, Γερμανοί αξιωματούχοι υποστηρίζουν ότι η άνοδος του AfD, ενός κόμματος χωρίς συνεκτικό πολιτικό πρόγραμμα, οφείλεται σε σημαντικό βαθμό στη δυσαρέσκεια των πολιτών απέναντι σε μια κυβέρνηση που αδυνατεί να επιδείξει ουσιαστικό έργο. Οι επικείμενες εκλογές αναμένεται να αποτελέσουν το πρώτο πραγματικό τεστ αυτής της εκτίμησης.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

