Σε επικίνδυνα επίπεδα κλιμακώνονται οι πιέσεις στις διεθνείς αγορές ομολόγων, με την απόδοση του αμερικανικού 10ετούς να πλησιάζει πλέον το ψυχολογικό όριο του 5%. Η εκτίναξη του πετρελαίου αναζωπυρώνει τις πληθωριστικές πιέσεις και αναγκάζει τους επενδυτές να προεξοφλούν νέο γύρο αυξήσεων επιτοκίων από τις μεγάλες κεντρικές τράπεζες.
Το βλέμμα των αγορών στρέφεται πλέον στο ψυχολογικό όριο του 5%, καθώς η απόδοση του αμερικανικού 10ετούς ομολόγου έχει ανέβει στο 4,97%, στο υψηλότερο επίπεδο από το 2023 και πολύ κοντά στα υψηλά που είχαν καταγραφεί το 2007.
Η απόδοση του 10ετούς έχει ενισχυθεί κατά περίπου 19 μονάδες βάσης μέσα στην εβδομάδα, σύμφωνα με το Bloomberg, καθώς η νέα άνοδος των τιμών της ενέργειας ανατρέπει τις προσδοκίες για την πορεία της νομισματικής πολιτικής. Καθοριστικό τεστ για τις αγορές αποτελούν πλέον τα στοιχεία για τον πληθωρισμό στις ΗΠΑ, λίγες ημέρες πριν από την απόφαση της Federal Reserve στις 16 Σεπτεμβρίου.
Οι αγορές αποτιμούν πιθανότητα περίπου 70% για αύξηση των αμερικανικών επιτοκίων στην επόμενη συνεδρίαση, την ώρα που η άνοδος των τιμών της ενέργειας απειλεί να διατηρήσει τον πληθωρισμό σε υψηλά επίπεδα. Η μέση εκτίμηση των οικονομολόγων θέλει τον δομικό δείκτη τιμών καταναλωτή να αυξάνεται περίπου 0,2% σε μηνιαία βάση τον Αύγουστο.

Το πετρέλαιο βάζει φωτιά στα ομόλογα
Ο βασικός καταλύτης της νέας αναταραχής βρίσκεται στην αγορά ενέργειας. Το μπρεντ έφτασε την Παρασκευή έως τα 109,97 δολάρια το βαρέλι, σε υψηλό τεσσάρων μηνών, έχοντας καταγράψει άνοδο περίπου 6% μέσα σε μία συνεδρίαση και σχεδόν 13% μέσα στην εβδομάδα. Αυτή τη στιγμή το μπρεντ βρίσκεται στα 106,7 δολάρια ενώ το αμερικανικό αργό West Texas Intermediate (WTI) βρίσκεται στα 106,731 δολάρια το βαρέλι.
Οι περιορισμένες ροές πετρελαίου μέσω των Στενών του Ορμούζ, σε συνδυασμό με τη νέα κλιμάκωση στην Ερυθρά Θάλασσα μετά την προέλαση των Χούθι στην Υεμένη, ενισχύουν τους φόβους ότι οι διαταραχές στην προσφορά μπορεί να έχουν μεγαλύτερη διάρκεια.
Η Helima Croft, επικεφαλής στρατηγικής εμπορευμάτων της RBC Capital Markets, εκτιμά ότι το μπρεντ θα μπορούσε να φτάσει έως τα 121,99 δολάρια το βαρέλι αργότερα μέσα στο έτος, εάν αναζωπυρωθεί πλήρως η σύγκρουση μεταξύ Σαουδικής Αραβίας και Χούθι.
Για τις αγορές ομολόγων, το πρόβλημα είναι διπλό: το ακριβότερο πετρέλαιο αυξάνει άμεσα τον πληθωρισμό, ενώ ταυτόχρονα περιορίζει τα περιθώρια των κεντρικών τραπεζών να χαλαρώσουν τη νομισματική πολιτική.
Η πίεση δεν περιορίζεται στις ΗΠΑ. Πρόκειται πλέον για παγκόσμιο sell off στα κρατικά ομόλογα.
Η απόδοση του αμερικανικού 2ετούς, που είναι ιδιαίτερα ευαίσθητη στις προσδοκίες για τη Fed, έφτασε έως το 4,59%, ενώ το 30ετές ομόλογο σκαρφάλωσε στο 5,38%, σε υψηλό περίπου 19 ετών.
Στην Ευρώπη, η απόδοση του γερμανικού 10ετούς ομολόγου άγγιξε το υψηλότερο επίπεδο από το 2009, ενώ στην Ασία η κατάσταση είναι αντίστοιχη.
Στην Ιαπωνία, η απόδοση του 10ετούς κρατικού ομολόγου κινήθηκε στο 2,97%, πολύ κοντά στο ψυχολογικό όριο του 3%, καθώς ο επίμονος πληθωρισμός ενισχύει την πιθανότητα νέας αύξησης επιτοκίων από την Τράπεζα της Ιαπωνίας. Άνοδος περίπου 5,5 μονάδων βάσης καταγράφεται για το ιαπωνικό 10ετές.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η κίνηση στην Αυστραλία, όπου η απόδοση του 3ετούς κρατικού τίτλου εκτινάχθηκε κατά περίπου 18 μονάδες βάσης στο 5,047%, το υψηλότερο επίπεδο εδώ και 15 χρόνια.
JPMorgan: Αυξήσεις επιτοκίων από 8 στις 9 μεγάλες κεντρικές τράπεζες
Η αλλαγή κλίματος είναι τέτοια ώστε η JPMorgan προβλέπει πλέον ότι οκτώ από τις εννέα κεντρικές τράπεζες των ανεπτυγμένων οικονομιών θα αυξήσουν τα επιτόκια έως το τέλος του έτους.
Στη λίστα περιλαμβάνονται, σύμφωνα με το Reuters, η Fed, η Τράπεζα της Ιαπωνίας, οι τέσσερις μεγάλες ευρωπαϊκές κεντρικές τράπεζες καθώς και οι κεντρικές τράπεζες Αυστραλίας και Νέας Ζηλανδίας. Οι αναλυτές της JPMorgan θεωρούν προς το παρόν ότι η σύσφιγξη θα είναι σχετικά περιορισμένη, ωστόσο επισημαίνουν ότι οι κίνδυνοι γέρνουν προς περισσότερες κινήσεις λόγω της ανθεκτικής ανάπτυξης, του επίμονου δομικού πληθωρισμού και των υψηλότερων τιμών των εμπορευμάτων.
Η ΕΚΤ έκανε ήδη την Πέμπτη το επόμενο βήμα, αυξάνοντας τα επιτόκια για δεύτερη φορά μέσα στο 2026, ενώ στην αγορά υπάρχουν πλέον προσδοκίες ότι μπορεί να ακολουθήσει νέα κίνηση ακόμη και τον Οκτώβριο.
Δεν έπεισε ούτε το buyback του αμερικανικού Δημοσίου
Πρόσθετη πίεση στην αγορά προκάλεσε η αδυναμία του αμερικανικού υπουργείου Οικονομικών να κατευνάσει τους επενδυτές μέσω του διευρυμένου προγράμματος επαναγοράς ομολόγων.
Το υπουργείο είχε τριπλασιάσει το ανώτατο ύψος του προγράμματος για μακροπρόθεσμα ομόλογα στα 6 δισ. δολάρια, από 2 δισ. προηγουμένως. Ωστόσο, η κίνηση αποδείχθηκε ανεπαρκής για μια αγορά ομολόγων περίπου 32 τρισ. δολαρίων, καθώς οι επενδυτές εξακολουθούν να ανησυχούν για το αυξανόμενο δημόσιο χρέος, τα μεγάλα ελλείμματα και τις τεράστιες μελλοντικές ανάγκες χρηματοδότησης των ΗΠΑ.
Οι Financial Times σημειώνουν ότι το περιορισμένο μέγεθος της παρέμβασης όχι μόνο δεν ανέκοψε την άνοδο των αποδόσεων, αλλά ενίσχυσε και την αίσθηση νευρικότητας από την πλευρά της αμερικανικής κυβέρνησης, προκαλώντας νέα ερωτήματα για την αποτελεσματικότητα των κινήσεων του Μπέσεντ.
Ο υπουργός Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ επιχείρησε να υποβαθμίσει τις ανησυχίες, υποστηρίζοντας ότι η αγορά ομολόγων παραμένει σε πολύ καλή κατάσταση. Η αγορά, ωστόσο, μέχρι στιγμής δεν δείχνει να πείθεται.
Μετά το 5% έρχεται το 6%;
Το κρίσιμο ερώτημα είναι τι θα συμβεί εάν το 10ετές περάσει καθαρά πάνω από το 5%. Ο Padhraic Garvey της ING θεωρεί πλέον ότι η επίτευξη του 5% μοιάζει περισσότερο με «αναπόφευκτη εξέλιξη» παρά με απλή πρόβλεψη. Όπως επισημαίνει η Wall Street Journal, το επίπεδο αυτό από μόνο του δεν αποτελεί αχαρτογράφητη περιοχή – η αγορά είχε φτάσει εκεί και το 2023.
Το μεγαλύτερο πρόβλημα θα ήταν εάν η διάσπαση του 5% έκανε την αγορά να αρχίσει να κοιτάζει προς το 6%. Ένα τέτοιο επίπεδο, σύμφωνα με τον Garvey, θα ήταν πολύ δυσκολότερο να απορροφηθεί από το ευρύτερο χρηματοπιστωτικό σύστημα.
Και αυτό επειδή οι αποδόσεις των Treasuries λειτουργούν ως σημείο αναφοράς για το κόστος χρήματος σε ολόκληρο τον κόσμο: από τα εταιρικά δάνεια και τα στεγαστικά έως τις αποτιμήσεις των μετοχών.
Ήδη στις ΗΠΑ τα στεγαστικά επιτόκια έχουν φτάσει στα υψηλότερα επίπεδα για περισσότερο από ένα χρόνο, ενώ η άνοδος των αποδόσεων αυξάνει και το προεξοφλητικό επιτόκιο που χρησιμοποιείται για την αποτίμηση των επιχειρήσεων.
Οι πιέσεις πέρασαν την Παρασκευή και στα ασιατικά χρηματιστήρια μετοχές. Ο δείκτης MSCI Ασίας-Ειρηνικού εκτός Ιαπωνίας υποχώρησε 1,8%, ο Nikkei έχασε περίπου 2,8%, οι κινεζικές blue chips 1,2% και ο Hang Seng 1,5%.
Το 5%, επομένως, δεν αποτελεί κάποιο αυτόματο «σημείο κατάρρευσης». Είναι όμως ένα επίπεδο το οποίο μπορεί να δοκιμάσει ταυτόχρονα τις αντοχές των κρατικών προϋπολογισμών, των επιχειρήσεων και των χρηματιστηρίων. Και όσο το πετρέλαιο παραμένει πάνω από τα 100 δολάρια και οι αγορές φοβούνται νέο κύκλο αυξήσεων επιτοκίων, οι αγοραστές ομολόγων έχουν ελάχιστους λόγους να βιαστούν να επιστρέψουν.
