Ζανιάς (Eurobank): Διαχειρίσιμες οι επιπτώσεις της κρίσης αν διατηρηθεί η τρέχουσα εκεχειρία

Πολύ θετικά τα οικονομικά δεδομένα στις χώρες όπου δραστηριοποιείται η Eurobank, είπε ο πρόεδρος της Τράπεζας Γιώργος Ζανιάς στην ετήσια γενική συνέλευση

Ο Πρόεδρος της Eurobank, Γιώργος Ζανιάς © ΑΠΕ-ΜΠΕ/ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΜΠΕΛΤΕΣ

Εφόσον η τρέχουσα εκεχειρία διατηρηθεί και μετατραπεί σε διαρκή ειρήνη στην περιοχή, και οι τιμές της ενέργειας αρχίσουν να υποχωρούν σχετικά σύντομα, όπως εκτιμάται από τις αγορές, οι μέχρι σήμερα επιπτώσεις μπορούν να θεωρηθούν διαχειρίσιμες, ανέφερε ο πρόεδρος της Eurobank, Γιώργος Ζανιάς στην ετήσια γενική συνέλευση των μετόχων της Τράπεζας.

Όπως είπε ο κ. Ζανιάς, η Ευρωζώνη, ως μεγάλος καθαρός εισαγωγέας ενέργειας, συγκαταλέγεται μεταξύ των πιο ευάλωτων περιοχών στην άνοδο των τιμών της ενέργειας. Γι’ αυτό, ο ρυθμός οικονομικής μεγέθυνσης εκτιμάται από την ΕΚΤ ότι θα υποχωρήσει στο 0,9% περίπου το 2026, από 1,5% το 2025, με τις προβλέψεις ωστόσο να διέπονται από υψηλό βαθμό αβεβαιότητας λόγω του συνεχιζόμενου πολέμου.

Εν μέσω γεωπολιτικών εντάσεων, πολιτικών ανακατατάξεων και διάχυτης αβεβαιότητας, η ελληνική οικονομία παρέμεινε ανθεκτική και το 2025, τόνισε ο κ. Ζανιάς, προσθέτοντας ότι ο πραγματικός ρυθμός μεγέθυνσής της διατηρήθηκε στο 2,1%, συνεχίζοντας να υπεραποδίδει έναντι της Ευρωζώνης για 5ο συναπτό έτος, ενώ η ανεργία υποχώρησε στο 8,9% το 2025, στο χαμηλότερο δηλαδή επίπεδο από το 2008. Θετικά αποτιμάται και η βελτίωση της σύνθεσης του ΑΕΠ. Με ώθηση από τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης, ο ρυθμός αύξησης των επενδύσεων σε πάγιο κεφάλαιο επιταχύνθηκε, η ψαλίδα του εξωτερικού ελλείμματος περιορίστηκε, ωστόσο, η ιδιωτική κατανάλωση παρέμεινε βασικός μοχλός μεγέθυνσης, τροφοδοτούμενη από το επίμονα αρνητικό ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών.

Όπως είπε ο κ. Ζανιάς, παρά την ασθενή ανάπτυξη στην Ευρωζώνη και τη διάχυτη διεθνή γεωπολιτική αστάθεια, το ΔΝΤ – τον Απρίλιο 2026 – προβλέπει ότι η ελληνική οικονομία θα συνεχίσει να υπεραποδίδει το 2026 (+1,8%), στηριζόμενη στην ανθεκτική κατανάλωση των νοικοκυριών και στις επενδύσεις του ΤΑΑ, προτού επιβραδύνει στο 1,7% το 2027, με την ανεργία να αποκλιμακώνεται περαιτέρω στο 7,4%. Πρόκληση βέβαια αποτελεί η προσέλκυση παραγωγικών επενδύσεων μέσω διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων ώστε να αποφευχθεί απότομη επιβράδυνση μετά την ολοκλήρωση του ΤΑΑ.

Οι προοπτικές για την ελληνική οικονομία

Σε αντίθεση, όμως, με την Ευρωζώνη, όπου ο πληθωρισμός είχε υποχωρήσει κάτω από το 2%, στην Ελλάδα, ακόμα και πριν το ξέσπασμα του πολέμου στο Ιράν, παρέμενε επίμονα κοντά στο 3% λόγω υπερθέρμανσης της οικονομίας και των δυσλειτουργιών που έχουν απομείνει σε αγορές προϊόντων, υπηρεσιών και εργασίας. Εάν επιμείνει το διαφορικό του πληθωρισμού, ενδέχεται να επιφέρει επιβάρυνση της διεθνούς ανταγωνιστικότητας της χώρας. Η εν εξελίξει ενεργειακή κρίση συμβάλλει αρνητικά στην προσπάθεια αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού, όπως είπε ο κ. Ζανιάς.
Ο πρόεδρος της Eurobank είπε ότι πρόβλημα παραμένει το έλλειμμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο υποχώρησε στο 5,7% του ΑΕΠ το 2025, από 7,2% το 2024, παραμένοντας όμως άνω του 5% του ΑΕΠ καθ’ όλη τη μεταπανδημική περίοδο. Το ΔΝΤ αναμένει ότι το έλλειμμα θα παραμείνει υψηλό μεσοσοπρόθεσμα (2026: 6,4%, 2027: 5,7%), καταδεικνύοντας την ατελή μεταρρύθμιση του οικονομικού υποδείγματος της χώρας και δημιουργώντας κάποιους κινδύνους για τη μακροχρόνια ανάπτυξη. Η μείωσή του κάτω από το 3% του ΑΕΠ είναι απαραίτητη, αλλά αυτό απαιτεί διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις για την ενίσχυση της παραγωγικότητας και της ποιοτικής ανταγωνιστικότητας των εξαγωγών, όπως είπε ο κ. Ζανιάς.

Ο κ. Ζανιάς επεσήμανε ότι στο δημοσιονομικό πεδίο, η χώρα μας έχει επιστρέψει πλήρως σε πρωτογενή πλεονάσματα μετά την πανδημία, με το πρωτογενές αποτέλεσμα της Γενικής Κυβέρνησης να διαμορφώνεται στο 4,9% του ΑΕΠ το 2025, ενώ το συνολικό ισοζύγιο κατέγραψε πλεόνασμα 1,7% του ΑΕΠ. «Δημοσιονομικά η Ελλάδα αποτελεί μια άλλη χώρα σε σχέση με την περίοδο της κρίσης. Παράλληλα, το δημόσιο χρέος αποκλιμακώθηκε περαιτέρω στο 146,1% του ΑΕΠ το 2025, με πρόβλεψη από το ΔΝΤ να πέσει στο 136,9% μέχρι το 2027 λόγω της σχετικά γρήγορης ανάπτυξης, του σχετικά υψηλού πληθωρισμού και των υψηλών πρωτογενών πλεονασμάτων», είπε.

Κοιτάζοντας μπροστά, ο κ. Ζανιάς είπε ότι οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας παραμένουν θετικές, υφίστανται όμως καθοδικοί κίνδυνοι: εξωγενώς, υπάρχουν οι επιπτώσεις από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, η αβεβαιότητα για τους δασμούς και την εμπορική πολιτική των ΗΠΑ, ο πόλεμος Ουκρανίας–Ρωσίας και οι συναφείς εντάσεις στα ανατολικά σύνορα του ΝΑΤΟ, ο γεωστρατηγικός ανταγωνισμός ΗΠΑ–Κίνας, η αναιμική ανάπτυξη στην ΕΖ, καθώς και ο κίνδυνος νέων ενεργειακών πιέσεων που ενδέχεται να απαιτήσουν στοχευμένα και προσωρινά δημοσιονομικά μέτρα στήριξης.

Εσωτερικά, το οικονομικό υπόδειγμα βασίζεται υπέρμετρα στην κατανάλωση και τον τουρισμό, στο προϊοντικό μείγμα με χαμηλό επίπεδο γνώσης, υστέρηση στην καινοτομία και την ανταγωνιστικότητα ως προς την ποιότητα, ταχύτερη αύξηση των εισαγωγών σε σχέση με τις εξαγωγές σε περιόδους ανάπτυξης, διαρθρωτικές αδυναμίες, καθυστερήσεις στην εφαρμογή διαρθρωτικών μεταρρυθμίσεων και περιβαλλοντικοί κίνδυνοι. «Απαιτούνται στοχευμένες επενδύσεις, συστηματική και φιλόδοξη υλοποίηση μεταρρυθμίσεων και ενίσχυση της φορολογικής συμμόρφωσης και δικαιοσύνης για διατήρηση της αναπτυξιακής πορείας μεσο-μακροπρόθεσμα», τόνισε.

Πολύ θετικά τα οικονομικά δεδομένα στις χώρες όπου δραστηριοποιείται η Eurobank

Ο κ. Ζανιάς ανέφερε ότι τα οικονομικά δεδομένα στις χώρες όπου η Eurobank δραστηριοποιείται με σημαντικές θυγατρικές είναι πολύ θετικά. Στην Κύπρο, ο ρυθμός ανάπτυξης το 2025 διαμορφώθηκε στο 3,8%, σημαντικά υψηλότερος από αυτόν της Ελλάδας και ο τρίτος υψηλότερος στην Ευρωπαϊκή Ένωση, ενώ η ανεργία βρίσκεται στο πολύ χαμηλό επίπεδο του 4,4%. Παρότι οι γεωπολιτικές εξελίξεις έχουν επηρεάσει σε κάποιο βαθμό τις προοπτικές, η οικονομική ανάπτυξη θα κινηθεί στην περιοχή του 3,0% το 2026. Επιβεβαιώνοντας τη δημοσιονομική ευρωστία, δημοσιονομικό πλεόνασμα ύψους 3,4% του ΑΕΠ επιτεύχθηκε το 2025, το υψηλότερο για τρίτο έτος στην Ευρωζώνη, ενώ το δημόσιο χρέος μειώθηκε στο 55,0%. Την πολύ καλή πορεία της Κυπριακής οικονομίας επιβεβαιώνουν και οι διεθνείς οίκοι αξιολόγησης κατατάσσοντάς την στην πιστοληπτική βαθμίδα Α-.

Η Βουλγαρία, στην οποία ο Όμιλος Eurobank επίσης διαθέτει μια σημαντική θυγατρική, αποτελεί από την 1η Ιανουαρίου το νεότερο μέλος της Ευρωζώνης. Η οικονομία της αναπτύχθηκε με ρυθμό 3,2% το 2025, ενώ το ποσοστό ανεργίας υποχώρησε στο 3,6%, επίπεδο που είναι το ελάχιστο διαχρονικά. Βάσει της πρόσφατης έκθεσης του ΔΝΤ, η δυναμική της οικονομίας της θα επηρεαστεί ήπια από τις γεωπολιτικές εξελίξεις, με την ανάπτυξη να επιβραδύνεται στο 2,8% το 2026. Ο πληθωρισμός, που θα επηρεαστεί και από την προσαρμογή στο ευρώ, αναμένεται να διαμορφωθεί σε 3,8% το 2026 και 3,6% το επόμενο έτος, ρυθμοί οριακά υψηλότεροι εκείνου το 2025 (3,5%). Σε ό,τι αφορά την ανεργία, θα υποχωρήσει στο 3,4% φέτος.

Ενισχυμένη η χρηματοοικονομική θέση των τραπεζών

Αναφερόμενος στο τραπεζικό σύστημα, ο κ. Ζανιάς είπε ότι η θετική πορεία της ελληνικής οικονομίας ενισχύθηκε και από την σημαντική χρηματοδότησή της από το τραπεζικό σύστημα, το οποίο επέτρεψε η επιστροφή του στην ομαλότητα και η ενισχυμένη χρηματοοικονομική θέση των τραπεζών. Η συνολική χρηματοδότηση του ιδιωτικού τομέα αυξήθηκε κατά 7,9% σε ετήσια βάση το 2025, με την πιστωτική επέκταση να είναι σημαντικά μεγαλύτερη αυτής της ευρωζώνης. Την ίδια περίοδο, η χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αυξήθηκε κατά 10,9%. Όσον αφορά την χρηματοδότηση των νοικοκυριών, ο ετήσιος ρυθμός αύξησης της χρηματοδότησης για το 2025 έγινε θετικός (+2,2%) από αρνητικός το 2024 (-0,6%) για πρώτη φορά μετά από 15 έτη διαρκούς απομόχλευσης, λόγω της επιβράδυνσης του ρυθμού συρρίκνωσης των στεγαστικών δανείων και της μεταστροφής σε θετικό ρυθμό επέκτασης, καθώς και την περαιτέρω αύξηση του ρυθμού ανόδου της καταναλωτικής πίστης.

Οι θετικές επιδόσεις των ελληνικών τραπεζών συνεχίστηκαν και το 2025, με περαιτέρω βελτίωση στους δείκτες ρευστότητας, οι οποίοι είναι σημαντικά καλύτεροι από το μέσο όρο της Ευρωζώνης, στην κερδοφορία η οποία βελτιώνει και την κεφαλαιακή επάρκεια, που σήμερα βρίσκεται στο μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η υψηλή κερδοφορία των τραπεζών, σε συνδυασμό με την ισχυρή κεφαλαιακή τους θέση, επέτρεψε στις τράπεζες να αυξήσουν σημαντικά την διανομή κεφαλαίων στους μετόχους τους μέσω μερισμάτων και επαναγορών ιδίων μετοχών. Ο δείκτης αποδοτικότητας ιδίων κεφαλαίων (RoE) διαμορφώθηκε το 2025 σε 12% και είναι ψηλότερος από τον μέσο όρο της ευρωζώνης (9,5%).

Παράλληλα η εξυγίανση των ισολογισμών τους συνεχίζεται, με τον Δείκτη Μη Εξυπηρετούμενων Ανοιγμάτων να υποχωρεί σε 3,1% τον Δεκέμβριο του 2025, φθάνοντας στο χαμηλότερο επίπεδο από την είσοδο της Ελλάδος στην Ευρωζώνη.