Επενδυτικά σχέδια ύψους 6-8 δισ. ευρώ αναζητούν χρηματοδότηση μετά την ουσιαστική εξάντληση των διαθέσιμων πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης, όπως ανέφερε ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank, Φωκίων Καραβίας. Όπως σημείωσε, μέρος των αιτήσεων θα καλυφθεί από τον τραπεζικό τομέα και την Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα, ενώ ορισμένα έργα ενδέχεται είτε να ακυρωθούν είτε να προχωρήσουν με υψηλότερο κόστος.
Μιλώντας στο ετήσιο συνέδριο «Εθνικό Σχέδιο Δράσης υπό συνθήκες παγκόσμιας αβεβαιότητας», που διοργανώνει ο Κύκλος Ιδεών σε συνεργασία με το Οικονομικό Φόρουμ των Δελφών, ο κ. Καραβίας ανέφερε ότι 2 δισ. ευρώ από τους πόρους του Ταμείου έχουν μεταφερθεί στην Ελληνική Αναπτυξιακή Τράπεζα. Τα κεφάλαια αυτά, όπως είπε, θα κατευθυνθούν κυρίως σε ώριμα επενδυτικά σχέδια μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων.
Ο επικεφαλής της Eurobank χαρακτήρισε «πολύ πετυχημένη» τη συνολική εμπειρία από το Ταμείο Ανάκαμψης και «σωστή» την επιλογή να προωθηθεί το δανειακό σκέλος μέσω τραπεζών και συμβουλευτικών εταιρειών. Τόνισε, δε, ότι οι διαδικασίες ήταν «πολύ διαφανείς» και ότι οι πόροι διοχετεύθηκαν σε κρίσιμους κλάδους της οικονομίας, όπως η ενέργεια, ο τουρισμός και η μεταποίηση.
Αναφερόμενος στις πλεονάζουσες αιτήσεις, εκτίμησε ότι από τα επενδυτικά σχέδια ύψους 6-8 δισ. ευρώ ένα μέρος θα χρηματοδοτηθεί από τις τράπεζες, ένα δεύτερο μέσω της Αναπτυξιακής Τράπεζας σε συνεργασία με το τραπεζικό σύστημα, ενώ ένα τρίτο πιθανότατα δεν θα υλοποιηθεί.
Ο Διευθύνων Σύμβουλος της Eurobank τόνισε ακόμη ότι «το τραπεζικό σύστημα είναι ισχυρό και μπορεί να στηρίξει νοικοκυριά και επιχειρήσεις», απορρίπτοντας παράλληλα πολλές από τις επικρίσεις που διατυπώνονται για τις τράπεζες. Όπως σημείωσε, «πολλά από τα θέματα που θίγονται γύρω από τις τράπεζες είναι ανακριβή – και ίσως σκόπιμα».
Ειδικά για τα «υπερκέρδη» των τραπεζών, επισήμανε ότι η κερδοφορία κάθε επιχείρησης κρίνεται σε σχέση με τα επενδεδυμένα κεφάλαια, σημειώνοντας ότι σήμερα το τραπεζικό σύστημα διαθέτει «τριπλάσια κεφάλαια σε σχέση με πριν από την κρίση» και ότι οι ελληνικές τράπεζες «δεν διαφέρουν από τον μέσο όρο των ευρωπαϊκών τραπεζών» ως προς την απόδοση των κεφαλαίων. Αναφερόμενος στη διαφορά επιτοκίων καταθέσεων και χορηγήσεων, σημείωσε ότι το επιτοκιακό περιθώριο «είναι υψηλό», αλλά βρίσκεται κοντά στα επίπεδα άλλων χωρών της νότιας Ευρώπης όπως η Πορτογαλία, η Κύπρος και η Ιταλία, αλλά και χωρών ίδιου μεγέθους με την Ελλάδα, όπως η Αυστρία.
Παράλληλα, υπογράμμισε ότι στόχος πρέπει να είναι «να βελτιώσουμε τη θέση του Έλληνα πολίτη μέσω της αύξησης της παραγωγικότητας», κάτι που – όπως είπε – μπορεί να επιτευχθεί «με επενδύσεις, μεταρρυθμίσεις ή και τα δύο».
Αναφερόμενος στις προοπτικές της οικονομίας, σημείωσε ότι «το ρίσκο που προβληματίζει περισσότερο είναι οι γεωπολιτικές εξελίξεις και η υψηλή τιμή του πετρελαίου που οδηγεί τον πληθωρισμό υψηλότερα και την ανάπτυξη χαμηλότερα». Εκτίμησε ωστόσο ότι «στην Ελλάδα οι ενδείξεις είναι ενθαρρυντικές», παρότι η ανάπτυξη αναμένεται να επιβραδυνθεί, ενώ πρόσθεσε ότι «δεν υπάρχει αυτή τη στιγμή κίνδυνος για νέα γενιά κόκκινων δανείων στην Ελλάδα».
