Μπέσεντ και Fed σε τροχιά σύγκρουσης για τα ομόλογα

Επενδυτές προειδοποιούν ότι η παρέμβαση του Σκοτ Μπέσεντ στα ομόλογα υπονομεύει τη Fed και τροφοδοτεί νέες ανησυχίες για το αμερικανικό χρέος

Ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ © EPA/SHAWN THEW

Σε τροχιά σύγκρουσης μπαίνουν το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών και η Federal Reserve, καθώς η παρέμβαση του Σκοτ Μπέσεντ στην αγορά κρατικών ομολόγων κινείται στην αντίθετη κατεύθυνση από τη μάχη της κεντρικής τράπεζας κατά του πληθωρισμού. Την ώρα που η Fed προσπαθεί να επαναφέρει τις αυξήσεις των τιμών προς τον στόχο του 2%, ο Μπέσεντ επιχειρεί να πιέσει χαμηλότερα το μακροπρόθεσμο κόστος δανεισμού μέσω αυξημένων επαναγορών ομολόγων.

Η αιφνιδιαστική κίνηση του Αμερικανού υπουργού Οικονομικών έχει προκαλέσει έντονες αντιδράσεις στη Wall Street. Μεγάλοι επενδυτές προειδοποιούν, σύμφωνα με τους Financial Times, ότι η παρέμβαση δεν απειλεί μόνο να πλήξει την αξιοπιστία του υπουργείου Οικονομικών, αλλά και να υπονομεύσει ευθέως την προσπάθεια της Fed να συγκρατήσει τις πληθωριστικές πιέσεις, ανοίγοντας ένα νέο και δύσκολο μέτωπο μεταξύ δημοσιονομικής και νομισματικής πολιτικής.

Ο Μπέσεντ ανακοίνωσε την περασμένη εβδομάδα ότι το υπουργείο Οικονομικών θα «τουλάχιστον διπλασιάσει» τις αγορές μακροπρόθεσμου αμερικανικού χρέους, σε μια προσπάθεια να συγκρατήσει το κόστος δανεισμού μετά την εκτίναξη των μακροπρόθεσμων αποδόσεων σε υψηλά 19 ετών.

Η παρέμβαση αφορά μια αγορά ομολόγων ύψους περίπου 32 τρισ. δολαρίων και έχει ανεβάσει ακόμη περισσότερο τον πήχη για τον πρόεδρο της Fed, Κέβιν Γουόρς, ενόψει της ομιλίας του στο ετήσιο συμπόσιο κεντρικών τραπεζιτών την Παρασκευή στο Τζάκσον Χολ.

Η Wall Street αμφισβητεί την κίνηση Μπέσεντ

Οι αντιδράσεις από την επενδυτική κοινότητα είναι έντονες. Ο Greg Peters, συνδιευθυντής επενδύσεων της PGIM Credit, χαρακτήρισε τη στρατηγική του υπουργείου Οικονομικών «αυτοπεριοριζόμενη και αυτοκαταστροφική», εκφράζοντας σοβαρές επιφυλάξεις για την προσπάθεια παρέμβασης στη διαμόρφωση των αποδόσεων.

Στο ίδιο μήκος κύματος, η Lisa Shalett, επικεφαλής επενδύσεων της Morgan Stanley Wealth Management, υποστήριξε ότι η παρέμβαση στην αγορά των Treasuries επειδή η κυβέρνηση είναι δυσαρεστημένη με την άνοδο των αποδόσεων δεν αποτελεί πειστική πολιτική.

Όπως σημείωσε, μια συνεχής προσπάθεια του υπουργείου Οικονομικών να ελέγχει τις αποδόσεις στην πιο σημαντική αγορά κρατικού χρέους στον κόσμο θα μπορούσε να ερμηνευθεί ως ένδειξη ανησυχίας στην Ουάσιγκτον για τη βιωσιμότητα του αμερικανικού χρέους.

Ακόμη και ο δισεκατομμυριούχος επενδυτής Stanley Druckenmiller, μέντορας τόσο του Μπέσεντ όσο και του Γουόρς, χαρακτήρισε την αύξηση των επαναγορών μακροπρόθεσμων τίτλων σε τουλάχιστον 4 δισ. δολάρια «λάθος».

Σε άρθρο του στη Wall Street Journal υποστήριξε ότι δεν πρόκειται απλώς για διαχείριση της ρευστότητας αλλά για προσπάθεια επηρεασμού των τιμών των ομολόγων.

Το πρόβλημα για τη Fed

Η βασική ένσταση των επενδυτών είναι ότι το υπουργείο Οικονομικών επιχειρεί να πετύχει ακριβώς το αντίθετο από αυτό που συζητούν ορισμένα στελέχη της Fed.

Οι αυξημένες επαναγορές μακροπρόθεσμων τίτλων έχουν στόχο να πιέσουν χαμηλότερα τις αποδόσεις και κατ’ επέκταση το κόστος χρηματοδότησης για νοικοκυριά και επιχειρήσεις. Εφόσον η στρατηγική πετύχει, θα μπορούσε να οδηγήσει σε χαμηλότερα επιτόκια στεγαστικών δανείων και γενικότερα φθηνότερο δανεισμό, δίνοντας πρόσθετη ώθηση στην οικονομική δραστηριότητα.

Την ίδια στιγμή, όμως, ο πληθωρισμός στις ΗΠΑ βρίσκεται στο 3,7%, σύμφωνα με τα στοιχεία που επικαλούνται οι Financial Times, αρκετά πάνω από τον στόχο της Fed.

Μέλη της κεντρικής τράπεζας έχουν ήδη αφήσει ανοικτό το ενδεχόμενο νέων αυξήσεων επιτοκίων. Τρία μέλη της Ομοσπονδιακής Επιτροπής Ανοικτής Αγοράς τάχθηκαν υπέρ αύξησης επιτοκίων στη συνεδρίαση του Ιουλίου, ενώ και άλλοι περιφερειακοί πρόεδροι της Fed έχουν δηλώσει ότι θα μπορούσαν να στηρίξουν μια αύξηση κατά 25 μονάδες βάσης.

Ο Krishna Guha, αντιπρόεδρος της Evercore ISI, σημείωσε ότι η κίνηση του υπουργείου Οικονομικών πιθανότατα δεν ενόχλησε μόνο τις αγορές, αλλά και μέλη της ίδιας της Fed.

Μπέσεντ και Γουόρς βλέπουν διαφορετικά τις αποδόσεις

Η απόσταση μεταξύ των δύο πλευρών γίνεται ακόμη πιο εμφανής στις δημόσιες τοποθετήσεις τους. Ο Μπέσεντ έχει υποστηρίξει ότι η άνοδος στο κόστος δανεισμού της αμερικανικής κυβέρνησης δεν αντανακλά τα θεμελιώδη μεγέθη της οικονομίας.

Ο Γουόρς, αντίθετα, έχει τονίσει ότι οι επενδυτές πρέπει να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στα οικονομικά στοιχεία και στις τιμές που διαμορφώνει η ίδια η αγορά, αντί να περιμένουν συνεχώς καθοδήγηση από τη Fed για την πορεία των επιτοκίων.

Μάλιστα, τον προηγούμενο μήνα είχε υποστηρίξει ότι η άνοδος των αποδόσεων των Treasuries αντανακλά οικονομικές εξελίξεις που ενδεχομένως δικαιολογούν υψηλότερο κόστος δανεισμού. Είχε παράλληλα τονίσει ότι η Fed υπό την ηγεσία του προσπαθεί να μην παρεμβαίνει στα μηνύματα της αγοράς.

Αυτό ακριβώς καθιστά την παρέμβαση του Μπέσεντ ακόμη πιο δύσκολη για τη Fed, καθώς το υπουργείο Οικονομικών ουσιαστικά υποστηρίζει ότι οι τιμές που διαμορφώνει η αγορά είναι υπερβολικές και επιχειρεί ταυτόχρονα να τις επηρεάσει.

Ομόλογα: Σχεδόν αμετάβλητες οι αποδόσεις

Παρά τον θόρυβο που προκάλεσε η κίνηση του υπουργείου Οικονομικών, η επίδραση στις αποδόσεις μέχρι στιγμής παραμένει περιορισμένη.

Η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς Treasury διαμορφώνεται στο 4,643%, ενώ το 30ετές κινείται στο 5,174%. Η απόδοση του 2ετούς βρίσκεται στο 4,201%.

Στις μικρότερες διάρκειες, το ετήσιο αμερικανικό έντοκο βρίσκεται στο 4,02%, το εξάμηνο στο 3,907%, το τρίμηνο στο 3,787% και το μηνιαίο στο 3,71%.

Οι επενδυτές περιμένουν πλέον τα επόμενα στοιχεία για τον πληθωρισμό και κυρίως την τοποθέτηση του Γουόρς στο Τζάκσον Χολ, αναζητώντας ενδείξεις για το πώς σκοπεύει να ισορροπήσει ανάμεσα στην ανάγκη αποκλιμάκωσης των τιμών και στις πιέσεις για χαμηλότερο κόστος δανεισμού.

Η αντιπαράθεση αποκτά και πολιτική διάσταση, καθώς η κυβέρνηση Τραμπ επιδιώκει χαμηλότερες αποδόσεις ενόψει των κρίσιμων ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου. Ο Jason Furman, καθηγητής στο Χάρβαρντ και πρώην επικεφαλής του Συμβουλίου Οικονομικών Συμβούλων του Λευκού Οίκου, προειδοποίησε ότι αν η Fed άρχιζε να προσαρμόζει τη νομισματική πολιτική της με στόχο να διευκολύνει τη διαχείριση του δημόσιου χρέους, αυτό θα παρέπεμπε σε φαινόμενα «δημοσιονομικής κυριαρχίας».

Για τις αγορές, το κρίσιμο ερώτημα πλέον είναι εάν η παρέμβαση Μπέσεντ θα παραμείνει περιορισμένη ή θα εξελιχθεί σε μια πιο μόνιμη προσπάθεια ελέγχου των μακροπρόθεσμων αποδόσεων. Σε μια τέτοια περίπτωση, η απόσταση μεταξύ υπουργείου Οικονομικών και Fed θα μπορούσε να γίνει ακόμη πιο δύσκολο να αγνοηθεί.