Η αμφιλεγόμενη συμφωνία της Αμερικής για το 20% του πετρελαίου της Βενεζουέλας

Και οι δύο χώρες θα μπορούσαν να έχουν πλέον λόγους να φρενάρουν τη δημοκρατική μετάβαση

Πετρέλαιο © Unsplash

Ήταν μια ανακοίνωση του τύπου του κ. Trump. Στις 28 Αυγούστου, ο Αμερικανός πρόεδρος ανακοίνωσε αυτό που αποκάλεσε «τη μεγαλύτερη συμφωνία πετρελαίου στην παγκόσμια ιστορία του κόσμου», μια συμφωνία που, όπως είπε, θα έδινε στις ΗΠΑ «τον πλειοψηφικό έλεγχο» των άνω των 65 δισεκατομμυρίων βαρελιών αργού πετρελαίου της Βενεζουέλας: περίπου το ένα πέμπτο των τεράστιων αποδεδειγμένων αποθεμάτων της χώρας. Οι λεπτομέρειες απουσίαζαν επιδεικτικά, αλλά ο πρόεδρος ανέφερε ότι η συμφωνία αφορούσε «μια συνεργασία με τον ιδιωτικό τομέα» και ότι «δεν θα επιβαρύνει καθόλου τους Αμερικανούς φορολογούμενους». Περιέγραψε τη Delcy Rodríguez, τη μη δημοφιλή και μη εκλεγμένη ηγέτιδα της Βενεζουέλας, ως την «ιδιαίτερα σεβαστή προσωρινή πρόεδρο της Βενεζουέλας». Η κα Rodríguez συνέχισε το γαϊτανάκι των κολακευτικών σχολίων, εκφράζοντας την «βαθύτατη ευγνωμοσύνη» της προς τον κ. Trump για μια συμφωνία που, όπως είπε, θα συμβάλει στην «οικονομική ανάπτυξη της χώρας μας, την ενεργειακή ασφάλεια του ημισφαιρίου μας και τη μεγαλύτερη ισορροπία στις διεθνείς αγορές».

Ο κ. Trump ισχυρίστηκε ότι η συμφωνία «υπερδιπλασιάζει» τα αμερικανικά αποθέματα πετρελαίου, δήλωση που είναι παραπλανητική. Οι Ηνωμένες Πολιτείες, των οποίων τα αποθέματα ανέρχονται σε περίπου 44 δισ. βαρέλια, δεν θα κατέχουν τα 65 δισ. βαρέλια πετρελαίου της Βενεζουέλας, όσο κι αν ο κ. Trump θα το επιθυμούσε. Αντίθετα, φαίνεται ότι θα γίνουν η κύρια μέτοχος μιας νέας εταιρείας που θα έχει το δικαίωμα να αναπτύξει και να εκμεταλλευτεί 17 πετρελαϊκά κοιτάσματα της Βενεζουέλας που εκτείνονται στη Ζώνη του Ορινόκο και στη λίμνη Μαρακαΐμπο. Σύμφωνα με πληροφορίες του The Economist, οι συμβάσεις που θα υπογράψει η εν λόγω εταιρεία ενδέχεται να έχουν ασυνήθιστα μεγάλη διάρκεια, πιθανώς έως και 50 έτη, με δυνατότητα ανανέωσης για άλλα 50.

Δεδομένου του αριθμού και του μεγέθους των κοιτασμάτων, η νέα εταιρεία πιθανότατα δεν θα τα εκμεταλλεύεται όλα η ίδια. Ενδέχεται να εκμεταλλεύεται μερικά, αλλά θα έχει τη δυνατότητα να αποφασίζει ποιες εταιρείες θα αναλάβουν τα υπόλοιπα, ή να τα αναθέτει η ίδια σε υπεργολάβους. Η Βενεζουέλα δεν θα έχει κανένα επιχειρησιακό ρόλο, αλλά θα εισπράττει δικαιώματα και φόρους από το παραγόμενο πετρέλαιο. Όπως φαίνεται, η αμερικανική κυβέρνηση θα λειτουργήσει ουσιαστικά ως εγγυήτρια των συμβάσεων, μια κίνηση που αναμένεται να μειώσει τον επενδυτικό κίνδυνο για τις αμερικανικές πετρελαϊκές εταιρείες. Αρκετές από αυτές έχουν δυσάρεστες αναμνήσεις από τη Βενεζουέλα: έχασαν δισεκατομμύρια όταν οι προηγούμενες συμβάσεις κοινοπραξίας τους τροποποιήθηκαν υπό την κυβέρνηση του Hugo Chávez το 2007. Προς μεγάλη απογοήτευση του κ. Trump, καμία νέα μεγάλη πετρελαϊκή εταιρεία δεν έχει, μέχρι στιγμής, συμφωνήσει να επενδύσει ξανά. Τώρα, όμως, ίσως το κάνουν.

Πηγές με γνώση της συμφωνίας αναφέρουν στο The Economist ότι η «ιδιωτική επιχείρηση» που θα κατέχει το 45% των μετοχών της νέας εταιρείας εκμετάλλευσης της κοινοπραξίας (με την αμερικανική κυβέρνηση να κατέχει, σύμφωνα με πληροφορίες, το υπόλοιπο μέσω γραφείου στο Πεντάγωνο), θα είναι η North American Blue Energy Partners, ή NABEP, μια ιδιωτική εταιρεία παραγωγής πετρελαίου, εγγεγραμμένη στα Μπαρμπάντος με γραφεία στο Καράκας. Η εν λόγω εταιρεία ελέγχεται από τον Alejandro Betancourt, έναν αμφιλεγόμενο Βενεζουελάνο με έδρα το Λονδίνο, ο οποίος συχνά αναφέρεται ως μέλος μιας ομάδας «bolichicos» — επιχειρηματιών που έκαναν περιουσίες χάρη στις προσοδοφόρες συμβάσεις κατά τη διάρκεια της χαοτικής και διεφθαρμένης ακμής της διακυβέρνησης του κ. Chávez. Ο κ. Betancourt έχει βρεθεί αντιμέτωπος με αρκετές διεθνείς έρευνες για φερόμενη νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες. Ωστόσο, φαίνεται να είναι εξαιρετικά χρήσιμος στην κυβέρνηση Trump. Στις 27 Αυγούστου, η «Washington Post» ανέφερε ότι ανώτεροι Αμερικανοί αξιωματούχοι άσκησαν με επιτυχία πιέσεις στις ελβετικές αρχές για να επιλύσουν μια δικαστική υπόθεση εναντίον του, ώστε να μπορέσει να ταξιδέψει. Ο ίδιος αρνείται κάθε παράνομη πράξη και δεν έχει ποτέ καταδικαστεί για κάποιο αδίκημα.

Υπάρχει όμως ένα μεγαλύτερο πρόβλημα με τη συμφωνία του κ. Trump από το παρελθόν του εταίρου της κοινοπραξίας. Οποιαδήποτε συμβόλαια υπογραφούν, τελικά θα είναι με την κυβέρνηση της κας Rodríguez, η οποία δεν είναι η ηγέτιδα που εξελέγη από τους Βενεζουελάνους, αλλά η διάδοχος του Nicolás Maduro, ο οποίος έκλεψε κατάφωρα τις τελευταίες προεδρικές εκλογές, το 2024, τις οποίες είχε κερδίσει ο Edmundo González, ο αντικαταστάτης της εξαιρετικά δημοφιλούς ηγέτιδας της αντιπολίτευσης María Corina Machado. Ο κ. Maduro συνελήφθη από τις αμερικανικές ειδικές δυνάμεις στο Καράκας στις 3 Ιανουαρίου και μεταφέρθηκε αεροπορικώς στη Νέα Υόρκη, όπου αντιμετωπίζει κατηγορίες για διακίνηση ναρκωτικών. Ωστόσο, η απουσία του δεν προσδίδει καμία νομιμότητα στην κα Rodríguez, την πρώην αναπληρώτριά του, ούτε στις συμβάσεις που υπογράφει η κυβέρνησή της. «Θα είναι φιάσκο για όλους τους εμπλεκόμενους», δήλωσε ο Ricardo Hausmann, πρώην υπουργός Προγραμματισμού της Βενεζουέλας, που τώρα εργάζεται στο Χάρβαρντ, αναφερόμενος στη συμφωνία, την οποία χαρακτήρισε αντισυνταγματική.

Ο κίνδυνος για όσους υπογράφουν συμβάσεις είναι ότι μια μελλοντική δημοκρατική κυβέρνηση θα μπορούσε επίσης να υιοθετήσει αυτή την άποψη. Ωστόσο, αυτό δημιουργεί την προοπτική τόσο η κυβέρνηση Trump όσο και το καθεστώς της κας Rodríguez να έχουν πλέον κοινό κίνητρο να εμποδίσουν οποιαδήποτε εκλεγμένη κυβέρνηση να αναλάβει τα καθήκοντά της. «Αυτή η ολοένα διευρυνόμενη σχέση αμοιβαίου οφέλους [καθιστά] δύσκολο και για τις δύο πλευρές να κάνουν πίσω», δήλωσε ο Imdat Oner, πρώην Τούρκος διπλωμάτης που υπηρέτησε στο Καράκας. «Καθώς η συμφωνία παίρνει σάρκα και οστά, ο ρόλος και η επιρροή της αντιπολίτευσης ενδέχεται να περάσουν όλο και περισσότερο σε δεύτερο πλάνο». Ήδη η κυβέρνηση Trump έχει αποθαρρύνει σε όλους τους τόνους την κα Machado, η οποία έφυγε από τη Βενεζουέλα για να παραλάβει το βραβείο Νόμπελ Ειρήνης τον περασμένο Δεκέμβριο, από το να επιστρέψει στην πατρίδα της. Όλα αυτά την φέρνουν σε δύσκολη θέση. Η αντίθεσή της στη συμφωνία ενδέχεται να την απομακρύνει ακόμα περισσότερο από την εξουσία. Κατά τη στιγμή της δημοσίευσης του άρθρου, δεν είχε σχολιάσει τη συμφωνία.

Ωστόσο, ορισμένοι υποστηρίζουν ότι κάτι πρέπει να γίνει για να ξεπεραστεί το αδιέξοδο, τη στιγμή που η Βενεζουέλα κατέχει το 17% των παγκόσμιων αποθεμάτων πετρελαίου, αλλά συνεισφέρει μόλις το 1% της παγκόσμιας ημερήσιας παραγωγής. «Για πάρα πολύ καιρό, καθόμασταν πάνω στα μεγαλύτερα αποθέματα πετρελαίου της Γης, ενώ η χώρα μας γινόταν όλο και φτωχότερη», δήλωσε ο Roberto Smith Perera, πρώην πρέσβης της Βενεζουέλας στην Ευρωπαϊκή Ένωση. «Η Βενεζουέλα δεν χρειάζεται περισσότερο πετρέλαιο στο υπέδαφος. Χρειαζόμαστε επενδύσεις, τεχνολογία, παραγωγή, θέσεις εργασίας, υποδομές και πρόσβαση στη μεγαλύτερη ενεργειακή αγορά του κόσμου».

Τη δεκαετία του 1970, ένας Βενεζουελανός υπουργός Ενέργειας χαρακτήρισε σκωπτικά το πετρέλαιο ως «τα περιττώματα του διαβόλου». Ίσως ήταν αναπόφευκτο οποιαδήποτε συμφωνία για την αξιοποίηση του να μην είναι ποτέ «καθαρή».

© 2026 The Economist Newspaper Limited. All rights reserved. Άρθρο από τον Economist, το οποίο μεταφράστηκε και δημοσιεύθηκε με επίσημη άδεια από το www.powergame.gr. Το πρωτότυπο άρθρο, στα αγγλικά, βρίσκεται στο www.economist.com