Υπό το βάρος της νέας κλιμάκωσης της έντασης στη Μέση Ανατολή κινήθηκε το Χρηματιστήριο Αθηνών, με τον πρώτο λόγο στους πωλητές καθ’ όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης. Ο Γενικός Δείκτης υποχώρησε ενδοσυνεδριακά έως τις 2.433 μονάδες, επίπεδο που αποτελεί χαμηλό ενός μήνα, για να ολοκληρώσει τελικά τη συνεδρίαση στις 2.447 μονάδες, καταγράφοντας απώλειες 1,15%. Η αξία των συναλλαγών διαμορφώθηκε λίγο υψηλότερα από τα 313 εκατ. ευρώ, επιβεβαιώνοντας ότι οι πωλήσεις συνοδεύτηκαν από αυξημένη δραστηριότητα.
Το αρνητικό διεθνές περιβάλλον, η άνοδος των τιμών του πετρελαίου και η έντονη επιφυλακτικότητα στις διεθνείς αγορές οδήγησαν σε ρευστοποιήσεις ευρείας έκτασης, με αποτέλεσμα ο Γενικός Δείκτης να υποχωρήσει στα χαμηλότερα επίπεδα του τελευταίου μήνα.
Η στρατιωτική ένταση μεταξύ ΗΠΑ και Ιράν συνεχίζει να τροφοδοτεί την αβεβαιότητα, καθώς οι αμερικανικές επιθέσεις σε κρίσιμες υποδομές ακολουθήθηκαν από αντίποινα της Τεχεράνης σε αμερικανικές βάσεις στην περιοχή του Κόλπου. Την ίδια στιγμή, τα κλειστά Στενά του Ορμούζ συντηρούν τις ανησυχίες για την παγκόσμια προσφορά πετρελαίου, με την τιμή του αργού εκ νέου προς τα 88 δολάρια ανά βαρέλι.
Το αρνητικό κλίμα αποτυπώνεται και στη Wall Street, όπου ο S&P 500 κινείται με απώλειες 1% και ο Nasdaq βουτά σχεδόν 2%, καθώς οι επενδυτές προβληματίζονται σταθερά τόσο για τις αποτιμήσεις των εταιρειών τεχνητής νοημοσύνης όσο και για το ενδεχόμενο οι πληθωριστικές πιέσεις από την άνοδο της ενέργειας να επηρεάσουν τις επόμενες αποφάσεις της Fed για τα επιτόκια.
Στο επίκεντρο των ρευστοποιήσεων στο ελληνικό ταμπλό βρέθηκαν οι τραπεζικές μετοχές και αρκετά blue chips της υψηλής κεφαλαιοποίησης.
Η Cenergy Holdings έχασε το επίπεδο των 20 ευρώ για πρώτη φορά μετά τις 19 Απριλίου, κλείνοντας στα 19,82 ευρώ με απώλειες 2,82%.
Ισχυρές πιέσεις δέχτηκε και η Βιοχάλκο, η οποία υποχώρησε κατά 4,89% στα 17,12 ευρώ, ενώ η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ έκλεισε στα 42,80 ευρώ, σημειώνοντας πτώση 3,6%, μόλις λίγα λεπτά υψηλότερα από την τιμή των 42,50 ευρώ στην οποία πραγματοποιήθηκε το πρόσφατο placement.
Απώλειες κατέγραψαν επίσης η Helleniq Energy (-3,57%, στα 11,88 ευρώ), η ΕΥΔΑΠ (-3,69%, στα 12 ευρώ), η Lamda Development (-2,71%, στα 6,28 ευρώ) και η Motor Oil (-3,25%, στα 47 ευρώ), ασκώντας σημαντικές πιέσεις στον Γενικό Δείκτη.
Ρευστοποιήσεις στον τραπεζικό κλάδο
Ο τραπεζικός δείκτης έκλεισε στις 2.712 μονάδες, παραμένοντας αισθητά χαμηλότερα από τα πρόσφατα υψηλά των 2.859 μονάδων, στοιχείο που αποτυπώνει τη διόρθωση που ακολούθησε το έντονο ανοδικό προηγούμενο διάστημα.
Η Τράπεζα Πειραιώς υποχώρησε κατά 2%, ολοκληρώνοντας τη συνεδρίαση στα 8,94 ευρώ, ενώ η Credia έχασε 3,42%, κλείνοντας στα 0,93 ευρώ, επίπεδο που παραμένει πάντως υψηλότερο από την τιμή των 0,90 ευρώ του πρόσφατου placement. Παράλληλα, έγινε γνωστό ότι η μετοχή ενισχύει τη στάθμισή της στους δείκτες FTSE.
Η Alpha Bank υποχώρησε κατά 2,63% στα 3,85 ευρώ, η Eurobank έκλεισε με απώλειες 1,77% στα 4,11 ευρώ, η Εθνική Τράπεζα περιορίστηκε σε πτώση 0,99%, στα 14,57 ευρώ, ενώ η Τράπεζα Κύπρου έκλεισε εκ νέου κάτω από τα 10 ευρώ.
Μέσα στο αρνητικό περιβάλλον, η Metlen συνέχισε να διαφοροποιείται από την υπόλοιπη αγορά. Η μετοχή ολοκλήρωσε τη συνεδρίαση στα 43,58 ευρώ, ενισχυμένη κατά 0,46%, καταγράφοντας την έβδομη διαδοχική ανοδική συνεδρίαση, με όγκο συναλλαγών που ξεπέρασε τις 366 χιλιάδες μετοχές, ένδειξη ότι εξακολουθεί να προσελκύει σημαντικό επενδυτικό ενδιαφέρον.
Αντίθετα, πιέσεις δέχτηκε η Ελβαλχαλκόρ, παρά το ιδιαίτερα θετικό αποτέλεσμα της πρόσφατης αύξησης μετοχικού κεφαλαίου των 250 εκατ. ευρώ, η οποία υπερκαλύφθηκε κατά 2,7 φορές. Η μετοχή έκλεισε στα 4,26 ευρώ, έναντι τιμής διάθεσης 4,20 ευρώ, ενώ στη συνεδρίαση διακινήθηκαν περισσότερες από 666 χιλιάδες μετοχές.
Σε επίπεδο εβδομάδας, ο Γενικός Δείκτης κατέγραψε απώλειες 2,63%, επιβεβαιώνοντας ότι η μεταβλητότητα στις διεθνείς αγορές εξακολουθεί να επηρεάζει άμεσα και την ελληνική αγορά.
Στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος βρέθηκε, τέλος, και η Αγροτικός Οίκος Σπύρου, η οποία επέστρεψε στο ταμπλό ύστερα από έναν χρόνο αναστολής διαπραγμάτευσης. Η μετοχή ολοκλήρωσε την πρώτη συνεδρίαση με εντυπωσιακά κέρδη 59,42%, αξιοποιώντας το ειδικό καθεστώς ορίων διακύμανσης που εφαρμόζεται στις περιπτώσεις επαναδιαπραγμάτευσης.
