Θα ήταν δυνατόν, αναρωτιέται καμιά φορά η ζηλόφθονη Ευρώπη, να αποκτήσει τη δική της εκδοχή της Σίλικον Βάλεϊ -χωρίς όμως τους μεσσιανικούς «ληστές-βαρόνους» της, που συγχέουν τον πλούτο με την ηθική εξουσία; Θα μπορούσε να μεταφερθεί στην ανατολική όχθη του Ατλαντικού το αδάμαστο πνεύμα της άγριας Δύσης που κινητοποιεί την Αμερική, χωρίς τον καουμπόικο ατομικισμό και την καχυποψία απέναντι στην κυβέρνηση; Θα καταφέρει άραγε κάποτε η Ευρώπη να αναπτύξει στρατιωτικές δυνάμεις αντάξιες της τρομερής ισχύος της εκ δυσμών εταίρου της, αποφεύγοντας όμως την ακόρεστη συνήθεια να εμπλέκεται σε αιματηρές περιπέτειες σε απόμακρες γωνιές της Ασίας;
Καθώς η Ευρώπη τιμά τα 250ά γενέθλια του άσωτου τέκνου της, βασανίζεται από ερωτήματα. Ποιο ήταν το μυστικό που μετέτρεψε σε επιτυχία αυτό το απίθανο εγχείρημα -μια δημοκρατία που ιδρύθηκε από θρησκευτικούς εκκεντρικούς του παλαιού κόσμου και κατοικήθηκε στη συνέχεια από άπορους αγρότες και πρόσφυγες πολέμων; Θα ήταν παράλογο να μην αναζητήσει κανείς διδάγματα από ένα τόσο πετυχημένο ιστορικό πείραμα. Κι όμως δεν το κάνει. Πολλοί, ιδίως στην ευρωπαϊκή αριστερά, αντιμετωπίζουν την Αμερική σαν ιστορία που πρέπει να την πλησιάζεις με καχυποψία: μια χώρα άγριων ανισοτήτων, όπου η αστυνομική βία αποτελεί «σταθερή αξία» και τα φυλετικά χάσματα είναι αγεφύρωτα. Αν δεν μπορείς να τους νικήσεις, φαίνεται να σκέφτονται αυτοί οι Ευρωπαίοι, χλεύασέ τους. Ναι, η Αμερική πετυχαίνει, παραδέχονται απρόθυμα, αλλά με τίμημα που εμείς δεν θα επιβάλλαμε ποτέ στους εαυτούς μας.
Σε ορισμένες περιπτώσεις έχουν δίκιο: η αμερικανική εκδοχή του καπιταλισμού έχει πολλές ατέλειες. Σε άλλες, κάνουν λάθος. Δεν υπάρχει λόγος για τον οποίο η υιοθέτηση των καλών στοιχείων της Αμερικής πρέπει να συνεπάγεται την υιοθέτηση και των κακών. Η τάση να απορρίπτουν τη χώρα συχνά πηγάζει από την απροθυμία να παραδεχτούν ότι η Ευρώπη πρέπει να αλλάξει. Αντίθετα, οι Ευρωπαίοι θα έπρεπε να αντιμετωπίζουν την Αμερική ως το μεγάλο αντίπαλο δέος τους – μια χώρα προς την οποία πρέπει να στρέφονται όχι αμυντικά, αλλά αναζητώντας έμπνευση.
Προς το παρόν, η σύγκριση που οι Ευρωπαίοι θεωρούν λιγότερο κολακευτική για τους ίδιους είναι η οικονομική. Από όποια οπτική γωνία κι αν το δει κανείς, η Αμερική ακμάζει, ενώ η Ευρώπη, που εξ αρχής υπήρξε φτωχότερη, απλώς προχωρά με δυσκολία. Για τους σκεπτικιστές Ευρωπαίους, τα ραγδαία αυξανόμενα εισοδήματα των Αμερικανών εξαρτώνται από την αδιαφορία τους για την ανισότητα, την προθυμία τους να παραμένουν στο γραφείο αντί να βλέπουν τις οικογένειές τους ή να καταστρέφουν τον πλανήτη για μια μικρή βελτίωση στο ΑΕΠ. Αυτή η άποψη είναι χονδροειδώς περιφρονητική απέναντι σε αμερικανικές συνήθειες που οι Ευρωπαίοι θα έκαναν καλά να μελετήσουν. Δεν υπάρχει τίποτα εγγενές στην ψυχοσύνθεση των Γάλλων ή των Πολωνών που να τους εμποδίζει να υιοθετήσουν την αμερικανική ανοχή στην επιχειρηματική αποτυχία και την επακόλουθη ανανέωση. Ούτε είναι υπερβολικά «τραμπικό» να προτείνεται η Ευρώπη να εξετάσει το ενδεχόμενο πρώτα να αναπτύξει τις βιομηχανίες και μετά να τις ρυθμίσει. Ευτυχώς, πλέον, η Ευρωπαϊκή Ένωση δείχνει σημάδια ότι θέλει να μάθει. Η έκθεση Draghi των 400 σελίδων, η οποία δημοσιεύθηκε το 2024, διαβάζεται σαν ένας εμπεριστατωμένος θρήνος για την αποτυχία της Ευρώπης να μιμηθεί τους Αμερικανούς συγγενείς της (αν και θα διατηρούσε ένα μεγαλύτερο κράτος πρόνοιας). Δυστυχώς, παραμένει σε μεγάλο βαθμό ανεφάρμοστη.
Το μεγαλύτερο αλλά ατελές πλεονέκτημα της ΕΕ, η ενιαία αγορά της, έχει προφανή διδάγματα να αντλήσει από την Αμερική. Μακάρι, από το Δουβλίνο μέχρι το Ντουμπρόβνικ, να υπήρχε η ελεύθερη κυκλοφορία αγαθών και υπηρεσιών που εκτείνεται από τη Φιλαδέλφεια έως το Φοίνιξ! Οι Ευρωπαίοι υπέρμαχοι της ιδέας της ομοσπονδίας μπορεί να ονειρεύονται ακόμα περισσότερα αμερικανικά όνειρα, όπως η έκδοση του μεγαλύτερου μέρους του χρέους της ΕΕ σε ομοσπονδιακό επίπεδο — κάτι που η Ευρώπη ίσως κάποια μέρα χρειαστεί να κάνει περισσότερο, κυρίως δεδομένης της ανάγκης να δαπανήσει πολύ περισσότερα χρήματα για την άμυνα. Η πορεία που θα ακολουθήσει η ΕΕ προς μια μεγαλύτερη ενοποίηση θα διαφέρει από αυτή της Αμερικής κι, ελπίζουμε, θα αποφύγει τον εμφύλιο πόλεμο στην πορεία (εδώ θα μπορούσε να παίξει ένα αστείο για το Brexit). Όμως, όλη αυτή η συζήτηση για τις «χαμιλτονικές στιγμές» στους κύκλους των Βρυξελλών υπάρχει ακριβώς επειδή ο διατλαντικός σύμμαχός της προσφέρει ένα είδος προτύπου.
Πέρα από την οικονομία, η Αμερική προσφέρει έναν ακόμα πιο ευγενή στόχο για τους Ευρωπαίους: ένα ενιαίο πολιτικό σύστημα, έναν «δήμο», του είδους που υπάρχει πέρα από τον Ατλαντικό. Η Αμερική έχει κάνει ό,τι μπορούσε για να βοηθήσει την ομόλογό της από τον Παλαιό Κόσμο στην πορεία προς την ηπειρωτική ένωση. Διαδραμάτισε καθοριστικό ρόλο στη γέννηση αυτού που θα γινόταν η ΕΕ. Ο Jean Monnet, ένας από τους ιδρυτές της Ένωσης, πέρασε τόσο πολύ χρόνο στην Ουάσινγκτον που ο Charles de Gaulle τον υποψιάστηκε για Αμερικανό πράκτορα. Εν μέρει, το έκανε για εγωιστικούς λόγους. Όλες αυτές οι εμφύλιες διαμάχες στην Ευρώπη άφησαν την πόρτα ανοιχτή στους κομμουνιστές κι ανάγκασαν δύο φορές την Αμερική να παρέμβει. Χωρίς την ώθηση της Αμερικής τα επόμενα χρόνια, η ΕΕ ίσως να μην είχε δεχτεί τις χώρες της Κεντρικής και Ανατολικής Ευρώπης που σήμερα αποτελούν ζωτικά μέλη της.
Δυστυχώς, τέτοιες στιγμές καλής θέλησης μεταξύ των ηπείρων μοιάζουν σήμερα με μακρινή ανάμνηση στην Ευρώπη. Ακόμα και όσοι θαυμάζουν από καιρό την Αμερική δυσκολεύονται να αποδεχθούν την τρέχουσα κατεύθυνσή της. Ο Donald Trump, και ιδιαίτερα ο αντιπρόεδρός του, ο J J.D. Vance, τρέφουν έντονη αντιπάθεια προς την ΕΕ. Παραδόξως, παρουσιάζουν την Ευρώπη ως μια κόλαση γεμάτη μετανάστες που σχεδόν δεν αξίζει να την υπερασπιστεί κανείς. Η ήπειρος, λοιπόν, κρατά συλλογικά την ανάσα της εν όψει της συνόδου κορυφής του ΝΑΤΟ στην Άγκυρα στις 7-8 Ιουλίου, προσευχόμενη ο Αμερικανός πρόεδρος να εμφανιστεί σε καλή διάθεση. Ωστόσο, ακόμα και στην περίπτωση που ο απρόβλεπτος κ. Trump έκανε λάθος όσον αφορά τον τόνο και τη μέθοδο με την οποία επιτίθεται λεκτικά στην Ευρώπη —και συμπεριφέρθηκε απαίσια στην «Ποτέμκιν» προσπάθειά του να καταλάβει τη Γροιλανδία τον Ιανουάριο—, προκάλεσε μια χρήσιμη επανεξέταση μεταξύ των συμμάχων του της ανάγκης να δαπανήσουν περισσότερα για την άμυνά τους. (Και ο Vladimir Putin της Ρωσίας αξίζει κάποια αναγνώριση, σε αυτό το σημείο).
Σύμφωνα με δημοσκόπηση που διεξήχθη για λογαριασμό του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου Εξωτερικών Σχέσεων, μόλις το 11% των Ευρωπαίων θεωρεί πλέον την Αμερική σύμμαχο -ποσοστό μισό απ’ ό,τι το 2024, εν μέρει λόγω του φαινομένου Trump. Έτσι, καθώς η Αμερική γιορτάζει τη μεγάλη της επέτειο, η ιδέα να αντλήσει κανείς έμπνευση από την άλλη πλευρά του Ατλαντικού δύσκολα γίνεται αποδεκτή. Δεν χρειάζεται όμως να είναι έτσι. Η Ευρώπη δεν χρειάζεται να μεταμορφωθεί σε Αμερική για να αντλήσει διδάγματα από τα καλύτερα ιδανικά της. Κάθε έθνος έχει έναν δρόμο που δεν ακολούθησε ποτέ. Η Ευρώπη έχει την ασυνήθιστη -και ίσως βασανιστική- ατυχία να βλέπει τον εναλλακτικό εαυτό της να ευημερεί ακριβώς απέναντι από τον ωκεανό. Δεν χρειάζεται να γίνει Αμερική. Οφείλει όμως να αναρωτηθεί γιατί, μετά από δέκα γενιές προσπαθειών και σε τόσα διαφορετικά επίπεδα, ο νέος κόσμος έχει αφήσει πίσω του τον παλαιό.
© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com

