Στους στόχους της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων αναφέρθηκε ο Γιάννης Στουρνάρας κατά την ομιλία του στο 2o Διεθνές Κοινό Συνέδριο Χρηματοπιστωτικού Δικαίου (2nd International Joint Conference on Financial Law).
Ο διοικητής της Τράπεζας της Ελλάδος δήλωσε πως η Ευρωπαϊκή Ένωση ορθώς την προωθεί και διευκρίνισε: «Κύριος στόχος είναι η διοχέτευση πόρων προς τις πιο παραγωγικές και καινοτόμες μονάδες της ευρωπαϊκής οικονομίας, κυρίως μέσω των κεφαλαιαγορών, ενισχύοντας έτσι την παραγωγικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας».
«Η επιτυχία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων συνεπάγεται αύξηση της προσφοράς χρηματοδοτικών πόρων, μέσω του αναπροσανατολισμού των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων προς τις κεφαλαιαγορές και τα σχετικά χρηματοδοτικά σχήματα. Εν προκειμένω, η αύξηση των διαθέσιμων πόρων για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις συνεπάγεται διεύρυνση των ευκαιριών χρηματοδότησης και μείωση του κόστους χρηματοδότησης» τόνισε ο ίδιος.
«Αυτός ακριβώς είναι ο κατάλληλος τρόπος για να αντιμετωπιστεί το επενδυτικό και τεχνολογικό κενό της ευρωπαϊκής οικονομίας έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας. Αν μειωθεί το κόστος χρηματοδότησης και διευκολυνθούν οι μικρότερες και καινοτόμες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αναπτυχθούν, μπορούμε να αναμένουμε μια θετική διαταραχή της παραγωγικότητας, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα μόνιμες βελτιώσεις στις προοπτικές ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας και της ανταγωνιστικότητάς της. Η ανάπτυξη των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών συνδέεται εντέλει με μια πιο ανθεκτική ευρωπαϊκή οικονομία σε δυσμενείς διαταραχές από την πλευρά της προσφοράς».
«Ένας από τους στόχους της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων είναι η ενίσχυση της διασυνοριακής δραστηριότητας στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την προώθηση και, εντέλει, την καθιέρωση του καθεστώτος «πανευρωπαϊκού διαχειριστή αγοράς» (PEMO), βάσει του οποίου οι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι μπορούν να δραστηριοποιούνται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες με μία μόνο άδεια. Οι διασυνοριακές συναλλαγές αναμένεται επίσης να αυξηθούν εφόσον παρασχεθεί στους διαμεσολαβητές πρόσβαση σε πολλούς τόπους διαπραγμάτευσης και τους δοθούν περισσότερες δυνατότητες να παρέχουν υπηρεσίες σε όλα τα κράτη-μέλη» ανέφερε μεταξύ άλλων.
«Στο πλαίσιο αυτό, δίνεται προτεραιότητα στη δέσμη νομοθετικών μέτρων για την Ολοκλήρωση και την Εποπτεία της Αγοράς (MISP), που αποσκοπούν στην εμβάθυνση της χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης και την ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης. Μια εμβληματική πρόταση της δέσμης MISP προβλέπει ενισχυμένο εποπτικό ρόλο για την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ – ESMA) και προωθεί συγκέντρωση της εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ» κατέληξε ο Γ. Στουρνάρας.
Η ομιλία του Γιάννη Στουρνάρα
Κυρίες και Κύριοι,
Χαίρομαι ιδιαίτερα που απευθύνομαι σε ένα τόσο εκλεκτό ακροατήριο από μέλη της πανεπιστημιακής κοινότητας, πολιτικούς ιθύνοντες και επαγγελματίες, κατόπιν της ευγενικής πρόσκλησης του καθηγητή Χρήστου Γκόρτσου. Το συνέδριο αυτό θα συμβάλει ασφαλώς στην ευρύτερη συζήτηση σχετικά με την απλούστευση του χρηματοπιστωτικού δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΕΕ) και την ανάπτυξη της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων (Savings and Investments Union – SIU) και, κατ’ επέκταση, στην εξεύρεση λύσεων για την εμβάθυνση της χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης της ΕΕ και, παράλληλα, την ενίσχυση της ευρωπαϊκής οικονομίας υπό τις τρέχουσες συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας και βαθιά αλληλένδετων κρίσεων.
Η συνεχιζόμενη γεωπολιτική αναταραχή στη Μέση Ανατολή έχει διαταράξει τις αλυσίδες ενεργειακού εφοδιασμού και προκαλέσει έναν ακόμη κλυδωνισμό από την πλευρά της προσφοράς στην παγκόσμια οικονομία. Καθώς ο κλυδωνισμός αυτός προέρχεται κυρίως από τη συνιστώσα της ενέργειας, ασκεί σημαντικές ανοδικές πιέσεις στον παγκόσμιο πληθωρισμό και καθοδικές πιέσεις στην οικονομική δραστηριότητα. Ο συνδυασμός καθοδικών πιέσεων στο διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών και αύξησης του κόστους λειτουργίας των επιχειρήσεων συμπιέζει επίσης τα περιθώρια κέρδους, επηρεάζοντας αρνητικά τις επενδύσεις.
Όπως φαίνεται από τους δείκτες υψηλής συχνότητας για τον αναμενόμενο πληθωρισμό και τις πραγματικές αποδόσεις, η επίδραση αυτών των δυσμενών γεωπολιτικών εξελίξεων είναι σοβαρότερη για την οικονομία της ζώνης του ευρώ, η οποία είναι καθαρός εισαγωγέας ενέργειας. Τα αλλεπάλληλα περιστατικά διαταράξεων από την πλευρά της προσφοράς και, πιο συγκεκριμένα, από την πλευρά της ενέργειας καθιστούν αναγκαία την ενίσχυση της ευρωπαϊκής οικονομίας. Για την αντιμετώπιση αυτών των διαταράξεων, η ευρωπαϊκή οικονομία χρειάζεται επενδύσεις, ούτως ώστε να μειώσει την εξάρτησή της από την εισαγόμενη ενέργεια. Εξίσου σημαντική είναι η αναβάθμιση της τεχνολογίας που χρησιμοποιείται στην παραγωγή αγαθών και υπηρεσιών.
Για τις επενδύσεις χρειάζεται χρηματοδότηση. Σε ένα παρόμοιο πλαίσιο γεωπολιτικών αναταραχών, η έκθεση Draghi, πριν από λίγα χρόνια, πρότεινε εγκαίρως μια νέα, σύγχρονη και μακρόπνοη ευρωπαϊκή βιομηχανική πολιτική. Ένας από τους στόχους της πολιτικής αυτής είναι η μείωση του ενεργειακού κόστους. Εν ολίγοις, ο Draghi εκτίμησε ότι η Ευρώπη χρειάζεται πρόσθετες επενδύσεις ύψους 750-800 δισεκ. ευρώ ετησίως έως το 2030.
Η Ευρώπη διαθέτει επαρκείς αποταμιεύσεις για τη χρηματοδότηση αυτών των πρόσθετων επενδύσεων. Το πλεόνασμα του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών της αντιστοιχεί σε περίπου 3% του ΑΕΠ, γεγονός που σημαίνει ότι οι αποταμιεύσεις της υπερβαίνουν τις επενδύσεις κατά το ποσό αυτό. Σύμφωνα με την έκθεση Letta, οι αποταμιεύσεις του ευρωπαϊκού ιδιωτικού τομέα ανέρχονται στο ιλιγγιώδες ποσό των 33 τρισεκ. ευρώ. Ωστόσο, δεν διοχετεύονται όλες σε εγχώριες επενδύσεις. Τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά παρουσιάζουν υψηλότερο ποσοστό αποταμίευσης από τα νοικοκυριά οικονομιών με παρόμοια χαρακτηριστικά, όπως οι ΗΠΑ ή το Ηνωμένο Βασίλειο. Συγκεκριμένα, τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά αποταμιεύουν περίπου το 15% του εισοδήματός τους, σχεδόν διπλάσιο από ό,τι τα νοικοκυριά στις ΗΠΑ ή το Ηνωμένο Βασίλειο. Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά είναι πολύ πιθανότερο να καταθέσουν τις αποταμιεύσεις τους σε τρεχούμενους λογαριασμούς σε ευρωπαϊκές τράπεζες, παρά να τις επενδύσουν απευθείας στην ευρωπαϊκή οικονομία. Αυτό επιβεβαιώνεται από το γεγονός ότι οι τοποθετήσεις των ευρωπαϊκών νοικοκυριών σε μετοχές ή/και μερίδια αμοιβαίων κεφαλαίων αντιστοιχούν περίπου στο 60% των αντίστοιχων τοποθετήσεων των νοικοκυριών των ΗΠΑ. Αυτό σημαίνει ότι τα ευρωπαϊκά νοικοκυριά θα μπορούσαν να αποτελέσουν την κινητήρια δύναμη για την ενεργειακή, τεχνολογική και, εντέλει, παραγωγική αναβάθμιση της ευρωπαϊκής οικονομίας.
Αυτό που χρειάζεται είναι μεταρρυθμίσεις και δράσεις που θα μπορούσαν να αυξήσουν τη συμμετοχή των νοικοκυριών στις ευρωπαϊκές κεφαλαιαγορές. Πρόσφατες μελέτες δείχνουν ότι οι κεφαλαιαγορές είναι πολύ πιθανότερο από ό,τι οι τράπεζες να διοχετεύουν αποταμιεύσεις σε επενδύσεις που προωθούν την καινοτομία και αυξάνουν την παραγωγικότητα. Και μια τέτοια θεμελιώδης αλλαγή, η οποία θα ενίσχυε την παραγωγικότητα, είναι αυτό ακριβώς που χρειάζεται η ευρωπαϊκή οικονομία.
Λαμβάνοντας υπόψη αυτούς τους ευρείς στόχους, η Ευρωπαϊκή Ένωση ορθώς προωθεί την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Κύριος στόχος είναι η διοχέτευση πόρων προς τις πιο παραγωγικές και καινοτόμες μονάδες της ευρωπαϊκής οικονομίας, κυρίως μέσω των κεφαλαιαγορών, ενισχύοντας έτσι την παραγωγικότητα των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων και αυξάνοντας την ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας. Η επιτυχία της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων συνεπάγεται αύξηση της προσφοράς χρηματοδοτικών πόρων, μέσω του αναπροσανατολισμού των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων προς τις κεφαλαιαγορές και τα σχετικά χρηματοδοτικά σχήματα. Εν προκειμένω, η αύξηση των διαθέσιμων πόρων για τις ευρωπαϊκές επιχειρήσεις συνεπάγεται διεύρυνση των ευκαιριών χρηματοδότησης και μείωση του κόστους χρηματοδότησης.
Αυτός ακριβώς είναι ο κατάλληλος τρόπος για να αντιμετωπιστεί το επενδυτικό και τεχνολογικό κενό της ευρωπαϊκής οικονομίας έναντι των ΗΠΑ και της Κίνας. Αν μειωθεί το κόστος χρηματοδότησης και διευκολυνθούν οι μικρότερες και καινοτόμες ευρωπαϊκές επιχειρήσεις να αναπτυχθούν, μπορούμε να αναμένουμε μια θετική διαταραχή της παραγωγικότητας, η οποία θα έχει ως αποτέλεσμα μόνιμες βελτιώσεις στις προοπτικές ανάπτυξης της ευρωπαϊκής οικονομίας και της ανταγωνιστικότητάς της. Η ανάπτυξη των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών συνδέεται εντέλει με μια πιο ανθεκτική ευρωπαϊκή οικονομία σε δυσμενείς διαταραχές από την πλευρά της προσφοράς.
Ένας από τους στόχους της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων είναι η ενίσχυση της διασυνοριακής δραστηριότητας στις ευρωπαϊκές χρηματοπιστωτικές αγορές. Αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την προώθηση και, εντέλει, την καθιέρωση του καθεστώτος «πανευρωπαϊκού διαχειριστή αγοράς» (PEMO), βάσει του οποίου οι χρηματοπιστωτικοί όμιλοι μπορούν να δραστηριοποιούνται σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες με μία μόνο άδεια. Οι διασυνοριακές συναλλαγές αναμένεται επίσης να αυξηθούν εφόσον παρασχεθεί στους διαμεσολαβητές πρόσβαση σε πολλούς τόπους διαπραγμάτευσης και τους δοθούν περισσότερες δυνατότητες να παρέχουν υπηρεσίες σε όλα τα κράτη-μέλη.
Στο πλαίσιο αυτό, δίνεται προτεραιότητα στη δέσμη νομοθετικών μέτρων για την Ολοκλήρωση και την Εποπτεία της Αγοράς (MISP), που αποσκοπούν στην εμβάθυνση της χρηματοπιστωτικής ολοκλήρωσης και την ενίσχυση της εποπτικής σύγκλισης. Μια εμβληματική πρόταση της δέσμης MISP προβλέπει ενισχυμένο εποπτικό ρόλο για την Ευρωπαϊκή Αρχή Κινητών Αξιών και Αγορών (ΕΑΚΑΑ – ESMA) και προωθεί συγκέντρωση της εποπτείας σε επίπεδο ΕΕ.
Περιλαμβάνει επίσης εναρμονισμένες απαιτήσεις εισαγωγής στο χρηματιστήριο και τυποποιημένους κανόνες δημοσιοποίησης στοιχείων που θα διευκολύνουν την πρόσβαση των εταιρειών σε χρηματοδότηση, μέσω συμμετοχών στα ίδια κεφάλαια, σε ευρωπαϊκή κλίμακα, αντί να έχουν να αντιμετωπίσουν 27 διαφορετικά εθνικά καθεστώτα. Η περαιτέρω πρόοδος στη μείωση του κατακερματισμού των μετασυναλλακτικών δραστηριοτήτων (εκκαθάριση, διακανονισμός και θεματοφύλαξη τίτλων) είναι ουσιαστικής σημασίας. Παράλληλα, ένα κοινό πλαίσιο της ΕΕ για την τεχνολογία κατανεμημένου καθολικού (DLT) στο πλαίσιο του πιλοτικού καθεστώτος σε επίπεδο ΕΕ μπορεί να συμβάλει στην αποφυγή ανομοιογένειας μεταξύ εθνικών προσεγγίσεων όσον αφορά τη χρηματοοικονομική καινοτομία. Εξίσου σημαντική είναι η άρση των υφιστάμενων φραγμών για την ενοποίηση των υποδομών της αγοράς και τη διασυνοριακή κατανομή των κεφαλαίων, καθώς και των λειτουργικών περιορισμών για τους ομίλους διαχείρισης περιουσιακών στοιχείων.
Η δέσμη MISP αποτελεί σημαντικό βήμα προς την ανάπτυξη της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Αλλά, όπως συμβαίνει πάντα με την ευρωπαϊκή ολοκλήρωση, οι λεπτομέρειες κρίνουν την τελική έκβαση. Δεν πρέπει να λησμονούμε τους πρωταρχικούς στόχους που είναι η αύξηση της παραγωγικότητας, η προώθηση της καινοτομίας και, ως εκ τούτου, η ενίσχυση της ευρωπαϊκής ανταγωνιστικότητας, με απώτερο σκοπό την οικοδόμηση μιας πιο ανθεκτικής ευρωπαϊκής οικονομίας.
Η ενίσχυση του ρόλου της ΕΑΚΑΑ για τις σημαντικές υποδομές της αγοράς αποτελεί αναγκαίο βήμα, όπως άλλωστε και η εναρμόνιση των κανόνων και ο εξορθολογισμός των απαιτήσεων διαβατηρίου (passporting) για τους διαχειριστές περιουσιακών στοιχείων που επιθυμούν πρόσβαση στη χρηματοπιστωτική αγορά της ΕΕ. Και στην περίπτωση αυτή, τα μέτρα αυτά αναμένεται να αυξήσουν τη συμμετοχή ξένων θεσμικών επενδυτών, π.χ. επενδυτικών κεφαλαίων, στην ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά. Κάτι τέτοιο είναι πολύ σημαντικό, καθώς τα μη τραπεζικά χρηματοπιστωτικά ιδρύματα, και ιδίως τα αμοιβαία κεφάλαια επενδυτικού χαρακτήρα, έχουν αυξημένο αποτύπωμα στο παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα. Αυτό σημαίνει ότι αποτελούν τον κύριο δίαυλο μέσω του οποίου οι αποταμιεύσεις, που επενδύονται στις κεφαλαιαγορές, διοχετεύονται στις πλέον παραγωγικές επιχειρήσεις και επενδύσεις στην πραγματική οικονομία.
Η Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων αποσκοπεί επίσης στην αύξηση των αποδόσεων για τους Ευρωπαίους πολίτες. Η θέσπιση Λογαριασμών Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων, οι οποίοι λειτουργούν συμπληρωματικά προς τους τρεχούμενους λογαριασμούς των τραπεζών, αποσκοπεί στην αύξηση της απόδοσης των αποταμιεύσεων, συγκριτικά με τις αποδόσεις των τραπεζικών καταθέσεων. Ταυτόχρονα, ζωτικής σημασίας είναι και η αύξηση της εμπιστοσύνης των ιδιωτών επενδυτών στις χρηματοπιστωτικές αγορές. Εξίσου σημαντική είναι και η προώθηση του χρηματοοικονομικού αλφαβητισμού, ενός τομέα για τον οποίο η Τράπεζα της Ελλάδος είναι ιδιαίτερα δραστήρια.
Τον περασμένο Δεκέμβριο το Διοικητικό Συμβούλιο της ΕΚΤ ενέκρινε μια φιλόδοξη δέσμη συστάσεων για την απλούστευση του πλαισίου προληπτικής εποπτείας, ρύθμισης και υποβολής στοιχείων στην Ευρώπη, υπό μία σαφή προϋπόθεση: την πλήρη διαφύλαξη της ανθεκτικότητας του χρηματοπιστωτικού συστήματος και της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας.
Στη συνέχεια, εγκρίναμε προτάσεις που αποσκοπούν στην προώθηση των διασυνοριακών τραπεζικών δραστηριοτήτων, οι οποίες παραμένουν σε μεγάλο βαθμό στάσιμες εντός της ΕΕ λόγω της ανασταλτικής επίδρασης εποπτικών και μη φραγμών. Κατόπιν τούτου, η Ευρωπαϊκή Επιτροπή προώθησε μια ευρύτερη δέσμη μέτρων απλούστευσης με σκοπό τον εξορθολογισμό του κανονιστικού πλαισίου για τις ευρωπαϊκές τράπεζες, ο οποίος θα επιτευχθεί μειώνοντας την αδικαιολόγητη πολυπλοκότητα, τις διαδικαστικές ανεπάρκειες και το υπερβολικό κόστος συμμόρφωσης, αλλά παράλληλα διατηρώντας υψηλά πρότυπα και τον ενδεδειγμένο βαθμό αναλογικότητας. Το Ευρωσύστημα έχει ήδη παράσχει πολύτιμη συμβολή σε αυτή τη διαδικασία.
Ταυτόχρονα, καθίσταται όλο και πιο σαφές ότι πρέπει να αντιμετωπίσουμε την ασυμμετρία στη χρηματοοικονομική αρχιτεκτονική της ΕΕ. Διαφορετικά κινδυνεύουμε να βρεθούμε αντιμέτωποι με φαινόμενα ρυθμιστικού και εποπτικού αρμπιτράζ και άνισους όρους ανταγωνισμού. Από τη μία πλευρά, η Τραπεζική Ένωση έχει δημιουργήσει έναν ενιαίο εποπτικό μηχανισμό και ένα ενιαίο πλαίσιο εξυγίανσης. Από την άλλη όμως, η εποπτεία των κεφαλαιαγορών παραμένει κατακερματισμένη σε εθνικό επίπεδο, με αποκλίνοντες κανόνες για τους συμμετέχοντες στις κεφαλαιαγορές των κρατών-μελών.
Η Τραπεζική Ένωση αποτέλεσε αποφασιστικό βήμα προόδου, καθώς ενίσχυσε τη χρηματοπιστωτική σταθερότητα, αποκατέστησε την εμπιστοσύνη και διαφύλαξε την ακεραιότητα της ζώνης του ευρώ. Ωστόσο, τα ευρωπαϊκά κεφάλαια εξακολουθούν να επενδύονται εκτός Ευρώπης, αναζητώντας υψηλότερες αποδόσεις, μεγαλύτερη ρευστότητα και μεγαλύτερη κλίμακα. Κανένα κράτος-μέλος δεν μπορεί να συναγωνιστεί την κλίμακα και το βάθος των κορυφαίων χρηματοπιστωτικών κέντρων παγκοσμίως. Όμως, μια ενοποιημένη κεφαλαιαγορά, υποστηριζόμενη από αποτελεσματική ενιαία εποπτεία, θα μπορούσε.
Για να πραγματοποιηθούν οι επενδύσεις της κλίμακας που απαιτείται για την τόνωση της ανάπτυξης και να διασφαλιστεί η ομαλή μετάδοση των οφελών της σε ολόκληρη την Ένωση, η Ευρώπη πρέπει να ολοκληρώσει την Τραπεζική Ένωση, κυρίως με τη θέσπιση του Ευρωπαϊκού Συστήματος Ασφάλισης Καταθέσεων (ΕΣΑΚ), και να κινηθεί αποφασιστικά προς μια πραγματική Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων. Ένα τέτοιο πλαίσιο θα ενίσχυε σημαντικά την ικανότητα του χρηματοπιστωτικού συστήματος να διοχετεύει τις αποταμιεύσεις σε παραγωγικές επενδύσεις, ιδίως σε τομείς ζωτικής σημασίας για το μέλλον μας: καινοτομία, πράσινη και ψηφιακή μετάβαση, υποδομές και άμυνα.
Στο πλαίσιο αυτό, η διοχέτευση περισσότερων ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων στη χρηματοδότηση εγχώριων επενδύσεων μέσω των ευρωπαϊκών κεφαλαιαγορών αποτελεί τη βασική δίοδο. Αναμένεται να ενισχύσει την ευρωπαϊκή οικονομική ολοκλήρωση και να καταστήσει την ευρωπαϊκή οικονομία πιο ανθεκτική. Τα μέτρα που προβλέπονται για την προώθηση της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων αναμένεται επίσης να αυξήσουν την ελκυστικότητα των ευρωπαϊκών μετοχών και ομολόγων για τους ξένους επενδυτές. Άλλωστε, το βασικό κίνητρο των επενδυτικών ροών είναι οι αναμενόμενες αποδόσεις των επενδύσεων. Για τους οικονομολόγους, στο επίκεντρο είναι η ενίσχυση της παραγωγικότητας της ευρωπαϊκής οικονομίας, η οποία μεταφράζεται σε υψηλότερες αποδόσεις για τους επενδυτές. Η εξάλειψη όλων των έμμεσων φραγμών στην κίνηση αγαθών, υπηρεσιών και κεφαλαίων στην Ευρώπη (που, κατά το ΔΝΤ και την ΕΚΤ, ισοδυναμούν με πολύ υψηλούς εσωτερικούς δασμούς) θα αύξανε επίσης την απόδοση των επενδύσεων.
Το άμεσο όφελος από την Ένωση Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων θα είναι η κινητοποίηση των αποταμιεύσεων και η διοχέτευσή τους στην ευρωπαϊκή οικονομία, μέσω παραγωγικών επενδύσεων. Το έμμεσο όφελος θα είναι ο επαναπατρισμός των ευρωπαϊκών αποταμιεύσεων που επί του παρόντος επενδύονται στο εξωτερικό σε αναζήτηση υψηλότερων σταθμισμένων ως προς τον κίνδυνο αποδόσεων. Πολύ πιθανή επίσης είναι η αύξηση των εισροών ξένων κεφαλαίων στην ευρωπαϊκή οικονομία στο πλαίσιο της βελτίωσης των οικονομικών προοπτικών. Επομένως, μια βαθύτερη ευρωπαϊκή κεφαλαιαγορά και μια πιο ανθεκτική και παραγωγική ευρωπαϊκή οικονομία θα είναι ταυτόχρονα και πιο ελκυστικές. Ένα έμμεσο όφελος θα είναι επίσης η ενίσχυση του ρόλου του ευρώ στην παγκόσμια οικονομία.
Παράλληλα, το ισχυρό ευρωπαϊκό θεσμικό πλαίσιο, στο επίκεντρο του οποίου βρίσκεται το κράτος δικαίου, δημιουργεί ένα συγκριτικό πλεονέκτημα που θα αποτελέσει επίσης παράγοντα αυξημένης ελκυστικότητας για τους ξένους επενδυτές, αφού βελτιωθούν διαρθρωτικά οι προοπτικές της ευρωπαϊκής οικονομίας. Και αυτός είναι ο σκοπός της Ένωσης Αποταμιεύσεων και Επενδύσεων: η διοχέτευση της χρηματοδότησης σε επενδύσεις που θα καταστήσουν την ευρωπαϊκή οικονομία πιο ανθεκτική και πιο καινοτόμο, με άλλα λόγια, πιο παραγωγική.
Τέλος, εξίσου σημαντικό είναι ένα ακόμη βήμα, το οποίο κρίνεται ως ζωτικής σημασίας για την προώθηση της ευρωπαϊκής χρηματοπιστωτικής και οικονομικής ολοκλήρωσης: η αύξηση της χρηματοδότησης σε ευρωπαϊκό επίπεδο με την προώθηση της έκδοσης ευρωομολόγων. Είναι βέβαιο ότι οι συμμετέχοντες στις χρηματοπιστωτικές αγορές θα επικροτήσουν αυτή την εξέλιξη, καθώς θα οδηγήσει σε αύξηση της προσφοράς ασφαλών περιουσιακών στοιχείων. Ταυτόχρονα, θα διευκολύνει τις επενδύσεις σε ευρωπαϊκά κοινά αγαθά, όπως η άμυνα, η πράσινη ενέργεια και η καινοτομία.
Η Ευρώπη έχει συχνά στο παρελθόν μετατρέψει τις κρίσεις σε ευκαιρίες για την προώθηση της ολοκλήρωσης. Αυτό συνέβη μετά την παγκόσμια χρηματοπιστωτική κρίση, όταν διαμορφώθηκε ευρεία συναίνεση υπέρ μιας ενιαίας εποπτικής αρχής και ενιαίων κανόνων για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Σήμερα, και πάλι αντιμέτωπη με νέες προκλήσεις, η Ευρώπη θα πρέπει να εμβαθύνει τη χρηματοπιστωτική ολοκλήρωση και να μετατρέψει τη σημερινή αβεβαιότητα σε ευκαιρία για μια ευρωπαϊκή οικονομία πιο ανταγωνιστική, πιο παραγωγική, πιο καινοτόμο και πιο ελκυστική για τους ξένους και εγχώριους επενδυτές και τους αποταμιευτές. Θα καταστήσει επίσης το ευρώ ελκυστικότερο ως διεθνές νόμισμα και τη ζώνη του ευρώ πιο ελκυστική για νέα κράτη-μέλη.
Ευχαριστώ πολύ για την προσοχή σας.
